Ο Κεμάλ ζητά να αγοράσει φωτογραφίες του. Η Δόρα Στράτου απολαμβάνει τα «δοκουμέντα» του. Ο Βενέζης και ο Κόντογλου θαυμάζουν τη δουλειά του φίλου τους. Τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας πασχίζουν να στρέψουν τον φωτογραφικό φακό του σε άγνωστα ή ξεχασμένα μέρη. Η UNESCO προσφέρεται να αγοράσει όλο του το αρχείο, δεκάδες χιλιάδες πλάκες αρνητικών. Οι Μικρασιάτες τον θεωρούν εκπρόσωπο της Μικρασιατικής Ιδέας. Οι Χιώτες αναγνωρίζουν στο πρόσωπό του τον θησαυριστή του πολιτισμού τους. Οι πρόσκοποι και οι φυσιοδίφες τον βλέπουν ως μεγάλο καθοδηγητή. Όλους αυτούς τους ρόλους ενσάρκωνε ο Περικλής Παπαχατζιδάκης, ένας από τους πλέον επιδραστικούς φωτογράφους που έχει να επιδείξει ο Ελληνισμός.

Γεννημένος στην Κάτω Παναγιά της Μικράς Ασίας το 1905, μεγάλωσε σε μια οικογένεια με καλή κοινωνική θέση: ο πατέρας του χρημάτισε δημογέροντας, μουχτάρης και δήμαρχος του χωριού. Το 1914, όμως, η πικρή μοίρα που επιφύλασσε η Ιστορία για τους Έλληνες της Μικράς Ασίας βρίσκει και την οικογένεια του μικρού Περικλή. Στον Πρώτο Διωγμό, καταφεύγουν ως πρόσφυγες στη Χίο. Ο πατριάρχης της οικογένειας ανοίγει ένα μπακάλικο και ο Περικλής πηγαίνει στο ελληνικό σχολείο. Πέντε χρόνια αργότερα, οι περισσότεροι Μικρασιάτες αρχίζουν να επιστρέφουν στις πατρογονικές εστίες τους, όχι όμως ο Περικλής. «Θέλω να τελειώσω το σχολειό και μετά επιστρέφουμε μόνιμα στην Κάτω Παναγιά», έλεγε στον πατέρα του, ο οποίος πηγαινοερχόταν για να φροντίζει τα χωράφια στη Μικρασία. Δυστυχώς, το όνειρο του Περικλή δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί. Η Μικρασιατική Καταστροφή τον βρίσκει αριστούχο απόφοιτο της Εμπορικής Σχολής της Χίου, ενώ τον επόμενο χρόνο προσλαμβάνεται ως υπάλληλος στο υποκατάστημα της Ιονικής Τράπεζας στο νησί.

Το τραύμα του ξεριζωμού τον σημαδεύει για όλη του τη ζωή, δεν του στερεί όμως την ενέργειά του. Ιδρύει περιηγητική λέσχη, καθώς και την πρώτη Φιλοδασική Ένωση στη Χίο. Αθλείται και υπηρετεί τον προσκοπισμό. Λατρεύει την ελληνική φύση και την εξερευνά απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας. Συνοδοιπόρος του σε αυτά του τα ταξίδια είναι η φωτογραφική του μηχανή, με την οποία απαθανατίζει τις ιστορικές και αρχαιολογικές ομορφιές της Ελλάδας. Δεν είναι σαφές το πότε μπαίνει στη ζωή του η φωτογραφία. Φαίνεται πως ο Παπαχατζιδάκης είχε καταγράψει με τον φακό του ακόμα και τις πρώτες μέρες της προσφυγιάς στη Χίο.

Συνεργάζεται με τον επίσης φωτογράφο Γιώργο Τσίμα και τον φοιτητή, τότε, Νικόλαο Κοντολέοντα, με τους οποίους οργανώνει από κοινού φωτογραφικό εργαστήριο με σκοπό την «απεικόνιση της προγονικής κληρονομιάς». Το 1930, σε συνεργασία με τον Τσίμα δημιουργεί τα χειροποίητα φωτογραφικά λευκώματα Νέα Μονή και Πυργί, καθώς και το δεκάτευχο Χιακό Λεύκωμα, τα οποία εκδίδει με δικά του έξοδα. Το εγχείρημα αυτό ναυαγεί και τον καταστρέφει οικονομικά, παρότι λαμβάνει θετικά σχόλια από καθηγητές της βυζαντινής τέχνης, όπως ο Α. Ορλάνδος, ο Γ. Σωτηρίου και ο Α. Ξυγγόπουλος. «Ζημιώθηκα τεράστιο ποσό για την εποχή. Ήταν δικό μου. Απότυχα. Έπρεπε να δοκιμάσω αλλού την επιτυχία και μόνος στον αγώνα. Οι καθηγητές με είχαν ενθαρρύνει. Τους πίστεψα. Και έκαμα καλά. Και γι’ αυτό έφυγα. Με τον καιρό κάλυψα τη ζημιά. Γύρισα την Ελλάδα. Βρήκα το στοιχείο μου. Εργάστηκα σκληρά και αθόρυβα», θα γράψει σε έναν φίλο του το 1977.

Πράγματι, ο Παπαχατζιδάκης είχε βρει το στοιχείο του. Αναγκασμένος να μετακομίσει στην Αθήνα, οργανώνει με τον πιστό φίλο του Γιώργο Τσίμα το φωτογραφικό του εργαστήρι στην οδό Απόλλωνος και ύστερα στην Πλάκα. Οργώνει την Ελλάδα και φωτογραφίζει τα βυζαντινά μνημεία της. Οι φωτογραφίες του γίνονται ανάρπαστες: τροφοδοτούν πανεπιστήμια, βιβλιοθήκες και καθηγητές. Ανώτατα ιδρύματα της χώρας τού αναθέτουν κατ’ αποκλειστικότητα τη φωτογράφιση των μνημείων, των αρχαιοτήτων, των μοναστηριών (ιδιαίτερα του Αγίου Όρους), των αγιογραφιών και των παλαιών εκκλησιών. Οι περίπου 60.000 πλάκες αρνητικών προξενούν το ενδιαφέρον του Κεμάλ και της UNESCO. Ο Παπαχατζιδάκης, όμως, αρνείται να τις πουλήσει. Οι εικόνες του, ανεκτίμητη παρακαταθήκη ήδη από εκείνη την εποχή, αιχμαλωτίζουν στον χρόνο μέρη όπως οι εκκλησίες και τα σπίτια της Ζακύνθου πριν από τον μεγάλο σεισμό· το Συνοδικό του Βατοπαιδίου στον Άγιον Όρος, το οποίο κάηκε το 1966 και αναστηλώθηκε με βάση αυτές τις φωτογραφίες· αρχιτεκτονικά μνημεία της νεοκλασικής Αθήνας που στην πορεία κατεδαφίστηκαν, όπως το Βαρβάκειο, η αγγλική πρεσβεία στην Κλαυθμώνος, το Δημοτικό Θέατρο, κ.ά.

Ο Περικλής Παπαχατζιδάκης μεγαλουργεί, όμως μένει πάντα «σεμνός και πιστός νοσταλγός». Δεν ξεχνά ποτέ τις προδομένες πατρίδες και δραστηριοποιείται σε πρωτοφανή βαθμό, διασώζοντας και μεταλαμπαδεύοντας τον πολιτισμό του μικρασιατικού ελληνισμού. Γίνεται τύποις λαογράφος και αποθησαυρίζει τραγούδια, παροιμίες, έθιμα και παραμύθια. Συλλέγει και δωρίζει αντικείμενα, κειμήλια, έγγραφα και, φυσικά, φωτογραφίες. Μετά από πενήντα χρόνια στην πρωτεύουσα, επιστρέφει το 1980 στην πολυαγαπημένη του Χίο. Ο Χιωτομικρασιάτης, όπως έμεινε γνωστός, συνεχίζει να δουλεύει ακούραστος στο νησί, μελετώντας την ιστορία του. Μέχρι τον θάνατό του, το 1990, οι κάτοικοι τον θυμούνται να επισκέπτεται σε καθημερινή σχεδόν βάση τη Βιβλιοθήκη Κοραή. Ο Περικλής Παπαχατζιδάκης διέσωσε μέσα από το έργο του μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 13ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Χίος», Ιούλιος 2025.

