Τζιχάνγκιρ: H μποέμ συνοικία της Κωνσταντινούπολης 
τζιχάνγκιρ-h-μποέμ-συνοικία-της-κωνστα-564211186
(Φωτογραφίες: Shutterstock)

Τζιχάνγκιρ: H μποέμ συνοικία της Κωνσταντινούπολης 

«Σπίτι» του Ορχάν Παμούκ, διανοούμενων και καλλιτεχνών, το Τζιχάνγκιρ με τα μικρά σοκάκια, τα μπακάλικα, τα παλιατζίδικα και τις αμέτρητες γάτες διατηρεί τον χαρακτήρα του σε μια Πόλη που αλλάζει  

(Φωτογραφίες: Shutterstock)
Ασπασία Κάκαρη

«Στο Τζιχάνγκιρ ήταν που κατάλαβα για πρώτη φορά ότι η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν ένα ανώνυμο πλήθος, αλλά ένα αρχιπέλαγος γειτονιών όπου όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους», γράφει στο βιβλίο του Ιστανμπούλ. Πόλη και Αναμνήσεις ο Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ. Ο βραβευμένος με Νόμπελ μυθιστοριογράφος και ακαδημαϊκός, δεν είναι ο μόνος διανοούμενος που έχει επιλέξει αυτή τη συνοικία στην περιοχή Μπέγιογλου της Πόλης, για να γράφει με θέα το Βόσπορο. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα, ο λόφος που εκτείνεται από την εμβληματική Πλατεία Ταξίμ μέχρι την προκυμαία του Γαλαταπόρτ έχει φιλοξενήσει πολλούς ακαδημαϊκούς, συγγραφείς και άλλους καλλιτέχνες που έχουν επιλέξει αυτή την παραδοσιακή αλλά και μποέμ γειτονιά με τους χαλαρούς ρυθμούς, που δε θυμίζει τις πολυσύχναστες, χαοτικές και συχνά απρόσωπες συνοικίες της πόλης των δεκαέξι και βάλε εκατομμυρίων. 

Η ανθρώπινη διάσταση μιας συνοικίας 

Παρά τον εξευγενισμό που έχουν υποστεί οι κεντρικές συνοικίες της Κωνσταντινούπολης και μολονότι τα γεγονότα του Γκεζί από το 2013 και μετά άλλαξαν σε μεγάλο βαθμό την ανθρωπογεωγραφία της περιοχής γύρω από την Πλατεία Ταξίμ, το Τζιχάνγκιρ μοιάζει να κρατά χαρακτήρα. Χωρίς μεγάλα εμπορικά κέντρα και χωρίς πολλά αξιοθέατα, η συνοικία με τα στενά σοκάκια, τα μικρά τζαμιά, τα μπακάλικα, τα παλιατζίδικα και τις αμέτρητες γάτες, διατηρεί την ανθρώπινη διάσταση και την αίσθηση της κοινότητας που εκλείπει από τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Μπορεί οι νοικοκυρές να μη ρίχνουν πια τα καλάθια τους με σκοινιά από τα μπαλκόνια για να ψωνίσουν από τους υπαίθρους μανάβηδες όπως στη δεκαετία του 1990 και τα τζινγκλ από τα τρίκυκλα με τις φιάλες γκαζιού να μην ηχούν πια στα δρομάκια της περιοχής, αλλά η κουλτούρα της γειτονιάς υπάρχει ακόμα.

Τζιχάνγκιρ: H μποέμ συνοικία της Κωνσταντινούπολης -1

«Το Τζιχάνγκιρ ήταν πάντα πολύ κοντά στην πολυσύχναστη περιοχή της Ταξίμ, αλλά διατηρούσε τη δική του ξεχωριστή ατμόσφαιρα και την κουλτούρα του μαχαλά», λέει η Γκιουλάι, που μετακόμισε εδώ ως φοιτήτρια το 2016. «Τη δεκαετία του 1990 στη συνοικία έμεναν πολλοί Ρωμιοί, Αρμένιοι, αλλά και τρανς και γενικότερα πιο περιθωριακά άτομα και νέοι καλλιτέχνες που νοίκιαζαν ή καταλάμβαναν τα σπίτια των μειονοτικών. Την επόμενη δεκαετία, η περιοχή γύρω από την Ταξίμ έγινε της μόδας, γέμισε με μπαρ και μαγαζιά με ζωντανή μουσική και άρχισε να προσελκύει πολλούς νέους. Όταν μετακόμισα εγώ στο Τζιχάνγκιρ, στα μέσα της δεκαετίας του 2010, ήταν ήδη πολύ χιπ, με καλά εστιατόρια, ωραία μαγαζιά και ανακαινισμένα παλιά σπίτια, που νοικιάζονταν σε υψηλές τιμές. Οι γείτονες όμως εξακολουθούσαν να χώνουν τη μύτη τους παντού. Ήθελαν να ξέρουν τι κάνεις, αν φέρνεις φίλους στο σπίτι, αν κάνεις πάρτι», θυμάται η Γκιουλάι που πλέον έχει μετακομίσει σε πιο οικονομική περιοχή της Κωνσταντινούπολης.

Τζιχάνγκιρ: H μποέμ συνοικία της Κωνσταντινούπολης -2

«Αν και η κουλτούρα του μαχαλά στην Πόλη έχει μειωθεί, το Τζιχανγκίρ αποτελεί μια από τις λίγες εξαιρέσεις», αναφέρει και ο Ρίντβαν, ψυχολόγος που ζει τα τελευταία επτά χρόνια σε αυτή τη συνοικία «παρά το υψηλό κόστος των ενοικίων». Την έχει επιλέξει γιατί «βρίσκεται σε κεντρική τοποθεσία, κοντά σε χώρους τέχνης και πολιτισμού, αλλά και γιατί συγκεντρώνει μια κοινότητα ανθρώπων από διαφορετικές κουλτούρες».  

Για άλλους η «πίεση της γειτονιάς», για άλλους η «αίσθηση της κοινότητας», αυτή η κουλτούρα του μαχαλά είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που κάνουν τη συνοικία με το όνομα του γιου του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς να ξεχωρίζει. «Μου λείπει πολύ η αίσθηση του ανήκειν και η αλληλεγγύη της κοινότητας του Τζιχάνγκιρ», λέει η σκηνοθέτιδα Σόμνουρ Βάρδαρ, που ζούσε εδώ μέχρι το 2009. «Το διαμέρισμά μου έβλεπε σε ένα πάρκο, σχεδιασμένο από τους καλλιτέχνες της γειτονιάς, και ορισμένες φορές άκουγα κάποιον φίλο μου να καλεί τους κατοίκους, με μεγάφωνο, σε προβολές ταινιών τα καλοκαιρινά βράδια. Τότε έμεναν διάφοροι φίλοι μου στο Τζιχάνγκιρ, τα ενοίκια ήταν ακόμη προσιτά και υπήρχε ένα πολύ ισχυρό πνεύμα κοινότητας. Όταν ακόμη παρακολουθούσαμε ταινίες στις αίθουσες, η κοντινή οδός Ιστικλάλ ήταν σημείο έλξης για τους λάτρεις του κινηματογράφου και για επαγγελματίες σαν εμένα».

Τζιχάνγκιρ: H μποέμ συνοικία της Κωνσταντινούπολης -3

Διαχρονικά στέκια, νέες αφίξεις 

Στο μεταξύ, το Μπέγιογλου, η καρδιά της σύγχρονης Πόλης, έχασε τους όμορφους κινηματογράφους του, τα ζαχαροπλαστεία των Ρωμιών, τα βιβλιοπωλεία-καφέ που συνόδευαν τις βόλτες μας στην Ιστικλάλ με υπέροχες μελωδίες. Γνωστό για τα καφενεία του, που φιλοξενούσαν πολιτικές και καλλιτεχνικές συζητήσεις, το Τζιχάνγκιρ είδε και αυτό τον κόσμο του να αλλάζει την τελευταία δεκαετία. «Τώρα οι περισσότεροι επισκέπτες έρχονται από τη Σαουδική Αραβία, τη Ρωσία και την Ουκρανία. Πριν από το Γκεζί έβλεπες να κυκλοφορούν άνθρωποι από όλο τον κόσμο», θυμάται ο Τζανέρ, σερβιτόρος στο καφέ Smirna, ένα από τα πιο παλιά μαγαζιά της οδού Ακάρσου. «Μετά τα γεγονότα του Γκεζί, οι περιοχές γύρω από το Ταξίμ μαράζωσαν. Σιγά-σιγά ο κόσμος έπαψε να βγαίνει στο Μπέγιογλου και στο Τζιχάνγκιρ. Οι διανοούμενοι μετακόμισαν στο Καντίκιοϊ, στο Βερολίνο ή αλλού στον κόσμο. Όμως, πρόσφατα η γειτονιά άρχισε και πάλι να ζωντανεύει».

Τα συνοικιακά στέκια, όπως τα καφέ-μπαρ Smirna και Kaktus, το πρωινάδικο Kahve 6, το ζαχαροπλαστείο Savoy και το μεϊχανέ Demeti, κρατούν ακόμη τον κόσμο τους. Τα παλιατζίδικα της γειτονιάς του Τσουκούρτζουμα, στα νοτιοανατολικά όρια του Τζιχάνγκιρ, συνεχίζουν να χαρίζουν μια νοσταλγική διάθεση στις βόλτες μας, που ενισχύεται και από την ατμόσφαιρα των μικρών λογοτεχνικών μουσείων, το μουσείο του συγγραφέα Ορχάν Κεμάλ και το Μουσείο της Αθωότητας του Ορχάν Παμούκ. Το ιστορικό χαμάμ του 1831 του Τσουκούρτζουμα του 1831 ανακαινίστηκε και έγινε μπουτίκ χαμάμ για ζευγάρια. Τα αυτοσχέδια τσαγάδικα με τα μικρά σκαμπουδάκια, με θέα το Τζαμί Νουσρετίγιε, έχουν αντικατασταθεί από το Δημοτικό καφέ του Πάρκου Καλλιτεχνών, που πλέον προσφέρει ένα μοναδικό θέαμα στον Βόσπορο.

Σήμερα, στα πλακόστρωτα δρομάκια και στους σκαλοπατένιους δρόμους του Τζιχάνγκιρ, τα εγκαταλειμμένα ξύλινα οθωμανικά σπίτια συνυπάρχουν με προσεγμένα μπουτίκ ξενοδοχεία, τα τουρσάδικα με καφέ που σερβίρουν τσάι μάτσα, και οι ντιζάινερ με τους λούστρους και τους κουλουράδες, δημιουργώντας μια αίσθηση γλυκόπικρης μελαγχολίας. Ίσως κάτι σαν το «χιουζούν», που, όπως λέει και ο Παμούκ, είναι το αίσθημα συλλογικής θλίψης που μοιράζονται εκατομμύρια άνθρωποι από άκρη σ’ άκρη της Κωνσταντινούπολης για τη χαμένη της μεγαλοπρέπεια.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Πού θέλεις να πας;

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT