Το Μεγάλο Καφενείο είναι εκείνο το μικροσκοπικό κτίσμα με την κεραμοσκεπή, που ξεχωρίζει δίπλα στο ξενοδοχείο Galaxy, στην πλατεία Αγίου Βασιλείου στην Τρίπολη. Το κεντρικότερο σημείο της πόλης, που όρισε και τον ρυμοτομικό σχεδιασμό της, προσφάτως αναπλασμένο, αλλά χωρίς μέριμνα για δέντρα και παγκάκια, ξεχωρίζει αρχιτεκτονικά χάρη στις καμάρες περιμετρικά της και στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Βασιλείου με τον χάλκινο τρούλο και τα δύο λευκά καμπαναριά, που κατασκευάστηκε το 1884 από μάρμαρο Δολιανών.

Από τις καρέκλες του καφενείου στις καμάρες έχει κανείς μια πλήρη άποψη της πλατείας. Γραφικά κτίρια συνομιλούν άναρχα με πολυκατοικίες της Μεταπολίτευσης, που έχουν στην πρόσοψή τους φωτεινές επιγραφές και στην κορυφή τους μαρκίζες βγαλμένες από τη δεκαετία του 1980. Κάποιες επιχειρήσεις, όπως το παλιό βιβλιοχαρτοπωλείο Παλλάδιον και το ξενοδοχείο Galaxy, παραμένουν κομμάτια της αστικής λαογραφίας της Τρίπολης, μαζί με τους λαχειοπώληδες που πιάνουν στασίδι στις καμάρες των δύο άκρων της πλατείας. Ωστόσο, σημείο αναφοράς της δεν είναι άλλο από το Μεγάλο Καφενείο, ένα από τα πιο ιστορικά της ελληνικής επικράτειας και της Ευρώπης. Παραμένει ανοιχτό από τον καιρό της Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα, αποτελώντας στέκι για τους Τριπολιτσιώτες και αξιοθέατο για τους επισκέπτες της πόλης.
Άρωμα Βιέννης
Είναι επτά το πρωί και η Τρίπολη ακόμη σκεπάζεται από ένα πέπλο ομίχλης που κατέβηκε από το Μαίναλο. Ο Παρασκευάς Κατσικερός, ο οποίος διαχειρίζεται το Μεγάλο Καφενείο μαζί με τον αδελφό του Γρηγόρη από το 1998, ξεκλειδώνει την πόρτα και, καθώς κινείται προς την άλλη πλευρά της αίθουσας, τα βήματά του αντηχούν στα πολύχρωμα πλακάκια του δαπέδου. Ανοίγει τα φώτα και οι πολυέλαιοι αποκαλύπτουν την υποβλητική ατμόσφαιρα του χώρου, την οποία ενισχύει η αρχοντική επίπλωση, κατασκευασμένη ειδικά για το Μεγάλο Καφενείο στο εργοστάσιο του Μίχαελ Τόνετ (1776-1881) στη Βιέννη.

Οι πρώτοι θαμώνες έρχονται γύρω στις οκτώ και επιλέγουν τραπέζια πλάι στα μεγάλα παράθυρα. Αφήνουν την τραγιάσκα τους και την εφημερίδα πάνω στο τραπέζι. Ατενίζουν την πλατεία κι έπειτα αυτούς τους λίγους περαστικούς που κατευθύνονται προς τις δουλειές τους με τα πόδια ή με το ποδήλατο. Μέχρι τις εννιά, ο ήλιος έχει διαλύσει την ομίχλη και, με το άνοιγμα της αγοράς, το κέντρο της Τρίπολης αποκτά ζωή και κίνηση.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς κατάφερε να παραμείνει ένας χώρος σχεδόν αναλλοίωτος στο πέρασμα των αιώνων, ειδικά όταν το περιβάλλον της πόλης άλλαξε ριζικά μετά την άλωση της Τριπολιτσάς. Αν και ως έτος ίδρυσης αναγράφεται το 1853, ο Παρασκευάς Κατσικερός μάς ενημερώνει πως υπάρχουν ιστορικές έρευνες που αναφέρουν ότι λειτουργούσε ήδη αρκετά χρόνια νωρίτερα. Προεπαναστατικά το κτίριο ανήκε στον αγωνιστή Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο, ο οποίος απαγχονίστηκε από τον Αλή Τσεκούρα, για να περιέλθει στη συνέχεια στον εγγονό του, τον γιατροφιλόσοφο Ιωάννη Πύρλα (1817-1901). Όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ο Πύρλας πούλησε το Μεγάλο Καφενείο στον Ιωάννη Αθανασιάδη (1837-1920), η μορφή του οποίου κοσμεί ένα κάδρο στους τοίχους του Μεγάλου Καφενείου. Το 1898, ο Αθανασιάδης κληροδότησε την επιχείρηση στον γιο του, Δημήτρη ή Μίμη (1876-1965).
Για «δηλωτή» στα τραπεζια τησ ελιτ
Πλάι στον βιεννέζικο καθρέφτη, δίπλα στην κάσα της κουζίνας, βρίσκεται ένα απόκομμα από πρόγραμμα παράστασης που έδωσε το 1930 ο θίασος του Αιμίλιου Βεάκη και του Αλέκου Γονίδη στο Μαλλιαροπούλειο Θέατρο. Πριν από τα εγκαίνια του θεάτρου, το 1910, το ιστορικό καφενείο αποτελούσε σκηνή για τα περιοδεύοντα μπουλούκια, τις παραστάσεις των οποίων παρακολουθούσε η οικονομική και πνευματική ελίτ της Τρίπολης. Μάλιστα, εδώ πραγματοποιήθηκε και η πρώτη προβολή ταινίας στην Αρκαδία. Οι αρχικοί φωτισμοί γίνονταν με πολυελαίους ασετυλίνης και η θέρμανση με δύο σόμπες που έκαιγαν ανθρακίτη. Στο βάθος υπήρχε ένα μπιλιάρδο, ενώ στα μαρμάρινα τραπέζια, πάνω σε τσόχα, έπαιζαν χαρτιά, σκάκι και τάβλι. Σε όσους ήθελαν να διαβάσουν εφημερίδες, οι σερβιτόροι πρόσφεραν καλαμένια αναλόγια. Προπολεμικά, αν κάποιος Τριπολιτσιώτης έψαχνε γιατρό ή δικηγόρο και δεν τον έβρισκε στο ιατρείο ή το γραφείο του, ερχόταν στο καφενείο και ζητούσε από τον σερβιτόρο να του μηνύσει. «Στο καφενείο σύχναζαν μόνο άνδρες και αστοί. Η είσοδος των γυναικών επετράπη από το 1940 και ύστερα», αναφέρει ο Παρασκευάς Κατσικερός.
«Εμείς το ξέραμε το καφενείο από μικρά παιδιά. Όταν ενηλικιωθήκαμε, ερχόμασταν εδώ και παίζαμε τη δηλωτή μας, παραγγέλναμε τα ουζάκια μας, ανάμεσα στους δικηγόρους και τους γιατρούς», συμπληρώνει ο αδελφός του. Μετά τον πόλεμο, το καφενείο εξελίχθηκε σε στέκι για όλους τους κατοίκους. Στους περιστασιακούς θαμώνες του ανήκε ο έφηβος Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος περνούσε από εδώ κάθε φορά που είχε να μεταφέρει κάτι στον πατέρα του που δούλευε στη Νομαρχία, ενώ και ο Νίκος Καζαντζάκης το επισκέφθηκε και το αξιοποίησε μυθοπλαστικά στο πεντάτομο έργο του Ταξιδεύοντας, τοποθετώντας τον εαυτό του να συνομιλεί με τον «Γέρο του Μοριά».

Λίγο πριν πεθάνει, ο Αθανασιάδης δώρισε το οίκημα και το οικόπεδο στις δημοτικές Αρχές της Τρίπολης. Μάλιστα, μεσούσης της δικτατορίας, όπως θυμάται ο Γρηγόρης Κατσικερός, παραλίγο να αγοραστεί από τους επιχειρηματίες του γειτονικού ξενοδοχείου. «Ευτυχώς, παρενέβη ο δήμαρχος και δεν επέτρεψε να συμβεί. Ήμουν δέκα χρονών τότε», αναφέρει. Τη δεκαετία του 1990, το Καφενείο χαρακτηρίστηκε διατηρητέο από την Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων, ανακαινίστηκε στην πρότερή του μορφή με τις υπογραφές του Τριπολιτσιώτη αρχιτέκτονα Δημήτρη Ταλαγάνη και του επιπλοποιού Νικολάου Τραχανά, και από το 1998 λειτουργεί υπό τη διαχείριση των αδελφών Κατσικερού.

«Εδώ είναι το σπίτι μας»
Σήμερα το καφενείο συγκεντρώνει κυρίως ηλικιωμένους ανθρώπους και συνταξιούχους. Έχουν μάλιστα τα «δικά τους» τραπέζια. Με πλάτη στον χώρο της κουζίνας, η Ελένη Κουμαρέλα από το Λεβίδι Αρκαδίας και η Ρίτσα Τυράσκη με καταγωγή από τη Μεγαλόπολη, από τις λιγοστές γυναίκες μεταξύ των θαμώνων, έχουν ως τακτικό σημείο συνάντησης το Μεγάλο Καφενείο. «Είναι σαν φάρος πολιτισμού αυτό το μέρος, διοργανώνουν και εκδηλώσεις, όπως βραδιές τάνγκο και παρουσιάσεις βιβλίων», λένε. Όσο για τις νεότερες ηλικίες, «κάπως ξεκινάει να γυρίζει. Παιδιά κοντά στα 25 κάθονται και παραγγέλνουν έναν ελληνικό, αν και η νεολαία στην Τρίπολη αρχίζει να φθίνει», επισημαίνει ο Γρηγόρης Κατσικερός.

Σε έναν από τους καναπέδες με το κόκκινο βελούδο και την ψηλή πλάτη, όπου έχουμε αφήσει τα πράγματά μας, ένας άνδρας πλησιάζει και ρωτάει ευγενικά αν μπορούμε να μετακινηθούμε σε άλλο τραπέζι. «Βλέπετε, εδώ καθόμαστε κάθε πρωί και παίζουμε τάβλι», μας λέει ο 90χρονος Γιώργος Γιανναράς, πρώην πρόεδρος του χωριού Πιάνα. Λίγο παραδίπλα, μπροστά από την προθήκη των όπλων της Επανάστασης του 1821 που έχουν συλλέξει οι αδελφοί Κατσικερού, κάθεται ο συνταξιούχος Γιάννης Σούσουλας, γέννημα θρέμμα Τριπολιτσιώτης. «Αυτό το καφενείο είναι η ζωή μας. Από μικρό παιδί βρίσκομαι εδώ μέσα. Εδώ ανήκω, εδώ είναι το σπίτι μας», τονίζει. Την κουβέντα μας διακόπτει η παρέα του. Παραγγέλνουν μεζεδάκια, ρωτούν για φίλους που χάθηκαν τώρα τελευταία από το καφενείο και ενημερώνουν ο ένας τον άλλον για την πορεία της υγείας τους.

Λίγο μετά τη μία το μεσημέρι, το καφενείο αδειάζει σιγά σιγά. Είναι η ώρα που κλείνει η αγορά και η πόλη ακολουθεί τη μεσημεριανή σιέστα. Το απόγευμα, μετά το σούρουπο, κάποια τραπέζια θα γεμίσουν, ειδικά τις ημέρες που έχει ποδοσφαιρικό αγώνα – και αύριο, πάλι η ίδια εικόνα. Και όσο η Τρίπολη θα αλλάζει, αυτό το μικρό κτίσμα με την κεραμοσκεπή θα διατηρείται ως το μοναδικό μέρος στην πόλη όπου ο χρόνος απλώς κάνει «διάλειμμα» με έναν ελληνικό καφέ, ψημένο στη χόβολη.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 15ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Αρκαδία», Μάρτιος 2026.

