Τη δεκαετία του 1990, σε μια έκθεση ζωγραφικής του Απόστολου Γιαγιάννου στο Βέλγιο, ένας από τους επισκέπτες θέλησε να μάθει περισσότερα για την καταγωγή του. «Έχεις υπόψη σου το “Et in Arcadia ego;”», τον ρώτησε τότε ο Αρκάς εικαστικός, και ο Βέλγος απάντησε ότι έχει ακούσει για την Αρκαδία, αλλά δεν ξέρει αν είναι τόπος ή ιδέα. «Τα μόνα που γνώριζε ήταν “Ατίνα, Πανατινάικος, Ολυμπίακος”», θυμάται ο Γιαγιάννος, που προέτρεψε τον φιλότεχνο επισκέπτη να μελετήσει τον Οβίδιο και τον Βοκάκιο για να μάθει τι εστί Αρκάς. «Στο έργο Genealogia deorum gentilium του Βοκάκιου θα διαβάσεις ότι οι Αρκάδες είναι οι μοναδικοί μάρτυρες των απαρχών του κόσμου, ενώ στον Οβίδιο θα τους βρεις ως προσέληνες, prior luna, δηλαδή προγενέστερους κι από τη Σελήνη». Ο Βέλγος έφυγε από την έκθεση προβληματισμένος, αλλά την επομένη επέστρεψε για να αγοράσει ένα έργο του Γιαγιάννου, αναφωνώντας: «Et in Arcadia ego».
Το λατινικό ρητό που επινοήθηκε τον 1ο αιώνα π.Χ. από τον Ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο και πρωτοεμφανίστηκε σε πίνακα του Γκουερτσίνο τον 17ο αιώνα, συχνά μεταφράζεται ως «Κι εγώ βρέθηκα στην Αρκαδία», ωστόσο δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι το βαθύτερο νόημα της φράσης συνδέεται με τον θάνατο. Στον πίνακα του Ιταλού καλλιτέχνη, που εκτίθεται στην Galleria Corsini της Εθνικής Πινακοθήκης Αρχαίας Τέχνης της Ρώμης, δύο νεαροί βοσκοί στέκονται έκπληκτοι απέναντι από ένα κρανίο, το οποίο βρίσκεται πάνω σε ένα πέτρινο μνημείο με χαραγμένη τη φράση «Et in Arcadia ego». «Η λατινική επιγραφή έχει διττή ανάγνωση», εξηγεί ο ιστορικός τέχνης Θοδωρής Κουτσογιάννης. «Είτε ότι ακόμη και στην Αρκαδία ενυπάρχει ο θάνατος, επομένως λειτουργεί ως υπόμνηση του θανάτου (memento mori), είτε ότι ο ενταφιασμένος είχε γευτεί την ιδεατή αρκαδική ζωή».

Η δεύτερη ερμηνεία συνδέεται περισσότερο με το έργο του Γάλλου νεοκλασικιστή ζωγράφου Νικολά Πουσέν, ο οποίος ζωγράφισε δύο εκδοχές του ίδιου θέματος με τίτλο Οι ποιμένες της Αρκαδίας. Η μεταγενέστερη και πιο διάσημη εκδοχή (1637-1638), που εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι, απεικονίζει μια γυναίκα και τρεις άνδρες με χιτώνες και στεφάνια από κλαδί ελιάς στο κεφάλι να προβληματίζονται γύρω από την αινιγματική φράση που είναι χαραγμένη πάνω σε έναν τάφο. Πολλοί βέβαια εκφράζουν την άποψη ότι ο πίνακας αυτός δεν αναφέρεται στην Αρκαδία της Πελοποννήσου, αλλά σε έναν τόπο ιδεατό.
Ο αρκαδισμός ως κίνημα
«Η Αρκαδία, πέρα από περιοχή της Ελλάδας, είναι ένα συνειρμικό όνομα που επικράτησε στον παγκόσμιο πολιτισμό ως αναπόληση μιας ευδαιμονίας. Μιας ευδαιμονίας συνυφασμένης με την αρμονία, την αθωότητα, την ευαισθησία, το μέτρο», αναφέρει ο μέχρι πριν από λίγους μήνες πρόεδρος της Διεθνούς Αρκαδικής Εταιρείας, Νίκος Καλτεζιώτης. «Στην Ευρώπη του 19ου αιώνα, ο αρκαδισμός έγινε κίνημα όταν ο άνθρωπος συνειδητοποίησε ότι η ευτυχία του είναι αντιστρόφως ανάλογη με την ανάπτυξη. Πολλοί Έλληνες, ωστόσο, δεν γνωρίζουν το αρκαδικό ιδεώδες», λέει ο Αρκάς μηχανικός και πρώην βουλευτής, που το 2017 μαζί με μια ομάδα ανθρώπων από διάφορα μέρη του κόσμου ίδρυσε τη συγκεκριμένη εταιρεία για τη μελέτη του αρκαδικού πολιτισμού.
Μυθική, πουσενική ή βουκολική, η Αρκαδία ως άλλη Εδέμ μπαίνει στο κάδρο πολλών καλλιτεχνών και γίνεται έκθεμα από το Μουσείο του Λούβρου έως το Μet της Νέας Υόρκης, αφήνοντας το αποτύπωμά της στην εικονολογία της Δύσης και πολύ λιγότερο στις εγχώριες εικαστικές δημιουργίες.
Μυθική, πουσενική ή βουκολική, η Αρκαδία ως άλλη Εδέμ μπαίνει στο κάδρο πολλών καλλιτεχνών και γίνεται έκθεμα από το Μουσείο του Λούβρου έως το Met της Νέας Υόρκης, αφήνοντας το αποτύπωμά της στην εικονολογία της Δύσης και πολύ λιγότερο στις εγχώριες εικαστικές δημιουργίες. «Η λατρεία για την ουτοπική, ουσιαστικά, Αρκαδία διαπερνά την τέχνη του μπαρόκ, του νεοκλασικισμού και του ρομαντισμού, εξακολουθώντας να εμπνέει μέχρι και τον προχωρημένο 19ο αιώνα», σχολιάζει ο κ. Κουτσογιάννης. «Δυστυχώς όμως, στη νεοελληνική τέχνη δεν έχει την επίδραση που αναμένει κανείς, λόγω του “ελληνικού” θέματος». Άλλωστε η συγκεκριμένη περίοδος συμπίπτει πρακτικά με αυτή της Τουρκοκρατίας, κατά την οποία η χώρα δεν ήταν παρά κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η φαντασιακή Αρκαδία δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα ούτε τους σύγχρονους δημιουργούς που γέννησε αυτός ο τόπος, ο οποίος, ωστόσο, βρίσκει τη θέση του στο έργο τους, άλλοτε ως θέμα κι άλλοτε ως βίωμα, συμβολισμός, υπαινιγμός, ακόμη και ως αίσθηση φωτός.
Γιώργος Ρόρρης

Το γκρίζο του σχιστόλιθου, της ομίχλης, της βροχής
«Περί ιδεατής Αρκαδίας άκουσα πολύ μεγάλος, όταν ήμουν πια φοιτητής στη Γαλλία, χάρη στο έργο του Πουσέν, που πρωτίστως θέλει να μιλήσει για την πανταχού παρουσία και παντοδυναμία του θανάτου μέσα σε αυτό το γλυκό τοπίο», σχολιάζει ο διακεκριμένος ζωγράφος Γιώργος Ρόρρης, που γεννήθηκε στον Κοσμά Κυνουρίας το 1963. «Το χωριό μου, ωστόσο, δεν είναι η Αρκαδία που βλέπω στο έργο του Πουσέν. Το χτίσανε Λαγκαδιανοί μαστόροι και θα έλεγα ότι αυτή η γκριζάδα του σχιστόλιθου, σε συνδυασμό με την γκριζάδα της ομίχλης και της βροχής, προσδιόρισε την γκάμα και την αίσθηση του φωτός που υπάρχει στα δικά μου έργα και είναι απολύτως αρκαδική».
Ο Ρόρρης μεγάλωσε στο ορεινό χωριό του Πάρνωνα, όπου συνέχισε να περνά τα καλοκαίρια του δουλεύοντας στο καφενείο της οικογένειας, ακόμη και κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. «Ο Κοσμάς είχε πυρποληθεί από τους Γερμανούς το 1944. Στα παιδικά μου χρόνια, τα μισά σπίτια ήταν ερείπια που είχε αρχίσει να τα κάνει κτήμα της η φύση. Αυτό επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι την τέχνη. Κατάλαβα πολύ εύκολα την έννοια του non finito όπως την ορίζει ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι και αποδέχτηκα, χωρίς καμία δυσπιστία, το απαραίτητο του ημιτελούς».
«Στα παιδικά μου χρόνια, τα μισά σπίτια στον Κοσμά ήταν ερείπια που είχε αρχίσει να τα κάνει κτήμα της η φύση. Αυτό επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι την τέχνη».
Ζωγράφος του εσωτερικού κόσμου, όπως αυτοπροσδιορίζεται, ανήκει στη γενιά του ’80, μια γενιά εικαστικών που μετά την Καλών Τεχνών συνέχισαν τις σπουδές τους στο Παρίσι, στην École Νationale Supérieure des Beaux-Arts. Μια γενιά η οποία ενηλικιώθηκε στη Μεταπολίτευση, με αξίες που δεν άφηναν περιθώρια για την ανάπτυξη τοπικισμών. «Εγώ δεν φέρω μέσα μου την άποψη για τον ξεχωριστό τόπο από τον οποίο προέρχομαι. Ούτε βέβαια μπορώ να πω ότι ντρέπομαι για τον τόπο μου. Τουναντίον. Νιώθω περήφανος που ο Κολοκοτρώνης ήταν από την Αρκαδία και ο τόπος συμμετείχε στην Επανάσταση. Μπορεί σπίτι μας να μην είχαμε πολλά βιβλία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ερχόμουν σε επαφή με την τέχνη. Έβλεπα τις εικόνες της εκκλησίας, έβλεπα γάμους και μεταφορά προικιών με μουλάρια, οργανοπαίχτες ντυμένους με μαύρα κουστούμια και άσπρες πετσέτες να συνοδεύουν τη νύφη, έβλεπα υφαντά, που μου έλυσαν πολλές απορίες σε σχέση με τον παραστατικό ρυθμό της ελληνικής τέχνης. Όλα αυτά τέχνη είναι. Κι αν θέλουμε να κατανοήσουμε έναν τόπο, πρέπει να μελετήσουμε την τέχνη του».
Νίκος Γιαννόπουλος
Έμπνευση από την τραχύτητα του τόπου

«Η φράση “Et in Arcadia ego” με χαρακτηρίζει, αλλά με τον δικό μου τρόπο», λέει ο πολυβραβευμένος εικονογράφος παιδικών βιβλίων Νίκος Γιαννόπουλος, που επέστρεψε πρόσφατα στη Μεγαλόπολη, από όπου κατάγεται, για να ξαναβρεί τον εαυτό του, όπως λέει. «Όσο μελετώ την αρχαία ιστορία και τη μυθολογία της Αρκαδίας, τόσο βλέπω ότι είναι σκοτεινή, κι αυτό με εμπνέει. Έχει μια αγριότητα, μια τραχύτητα, που με έχει στιγματίσει».
Ο Γιαννόπουλος ζωγραφίζει ανθρώπινες μορφές, αλλά πάντα στο φυσικό περιβάλλον της Αρκαδίας. Γεννημένος το 1986, επηρεάστηκε πρωτίστως από την ποπ κουλτούρα των ’90ς, τα κόμικς, τα video games, τα καρτούν. «Βαριόμουν την κλασική τέχνη και για πολύ καιρό ντρεπόμουν να το πω. Υπάρχει στον χώρο του βιβλίου μια υποκριτική κουλτούρα. Πρέπει να δείξεις ότι έχεις υπόβαθρο, και στην αρχή προσπάθησα να το κάνω, αλλά μετά κατάλαβα ότι ήταν λάθος. Εγώ ανήκω σε μια άλλη γενιά· ούτε από εκεί έρχομαι ούτε εκεί θέλω να πάω. Δεν θέλω να γίνω παραδοσιακός καλλιτέχνης».
«Η φράση “Et in Arcadia ego” με χαρακτηρίζει, αλλά με τον δικό μου τρόπο. Όσο μελετώ την αρχαία ιστορία και τη μυθολογία της Αρκαδίας, τόσο βλέπω ότι είναι σκοτεινή. Έχει μια αγριότητα, που με έχει στιγματίσει».
Μεγάλωσε στη Μεγαλόπολη σε ένα περιβάλλον καθόλου φιλικό προς την τέχνη – αυτός ήταν και ο λόγος που σπούδασε μηχανικός αντί να ακολουθήσει το πάθος του, τη ζωγραφική. Μέχρι να κλείσει το πρώτο του συμβόλαιο με την Ελληνοεκδοτική, συνάντησε πολλά εμπόδια, αλλά από το 2015 μέχρι σήμερα έχει εικονογραφήσει περισσότερα από 150 βιβλία στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα αραβικά. «Δεν την αγκαλιάζει την τέχνη η Αρκαδία», λέει ο Γιαννόπουλος, ο οποίος, παρότι κάνει καριέρα στο εξωτερικό εκπροσωπούμενος από δεκάδες ατζέντηδες σε όλο τον κόσμο, έχει επιλέξει να ζει στη Μεγαλόπολη.
«Όταν μπήκα στον χώρο του βιβλίου, όλοι ήταν κάτι. Άλλος ήταν ανιψιός της Πηνελόπης Δέλτα, άλλος μεγάλωσε στα γόνατα του τάδε πολιτικού, άλλος πέρασε τα παιδικά του χρόνια με τον τάδε πρέσβη. Οι δικοί μου άνθρωποι ήταν βοσκοί κι αυτό στην αρχή με έκανε να νιώθω άσχημα. Να μη μιλάω για την Αρκαδία και για τους προγόνους μου. Ήταν όμως άνθρωποι που είχαν ταλέντα και δούλεψαν σκληρά, κι εγώ σκαρφάλωσα πάνω τους για να μπορέσω να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου, ενώ τα δικά τους έμειναν θαμμένα. Γι’ αυτό γύρισα. Για να αναδείξω την ιστορία τους και να αποδώσω λίγη δικαιοσύνη σε αυτά που εκείνοι έχασαν κι εγώ πήρα».
Απόστολος Γιαγιάννος
Μια εναλλακτική σπουδή στο αρκαδικό ιδεώδες

«Έχω ερευνήσει τη μυθολογία και την ιστορία της Αρκαδίας, έχω μελετήσει το “Et in Arcadia ego” και το έχω διαδώσει σε όλη την Ευρώπη», αναφέρει ο Απόστολος Γιαγιάννος, που έχει στο ενεργητικό του 88 ατομικές εκθέσεις και περίπου 600 ομαδικές στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στον Καναδά και στην Αυστραλία. «Το τοπίο έχει την αίγλη, τη μαγεία αυτού του παραδείσου, είναι ο τόπος γέννησης του Πανός», λέει, παρότι, όπως διευκρινίζει, δεν έχει επηρεαστεί από τις αναγεννησιακές απεικονίσεις του τόπου του. Γεννημένος το 1945 στην Τρίπολη, με καταγωγή από το Λεβίδι, θυμάται ακόμα τη δασκάλα του την Ουρανία να τον σηκώνει στον πίνακα για να ζωγραφίσει με την κιμωλία – κάπως έτσι ξεκίνησε η επαφή του με την τέχνη. Παρά τον τεράστιο όγκο του έργου του, που κινείται σε μια «κυκλοτερή» πορεία ανάμεσα στην αφαίρεση και την παραστατική ζωγραφική, με έντονες επιρροές από τη γραφιστική, η Αρκαδία εμφανίζεται περισσότερο ως προβληματισμός γύρω από την οικολογική κρίση και τη διατάραξη της αρμονίας της φύσης. «Προσπαθώ να βάλω μια δική μου υπογραφή στο “Εt in Αrcadia ego” και να καμαρώνω με τα λεγόμενα του Οβίδιου και του Βοκάκιου», λέει ο πολυπράγμων εικαστικός, που δεν συνηθίζει να προσδίδει γεωγραφικά χαρακτηριστικά στην τοπιογραφία του.
Η Αρκαδία στην τοπιογραφία της Δύσης
Et in Arcadia ego, Guercino, 1618-22, Galleria Nazionale d’Arte Antica, Ρώμη.
Αρκαδία: βουκολικό τοπίο, Frans II Francken, 1626-32, Ιδιωτική συλλογή.
Et in Arcadia ego I, Nicolas Poussin, 1627-28, Συλλογή Devonshire, Chatsworth House, Ντέρμπισιρ, Αγγλία.
Et in Arcadia ego II, Nicolas Poussin, 1637-38, Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι.
Τοπίο με αρκαδική σκηνή, Moyse Matheusz van Uyttenbroeck (1595-1647), Ιδιωτική συλλογή.
Αυτοπροσωπογραφία με τη σύζυγό του σε αρκαδικό τοπίο, Joham Heinrich Roos, 1671, Ιδιωτική συλλογή.
Αρκαδικό τοπίο, Jan Frans van Bloemen (1662-1749), Ιδιωτική συλλογή.
Αρκαδικό τοπίο με μορφές πίσω από καταρράκτη, James Nories (1684-1757), Ιδιωτική συλλογή.
Αρκαδικό τοπίο, Jurrian Andriessen, περ. 1780, Ιδιωτική συλλογή.
Αρκαδικό ποτάμιο τοπίο, Ι και ΙΙ, Carlo Bonavia (δραστ. 1751-1788), Ιδιωτική συλλογή.
Αρκαδικό τοπίο, Nicolas-Didier Boguet, 1792, Ιδιωτική συλλογή.
Αρκαδικό τοπίο, Pierre-Henri de Valenciennes, 1794, Ιδιωτική συλλογή.
Αρκαδικό τοπίο, Pierre-Henri de Valenciennes, 1809, Ιδιωτική συλλογή.
Η αρκαδική ή βουκολική πολιτεία, Thomas Cole, 1834, New York Historical Society, Νέα Υόρκη.
Αρκαδία, Thomas Eakins (1844-1916), περ. 1883, The Metropolitan Museum, Νέα Υόρκη.

