«Τα δάχτυλά του έμοιαζαν με μικροσκοπικά σφυριά, με τις άκρες να έχουν διπλάσιο πλάτος από τα δάχτυλα και τα νύχια να έχουν το μέγεθος και το σχήμα που έχουν τα πούλια – δάχτυλα τέλεια προσαρμοσμένα για ώρες πειραματισμού στα πλήκτρα», γράφει ο Μαρκ Τζ. Τ. Γκρίφιν σε ένα σημείο της «συμπληρωμένης και πλήρους» βιογραφίας του Vangelis, την οποία υπογράφει. Αυτή η φοβερή εικόνα είναι, αν μη τι άλλο, δηλωτική της αφοσίωσης του Έλληνα πρωτεργάτη των συνθεσάιζερ στην τέχνη του. Δεν είναι, όμως, εξίσου φοβερό το ότι, παρότι στη μελέτη αυτής της τέχνης ο 68χρονος σήμερα συγγραφέας αφιέρωσε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του, στέλνοντας σταθερά στον Vangelis τα κείμενα που έγραφε για εκείνον, ο ίδιος, εξίσου σταθερά, αρνιόταν να τα διαβάσει; Θα δούμε αργότερα γιατί συνέβαινε αυτό. Προς το παρόν, έχει ενδιαφέρον να μάθουμε πώς ξεκίνησε αυτή η εμμονή, που οδήγησε σε έναν τόμο εξακοσίων σελίδων.
Η πρώτη επαφή του Γκρίφιν με το μουσικό σύμπαν του Vangelis έγινε στην εφηβεία του, σε μια χίπικη μπουτίκ στη Βόρεια Ουαλία. Εκεί, από μια κασέτα έπαιζε το Heaven and Hell, ένα άλμπουμ που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1975. Κάτι έπαθε με αυτόν τον ήχο, που έμοιαζε να έρχεται από αλλού, και ενδιαφέρθηκε να μάθει ποιος ήταν ο δημιουργός του. Έπειτα, τον έψαξε κι άλλο. «Σε ένα από τα πρώτα του άλμπουμ, το Spiral [κυκλοφόρησε το 1977], υπάρχει ένα κομμάτι που λέγεται To the unknown man και αποτελεί ένα από τα αγαπημένα μου», θα μου πει εξηγώντας τον τίτλο Vangelis: Ο άγνωστος άνθρωπος, τον οποίο έδωσε στο βιβλίο που έγραψε για εκείνον. Έναν τίτλο δηλωτικό, την ίδια στιγμή, της θρυλικής τάσης για ιδιώτευση που χαρακτήριζε τον Vangelis, μια τάση που κάνει τη βιογραφία του, κατά διαστήματα, να διαβάζεται ως «σχολιασμένη εργογραφία».
Διαβάστε περισσότερα στο νέο τεύχος του Κ, που κυκλοφορεί την Κυριακή 19 Ιουλίου με την Καθημερινή.

