Το Manna στα Μαγούλιανα συγκαταλέγεται, αυτή τη στιγμή, στα καλύτερα ξενοδοχεία της Ελλάδας και του κόσμου, υπήρξε όμως το σημαντικότερο σανατόριο της περιοχής της Βυτίνας στον Μεσοπόλεμο. Στο Αρχοντικό Ανυφαντή στη Ζάτουνα, στα μέσα του 19ου αιώνα, νήματα και βαφές από το εργαστήριο υφαντουργίας που στεγαζόταν εδώ, έκαναν το χωριό πολύχρωμο. Στον Πύργο Ξενιού, στη Δημητσάνα, ίσως τον ψηλότερο της Πελοποννήσου, φιλοξενήθηκαν μεγάλες προσωπικότητες του 19ου αιώνα, καλεσμένοι του μεγαλεμπόρου Κουκουζή, ενώ αργότερα κρύβονταν οι αντάρτες καταστρώνοντας τα σχέδιά τους. Το Μπελλαίικο, στη Στεμνίτσα, είδε ένα τσούρμο παιδιών να μεγαλώνουν και να παίζουν στις αυλές του παρέα με τις κότες και τα γαϊδουράκια – οικογενειακές στιγμές μιας αγροτικής ζωής που εν πολλοίς έχει ξεχαστεί. Το Αρχοντικό Καζάκου στα τέλη του 19ου αιώνα μοσχοβολούσε από τα προϊόντα που ήταν αραδιασμένα στα ράφια του, αφού αποτελούσε μπακάλικο της Δημητσάνας, ενώ στο ξενοδοχείο Τρικολόνιον στη Στεμνίτσα, το οποίο χτίστηκε το 1850, μοιράζονταν μυστικά και σημειώσεις τα κορίτσια του Παρθεναγωγείου.

Στην ορεινή Γορτυνία, ιστορικά κτίρια, τα οποία βρίθουν αναμνήσεων, έχουν μετατραπεί σε υποδειγματικούς ξενώνες και ξενοδοχεία. Σκέψου να απολαμβάνεις το τσάι σου μπροστά στη μεγάλη τζαμαρία όπου άλλοτε λιάζονταν στρατιώτες που ανάρρωναν από τη φυματίωση, να γεύεσαι μοναδικές νοστιμιές του τόπου εκεί όπου φυλασσόταν το νίτρο για τους μπαρουτόμυλους της Επανάστασης ή να κοιμάσαι γαλήνια στο κατώι του γαϊδάρου ενός αγροτόσπιτου. Αυτή η μοναδική συνέχεια, η οποία σφραγίστηκε με Προεδρικά Διατάγματα από τη δεκαετία του 1980, διασώζοντας την τοπική αρχιτεκτονική και τα μοναδικά κτίρια, οδήγησε στη «μόδα του ξενώνα» τη δεκαετία του 1990 και εξασφαλίζει το τουριστικό μέλλον της περιοχής.

Η «μάνα» και η Βυτίνα
Η ορεινή Γορτυνία, γεμάτη μύθους και ιστορία, δεν ήταν ποτέ άγνωστη. Προορισμός, όμως, άρχισε να γίνεται τη δεκαετία του 1920, και αυτό για ιατρικούς λόγους. Πέριξ της Βυτίνας λειτούργησαν τρία σανατόρια, αφού το υψόμετρο των κατά μέσο όρο 1.000 μ. και οι ελατοσκέπαστες πλαγιές του Μαινάλου θεωρούνταν τότε ιδανικά για όσους έπασχαν από φυματίωση.
«Το σανατόριο Μάννα ήταν από τα αρτιότερα της Ανατολικής Ευρώπης, όσον αφορά τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό, και λειτούργησε από το 1929 έως το 1938. Το σημείο επιλέχθηκε από Ελβετούς φυματιολόγους. Την ιδέα για την κατασκευή του είχε η Άννα Μελά, αδελφή του Παύλου Μελά, η οποία ήταν εθελόντρια νοσοκόμα στους Βαλκανικούς Πολέμους και στον Α΄ Παγκόσμιο, και μάλιστα συγκέντρωσε τους πόρους ταξιδεύοντας σε τρεις ηπείρους. Το έκανε αποκλειστικά για στρατιώτες που νοσούσαν. Εκείνοι τη φώναζαν “μάνα” λόγω της φροντίδας και της αφοσίωσής της. Από το “μάνα” και το “Άννα” πήρε και την ονομασία του το σανατόριο», μου εξηγεί ο νεαρός ιδιοκτήτης Στρατής Μπατάγιας.

Ο ίδιος θυμάται να παίζει ως παιδί με τους φίλους του στο κτίριο-φάντασμα, τις δεκαετίες του 1980 και του 1990. «Υπήρχε μια μακρινή καταγωγή, ωστόσο οι γονείς μου έφτιαξαν ένα σπίτι στο δάσος πριν γεννηθώ, επειδή αγάπησαν την περιοχή. Περνούσαμε τα Σαββατοκύριακα και τα καλοκαίρια – τότε κάναμε τέσσερις-πέντε ώρες να φτάσουμε. Το σανατόριο ήταν για εμάς τα παιδιά πεδίο εξερεύνησης και μυστηρίου, και πάντα ένιωθα ένα όμορφο συναίσθημα εκεί. Ήμουν δέκα χρονών όταν είπα στους φίλους μου: “Εγώ αυτό θα το κάνω ξενοδοχείο”. Ήθελα να το μοιραστώ και με άλλους ανθρώπους».
Το 2014 άκουσε ότι βγαίνει σε πλειστηριασμό και δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή. Χωρίς να έχει σχέση με τον κλάδο, εν μέσω οικονομικής κρίσης, πήρε τη μεγάλη απόφαση, καθαρά για συναισθηματικούς λόγους, όπως λέει. Η μετατροπή του μνημείου σε ξενοδοχείο διήρκεσε οκτώ χρόνια, λόγω γραφειοκρατίας, αλλά η αναγνώριση και η δημοφιλία του ήρθαν με το που άνοιξε τις πόρτες του. «Άρεσε η ιστορία του μάλλον. Οι ντόπιοι, ας πούμε, μου έφεραν διάφορα αντικείμενα που είχαν βρει και θεωρούσαν ότι ανήκουν εδώ, π.χ. τη σφραγίδα με την ημερομηνία κατά την οποία σφραγίστηκε το κτίριο, το 1941. Επίσης, βρήκαμε θαμμένα 50 πτυελοδοχεία. Εγώ συγκινήθηκα που εντόπισα και τα αρχικά μου που είχα χαράξει μικρός σε έναν τοίχο», λέει.
Στο Μάννα μόνο η εξωτερική όψη του κτιρίου θυμίζει το παρελθόν, άλλωστε όλα έγιναν από την αρχή στο εσωτερικό, διατηρώντας υποχρεωτικά τα αρχικά σχέδια. Οι κορυφαίοι επαγγελματίες που ασχολήθηκαν με τον χώρο πήραν μόνο μία εντολή από τον Στρατή: να μη στρεσάρεται το μάτι μπαίνοντας ή βγαίνοντας, να έχει απόλυτη αρμονία με τη φύση δηλαδή, και τα υλικά να ωριμάζουν όμορφα με τα χρόνια. Έτσι προέκυψε μια πολυτέλεια εντελώς προσγειωμένη, συνδυασμένη με υψηλής ποιότητας παροχές, οι οποίες θεραπεύουν τις σύγχρονες «νόσους» των ανθρώπων της πόλης.
Όταν άνοιξε ο δρόμος
Η Στεμνίτσα απέκτησε το πρώτο της ξενοδοχείο το 1957. Ήταν το Τρικολόνιον, μια πέτρινη κατοικία του 1855, η οποία κατόπιν στέγασε το Γυμνάσιο Θηλέων και τη Γεωργική Σχολή. Ξενοδοχείο έγινε από τον Πατριωτικό Σύνδεσμο Τρικολόνων και τους ξενιτεμένους Στεμνιτσιώτες, για να καλύψει την ανάγκη διαμονής τους όταν έρχονταν τα καλοκαίρια στα πάτρια εδάφη για παραθερισμό.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1965, δημιουργήθηκε και το Ξενία Βυτίνας. Οι Αρκάδες της Αμερικής περνούσαν εκεί μερικές μέρες των διακοπών τους με περιπάτους στο δάσος, βόλτα στην πλατεία και επισκέψεις στα ζαχαροπλαστεία. Έπειτα κατέβαιναν για μερικές μέρες στη θάλασσα, στο Άστρος και στο Ναύπλιο. Αυτοί οι επισκέπτες αποτέλεσαν για καιρό ισχυρό κίνητρο για τη δημιουργία και τη λειτουργία μονάδων φιλοξενίας και χώρων εστίασης.
Τη δεκαετία του 1970, το πρόγραμμα του ΕΟΤ για τη διατήρηση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής έσωσε μερικά ακόμη κτίρια, όπως τον Πύργο Ξενιού και το Αρχοντικό Καζάκου στη Δημητσάνα, τα οποία αναστηλώθηκαν, ενώ τα Προεδρικά Διατάγματα των επόμενων δεκαετιών εξασφάλισαν τη διατήρηση των παραδοσιακών οικισμών, θέτοντας όρους δόμησης και αναπαλαίωσης.

Όταν ολοκληρώθηκε η Εθνική Οδός Αθήνας-Τρίπολης, το 1992, η περιοχή βρέθηκε ξαφνικά να απέχει μόλις δύο-δυόμισι ώρες από την Αθήνα. Το κοινωνικό στάτους της εποχής, το οποίο προωθούσε τις εκδρομές του Σαββατοκύριακου με πρωταγωνίστρια την Αράχωβα, συνέβαλε στην εδραίωση του χειμερινού τουρισμού, μετατρέποντας τα χωριά της ορεινής Γορτυνίας σε δημοφιλή προορισμό. Σε κοντινή απόσταση από το κλεινόν άστυ, ιδανική και για μονοήμερη εκδρομή, με πλούσια φύση, πέτρινα χωριά που διέσωζαν την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, για την οποία φρόντισαν οι Λαγκαδινοί μάστορες, σπουδαία μνημεία, όπως τα ιστορικά μοναστήρια στη χαράδρα του Λούσιου: Οι λόγοι ήταν αρκετοί για να εκτοξευθεί η δημοφιλία της περιοχής. Η Βυτίνα είχε ήδη βρει τη θέση της στο ταξιδιωτικό ραντάρ και γρήγορα ακολούθησε και η Δημητσάνα, χάρη και στο Μουσείο Υδροκίνησης του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, μοναδικό τότε για τα ελληνικά δεδομένα. Ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1997 και παραμένει το πιο δημοφιλές από τα υποδειγματικά μουσεία του ΠΙΟΠ και βασικός πόλος έλξης στη Γορτυνία.

Η ανάγκη για χώρους φιλοξενίας έκανε τους Αρκάδες να σηκώσουν μανίκια, διαβλέποντας στον τουρισμό το μέλλον τους. Επιδοτήσεις και οικογενειακά κεφάλαια επιστρατεύτηκαν. Έτσι, βρέθηκαν στη Δημητσάνα και η Θεονύμφη Κορακή με την Ειρήνη Σαραντάκη, χωρίς καταγωγή από εκεί, επινοικιάζοντας και δουλεύοντας τον ξενώνα Καζάκου, τον μοναδικό τότε ξενώνα της Δημητσάνας (ο Πύργος Ξενιού, ο οποίος σήμερα ρημάζει, λειτούργησε ελάχιστα). «Το 1999 που ήρθαμε εμείς, μας έλεγαν οι παππούδες: “Τι ήρθατε να κάνετε εδώ; Θα σας φάνε οι λύκοι”», μας λέει η Θεονύμφη. «Τα επόμενα χρόνια, όμως, η Δημητσάνα μεταμορφώθηκε. Αυξήθηκε πολύ η δουλειά και οι δουλειές, οπότε οι νέοι άρχισαν να επενδύουν στο χωριό. Οι επισκέπτες μέχρι σήμερα μόνο αυξάνονται». Το 2007 αγόρασαν το διπλανό αρχοντικό του 1850, το οποίο ήταν γκρεμισμένο. Το μετέτρεψαν στον όμορφο ξενώνα Θεονύμφη, όχι δίχως δυσκολίες. «Είχε γκρεμιστεί εντελώς, αλλά ο κανονισμός επιβάλλει να το ανοικοδομήσεις ακριβώς βάσει των παλιών σχεδίων. Σκέψου ότι δεν μας επέτρεψαν να κάνουμε περισσότερα ανοίγματα για φως ούτε και να κλείσουμε τη μία από τις δύο εισόδους, που είναι περιττή».

Τα χρόνια της κρίσης που ακολούθησαν, οδήγησαν πολλούς ξενώνες να βάλουν λουκέτο, αλλά οι νέες επιδοτήσεις ενίσχυσαν εκ νέου τον κλάδο. Ενδεικτικά, η Δημητσάνα των 300 κατοίκων αριθμεί σήμερα 1.000 κλίνες, όπως υπολογίζεται.

Επενδύοντας στον τουρισμό εμπειριών
Ένας άλλος πόλος έλξης δημιουργήθηκε το 2015: το Menalon Τrail, το πρώτο πιστοποιημένο μονοπάτι της Ελλάδας από την ERA, μήκους 75 χλμ., το οποίο συνδέει τα χωριά της περιοχής σε μια πολυήμερη περιπατητική διαδρομή. Στη Στεμνίτσα, όμως, από όπου ξεκινά το μονοπάτι, η Νένα Γκριντζιά είχε επιστρέψει στο χωριό της από τον Πειραιά και δούλευε ήδη τον ξενώνα Μπελλαίικο, με πεζοπόρους από όλο τον κόσμο και με τη λογική της σπιτικής φιλοξενίας. Μοναδικός ξενώνας του χωριού τότε, μαζί με το ξενοδοχείο Τρικολόνιον, το οποίο μόλις είχε επαναλειτουργήσει από την αλυσίδα Country Club, το Μπελλαίικο από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του, το 2006, έριξε το βάρος στην ανάδειξη του πεζοπορικού τουρισμού. «Σηματοδοτημένα μονοπάτια βέβαια δεν υπήρχαν, ούτε καν το κλασικό μονοπάτι στη χαράδρα του Λούσιου, αλλά, καθώς τα περπατάω από παιδί, έδινα οδηγίες και χάρτες στους πεζοπόρους», λέει η Νένα, η οποία δεν έζησε ποτέ στη λογική της εκδρομής του Σαββατοκύριακου, αλλά δούλευε όλο τον χρόνο και όλες τις μέρες με αυτό το κοινό. Οι ξένοι επισκέπτες βρήκαν στο κτίριο του 1650 –το οποίο κατοικήθηκε στη μακραίωνη ιστορία του από πολλές γενιές της οικογένειας Μπέλλα– το σπίτι στο βουνό που ονειρεύονταν, με τα υφαντά της γιαγιάς, το σπιτικό πρωινό και τη θέα στο αρκαδικό τοπίο.

Η Νένα συμμετείχε στην εθελοντική ομάδα που δημιούργησε το Menalon Trail και βλέπει με χαρά την περιοχή να μετατρέπεται σε αυτό που είχε και εκείνη ονειρευτεί και προωθήσει. Από τότε, όμως, ζητούσε από τους συντοπίτες της ποιοτικές παροχές υπηρεσιών, ανοιχτά μαγαζιά όλες τις μέρες, τοπικά προϊόντα κ.λπ. «Αυτό παραμένει πρόβλημα, γιατί, παρότι ο τουρισμός και οι ανάγκες αυξάνονται, οι κάτοικοι συνεχίζουν να μειώνονται και εγκαταλείπεται ο πρωτογενής και ο δευτερογενής τομέας», λέει. Γι’ αυτό κιόλας, σε γενικές γραμμές, οι ξενοδόχοι της περιοχής φροντίζουν από μόνοι τους για την ποιότητα, την αυτονομία και την αναβάθμιση των υπηρεσιών.

Η Νατάσσα Θεοχάρη και ο Γιώργος Τσιουρής στη Ζάτουνα, για παράδειγμα, δίνουν μεγάλη αξία στα γεύματα του Αρχοντικού Ανυφαντή. Φανατικοί foodies και οι δύο, μεγαλωμένοι σε παραδοσιακές ελληνικές οικογένειες που αγαπούσαν το φαγητό, προσφέρουν πριβέ γεύματα στους φιλοξενουμένους, από αγάπη για τη μαγειρική και τις πρώτες ύλες του τόπου. Προϊόντα της Πελοποννήσου, της Αρκαδίας και της Ζάτουνας στα πιάτα και στην κάβα και ευφάνταστοι συνδυασμοί προσφέρουν μια ιδιαίτερη γευστική εμπειρία, ενώ παράλληλα οι επισκέπτες μαθαίνουν τη γαστρονομική κουλτούρα της περιοχής, αφού η Νατάσσα έχει πολλές μνήμες από τα παιδικά της καλοκαίρια στο χωριό.

Ο κομψός ξενώνας τους δημιουργήθηκε το 2016, κατ’ εντολήν του Ζατουνίτη γιατρού Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, ο οποίος άφησε το κτίσμα στην κοινότητα ως κληροδότημα. Επί Τουρκοκρατίας, στο ισόγειό του φυλασσόταν το νίτρο με το οποίο τροφοδοτούνταν οι μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας. Το 1840 μετατράπηκε σε δίπατο αρχοντικό και στέγασε την οικία Ανυφαντή, εργαστήριο υφαντουργίας, βαφείο και πωλητήριο υφασμάτων. Και σήμερα που κάθεσαι στην ωραία πλατεία και το κοιτάς να ζει, στιβαρό και φροντισμένο, την τρίτη του ζωή, σκέφτεσαι πώς ο τουρισμός υπό προϋποθέσεις μπορεί να ευεργετήσει έναν τόπο.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 15ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Αρκαδία», Μάρτιος 2026.

