«Το πένθος για σένα δεν θα το φέρω μόνο για έναν χρόνο, αλλά έως ότου κρατήσει η δική μου ζωή, γυναίκα, μισώντας εκείνη που με γέννησε και εχθρευόμενος τον δικό μου πατέρα· διότι μόνο στα λόγια με αγαπούσαν, κι όχι στα έργα. Όμως εσύ, δίνοντάς μου ό,τι πιο πολύτιμο είχες ως αντάλλαγμα για τη δική μου ζωή, με έσωσες». Αν αυτά δεν ήταν τα λόγια που έβαλε ο Ευριπίδης στο στόμα του Άδμητου για να θρηνήσει τη γυναίκα του, Άλκηστη, στην ομώνυμη τραγωδία, αλλά ήταν μια σύγχρονη καθημερινή ιστορία, για έναν άνδρα που δέχτηκε να θυσιαστεί η σύζυγός του για να συνεχίσει εκείνος τη ζωή και την καριέρα του, το μόνο εύκολο θα ήταν να μιλήσεις για κροκοδείλια δάκρυα. Θα τον βόλευες σε ταμπέλες, θα τον αποκαλούσες εγωιστή, νάρκισσο, δειλό και υποκριτή. «Και εγώ πολύ εύκολα βάζω ταμπέλες σε ανθρώπους και καταστάσεις, αλλά σκέφτομαι: Μόνο ο Άδμητος είναι δειλός και παρτάκιας; Και εσύ που ποστάρεις “Μarch to Gaza” και μετά τρέχεις να πάρεις φρέντο σαν να μη συμβαίνει τίποτα, που θεωρείς ότι έκανες το χρέος σου, τι είσαι; Τι είμαστε;» υποστηρίζει ο Γιάννης Νιάρρος, που θα υποδυθεί τον ρόλο του βασιλιά των Φερών στην παραγωγή που θα παρουσιάσει το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.
«Δεν το λέω για να τον αθωώσω, απλώς νομίζω ότι είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης να πονάμε και να συνεχίζουμε». Σκέφτομαι όλες τις φορές που με έχει «ενοχλήσει» ο Γιάννης Νιάρρος στο θέατρο ή στην οθόνη –ο απαθής γιος της οικογένειας Γερακάρη στο Στέλλα κοιμήσου, που είχε σκηνοθετήσει ο Γιάννης Οικονομίδης πριν από κάποια χρόνια για το Εθνικό Θέατρο, ο πανούργος Ουτεσίτελνι από τους Παίκτες του Γκόγκολ, το παλιόπαιδο στον Απόστρατο του Μαυροειδή– και συμπεραίνω ότι δεν θα μπορούσε άλλος από τη γενιά του να ενσαρκώσει καλύτερα έναν τόσο αμφισβητούμενο, «ρευστό» χαρακτήρα.
«Δεν υπάρχουν εύκολα αμφισβητούμενοι χαρακτήρες στο θέατρο. Έτσι λειτουργούν οι άνθρωποι. Τη μία θέλουν να πάνε, την άλλη φοβούνται. Τη μία κοιτούν κάποιον στα μάτια, την άλλη αποφεύγουν να τον κοιτάξουν. Και, τελικά, αυτό αφήνει ένα αποτύπωμα που κάποιος μπορεί να το αμφισβητήσει, χωρίς όμως να ξέρει ακριβώς τι είναι ψέμα και τι αλήθεια», μου λέει διαφωνώντας μαζί μου. Και η αλήθεια είναι ότι η ουσία του διφυούς έργου του Ευριπίδη, όπως περιγράφεται στην ανακοίνωση του Εθνικού Θεάτρου, βρίσκεται στις αντικρουόμενες παρορμήσεις και συναισθήματα που κατευθύνουν τους ήρωες. Στην αγάπη και στην ενοχή, στη μεγαλοσύνη και στη μικρότητα, στην ηρωικότητα και στη δειλία. «Ο Άδμητος δεν είναι ένας καθαρός χαρακτήρας. Είναι γενναίος και μικρός μαζί, όπως όλοι μας».
Τελικά, η αγάπη χρειάζεται θυσίες;
«Μόνο θυσίες θέλει η αγάπη. Η αγάπη ως πράξη αποτελεί μια θυσία, γιατί το να αγαπάς σημαίνει –θα το πω γραφικά– να βάζεις τον εαυτό σου πιο κάτω από τον άλλον. Αυτό πραγματεύεται και το έργο, αλλά μέσα σε ένα πλαίσιο πολύ διαφορετικό από το σημερινό. Δεν μιλάμε απλώς για ένα ζευγάρι όπου η γυναίκα θυσιάζεται για τον άνδρα. Μιλάμε για έναν βασιλιά και για ένα κράτος. Οι θεοί έχουν καταραστεί τον Άδμητο να πεθάνει και ο Απόλλωνας τού δίνει μια “χρυσή λύση”: αν βρεθεί κάποιος άλλος να πάρει τη θέση του, εκείνος θα σωθεί. Ο Άδμητος ζητά από όλους να πάρουν τη θέση του, ακόμη και από τους γονείς του, και τελικά μόνο η γυναίκα του δέχεται. Οπότε είναι μια πολύ πιο περίπλοκη κατάσταση. Και αυτό που είναι μαγικό στο έργο, ακόμα και σήμερα, είναι το ότι παραμένει βαθιά αμφίσημο. Είναι από τα λίγα έργα της αρχαίας γραμματείας που δεν ξέρουμε πού κατατάσσεται. Δεν είναι ακριβώς τραγωδία, δεν είναι σατυρικό δράμα, είναι κάτι ενδιάμεσο. Επίσης, υπάρχει μια καλώς εννοούμενη απλότητα στο υλικό του. Μεταχειρίζεται, δηλαδή, τα πιο ανθρώπινα θέματα: την αγάπη, τον φόβο, την ενοχή, την απραξία. Έναν άνθρωπο που, επειδή δεν πράττει, καταλήγει να γίνεται ένοχος· και όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε μια κοινωνία που παρακμάζει. Ακόμα και οι θεοί παρουσιάζονται μικροπρεπείς, σαν να λειτουργούν με ανταλλάγματα. Είναι “ανθρώπινοι” θεοί. Γι’ αυτό νομίζω ότι με συγκινεί τόσο πολύ, όλα είναι στα δικά μας μέτρα».
Διαβάστε περισσότερα στο νέο τεύχος του Κ, που κυκλοφορεί την Κυριακή 31 Μαΐου με την Καθημερινή.

