Πλαστικές καρέκλες, άφθονο κρασί και μπίρα, πιασμένα χέρια και υψηλά ντεσιμπέλ. Το πανηγύρι, συνώνυμο του ελληνικού καλοκαιριού, είναι ξανά κουλ. Οι παραδόσεις αναβιώνουν και από τα χωριά μας περνάνε στα κοινωνικά δίκτυα και στα ποστ των διακοπών. Τα υφαντά της γιαγιάς βγαίνουν από τις κασέλες και τα πατροπαράδοτα φυλαχτά γίνονται οπτική ταυτότητα πολιτιστικών διοργανώσεων. Όσο όμως το κοινό διευρύνεται, μαζί αυξάνονται και τα ερωτήματα. Είναι αυτή μια ουσιαστική στροφή στην παράδοση ή μία ακόμα πρόσκαιρη τάση; «Υπάρχει μέσα μας το αίσθημα της νοσταλγίας για κάτι που θεωρούμε ότι χάσαμε. Μια άλλη σημαντική παράμετρος σχετίζεται με τη θεαματική ή παιγνιώδη διάσταση της παράδοσης, ενώ υπάρχει και το στοιχείο της επιλογής. Από τη μία πλευρά η παράδοση ως άγνοια και από την άλλη ως ο πολιτικά ορθός τρόπος κατασκευής μιας τοπικής ή εθνικής κληρονομιάς», σχολιάζει η Μαριάνθη Καπλάνογλου, καθηγήτρια Λαογραφίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και διευθύντρια του Λαογραφικού Μουσείου και Αρχείου του Πανεπιστημίου, για τη γενικότερη αναβίωση των παραδόσεων.
Από τη Λευκάδα μέχρι τα Ανώγεια και την Αστυπάλαια, οι παραδόσεις πρωταγωνιστούν στα πολιτιστικά δρώμενα του θέρους, άλλοτε φανερά και άλλοτε όχι. «Η παράδοση είναι αποδεκτή ή γίνεται ακόμα και αντικείμενο θαυμασμού, μόνο εάν διαχωριστεί από τον “κακό” εαυτό της (το φολκλόρ ή λαϊκό), εάν “αναβαθμιστεί”, εάν ξαναβαφτιστεί και επαναπροσδιοριστεί ως εμπορικό και τουριστικό προϊόν», προσθέτει η κυρία Καπλάνογλου. «H ανάγκη για διαφύλαξη και έκθεση του παρελθόντος τροφοδοτεί, άλλωστε, τη δράση πολλών σύγχρονων κοινοτήτων. Ο λαϊκός πολιτισμός, όμως, θα συνεχίσει να ζει όπως και να ’χει», καταλήγει, και μια ματιά στα προγράμματα πέντε καλοκαιρινών φεστιβάλ της χώρας το επιβεβαιώνει. Η ελληνική περιφέρεια και οι παραδόσεις της συστήνονται ξανά, πέρα από το δημοτικό τραγούδι και τα πανηγύρια, αλλά και μαζί με αυτά.
Διαβάστε περισσότερα στο νέο τεύχος του Κ, που κυκλοφορεί την Κυριακή 28 Ιουνίου με την Καθημερινή.

