Μεταλλικές αλυσίδες σε απόκρημνους βράχους, που βοηθούν στην αναρρίχηση. Ξύλινες σκάλες στερεωμένες πάνω σε πέτρες που φλερτάρουν με το κενό. Εναέριες τροχαλίες, καρούλια δηλαδή, με τις οποίες οι μοναχοί μεταφέρουν τρόφιμα στα κελλιά τους. Φραγκοσυκιές, άγρια θαμνώδης βλάστηση και έδαφος που γλιστράει. Ακριβώς από κάτω, το απέραντο βαθύ μπλε του κόλπου του Αγίου Όρους. Ένα λάθος πιάσιμο στις αλυσίδες, ένα απρόσεκτο βήμα, και γκρεμίζεσαι στη θάλασσα. Αυτό είναι το άνυδρο και αφιλόξενο τοπίο στα Καρούλια, την απομονωμένη ασκητική περιοχή του Αγίου Όρους, στη νοτιοδυτική πλευρά της χερσονήσου. Υπάγονται διοικητικά στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας και πήραν το όνομά τους από τα καρούλια, που σύμφωνα με τις αγιορείτικες αφηγήσεις, εκτός από εφόδια και υλικά, ανέβαζαν κάποτε με δίχτυ και ανθρώπους.

Σήμερα, ασκητεύουν εδώ περίπου δέκα ερημίτες, τρεις εκ των οποίων είναι Έλληνες και οι υπόλοιποι Σέρβοι, Ρώσοι και Ρουμάνοι. Οι σπηλιές, που χρησιμοποιούσαν οι παλαιότεροι ασκητές, έχουν δώσει τη θέση τους σε αυτοσχέδια ησυχαστήρια και πρόχειρα καταλύματα από λαμαρίνα, πέτρα, τσιμέντο, ό,τι υλικά έχει στη διάθεσή του ο καθένας. Η αρχιτεκτονική του ελάχιστου.
Για να φτάσουμε στα Καρούλια, πήραμε το καραβάκι από τη Δάφνη με προορισμό τον αρσανά της Αγίας Άννας. Στη μικρή προβλήτα με τα γαλαζοπράσινα νερά και τα πετρόχτιστα κτίρια, επικρατούσε συνωστισμός. Γαϊδούρια που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ανθρώπων και εφοδίων στριμώχνονταν με φορτηγά, βυτιοφόρα και δεκάδες προσκυνητές. Ένας μοναχός κατέβαινε βιαστικός από τα πέτρινα σκαλοπάτια κουβαλώντας μια καμπάνα. Ξεμπλέξαμε από την «κίνηση» και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε. Ύστερα από μισή ώρα, μπόλικη βροχή (το μικροκλίμα της περιοχής είναι ιδιαίτερο και διαφορετικό από της υπόλοιπης χερσονήσου) και λαχάνιασμα, διασχίζοντας πυκνούς ελαιώνες και ένα μεικτό δάσος με καστανιές, βελανιδιές και άλλα πλατύφυλλα, είδαμε τα πρώτα κελλιά…
Διαβάστε τη συνέχεια του ρεπορτάζ στην ειδική έκδοση «Οι Τόποι μας – Άγιον Όρος», που κυκλοφορεί την Κυριακή 26 Ιουλίου με την «Καθημερινή».


