Ελληνική λογοτεχνία: Οσα ξεχωρίσαμε τους τελευταίους μήνες

Ελληνική λογοτεχνία: Οσα ξεχωρίσαμε τους τελευταίους μήνες

Μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα

ελληνική-λογοτεχνία-οσα-ξεχωρίσαμε-τ-564357640 (Εικονογράφηση: Φίλιππος Αβραμίδης)
(Εικονογράφηση: Φίλιππος Αβραμίδης)
Φόρτωση Text-to-Speech...

Κάποιος έπρεπε να γράψει κάποια στιγμή για τη μυθική κληρονομιά του «Σωτηρία». Το έκανε, τελικά, ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης. Το Νοσοκομείο Σωτηρία (εκδ. Κίχλη) είναι ένα αποσπασματικό αφήγημα, άθροισμα σκέψεων, γραμμάτων, τεκμηρίων, με την προσωπική ιστορία του ήρωα να διαπλέκεται με την ιστορία της χώρας και την ιστορία του νοσοκομείου. Άψογη οργάνωση, εξαιρετική γλώσσα, πολύ συγκινητικό. –Α.Δ.  

Τι μας θυμίζει ο πρωταγωνιστής Αλέξανδρος Καπάνταης; Τον κλασικό αετονύχη, δικτυωμένο, κάλπη συμπατριώτη μας, που τις εποχές των παχιών αγελάδων έλυνε και έδενε προς ίδιον όφελος. Ο εν λόγω είναι ποιητής, συγγραφέας και κρατικός λειτουργός. Η ειρωνεία του Αλέξανδρου Κοτζιά στη Φανταστική ιστορία (εκδ. Πατάκη) είναι δηκτική και ανελέητη. Σαν να θέλει (δικαίως) να δούμε όλοι τους εαυτούς μας στον καθρέφτη. Μια πράξη αναγνωστικής αυτογνωσίας. –Δ.Μ.

«Όταν τελείωναν οι ιστορίες, ήταν δίπλα μας εκείνα τα σώματα που είχαν πεθάνει». Κατοχή, δικτατορία, εξορία και μια βεντέτα που διατρέχει τρεις γενιές. Ο Γιώργος Παπαδάκης γράφει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία ενηλικίωσης, Η γραφή των κυμάτων (εκδ. Εστία), με υλικά από την ελληνική ιστορία και τη θάλασσα. Οι πρώτοι έρωτες, οι απώλειες και οι μνήμες φεύγουν μαζί με τα κύματα του νησιού, όπου διαδραματίζεται και η ιστορία του βιβλίου. –Κ.Σ.

Το ελληνικό τοπίο, η Αθήνα, οι θάλασσες, ίντερνετ, θλίψη, χιούμορ, σεξ, απωθημένα και εμμονές, μνήμες, παραλογισμοί, άνδρες που απογοητεύουν και απογοητεύονται, καταστρέφουν και καταστρέφονται, όμοιοι κι ανόμοιοι, ήρωες των εξαιρετικών διηγημάτων της συλλογής Τοξική αρρενωπότητα (εκδ. Καστανιώτη) του Νίκου Α. Μάντη. –Α.Δ. 

Ο Γιώργος είναι πια συμβολαιογράφος κι έχει ένα πολύ μεγάλο δεξί χέρι, γιατί χρόνια τώρα υπογράφει μόνο με αυτό. Αλλά κάποτε ήταν παιδί και η ζωή του ήταν πολύ διαφορετική. Ο Ευθύμης Φιλίππου ξέρει πολύ καλά να μπλέκει τις λέξεις, να τις ανασυντάσσει, να τους δίνει εκ νέου νόημα, και η νέα του νουβέλα, Καρδιά, Γ. (εκδ. Δώμα), δεν αποτελεί εξαίρεση. Τρία κεφάλαια, τέσσερις άνδρες, υποδόρια βία και πολύ χιούμορ συνθέτουν, τελικά, την καρδιά του Γιώργου. –Κ.Σ.

Είναι σπαρακτική η μοναξιά που απλώνεται στις σελίδες της Καγκελόπορτας του Αντρέα Φραγκιά (1921-2002), του δεύτερου μυθιστορήματός του μετά τον Λοιμό, που επανεμφανίζεται από τις εκδόσεις Ποταμός, δίνοντας μια ευκαιρία στους νεότερους να γνωρίσουν το έργο ενός σημαντικού ανθρώπου των ελληνικών γραμμάτων. Εν προκειμένω, το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1962 και αφορά τον αμέσως προηγούμενο καιρό, τα μεταπολεμικά και μετεμφυλιακά χρόνια, όπου στις φτωχογειτονιές της Αθήνας πλανώνταν ο φόβος, η ήττα, η απορία. –Α.Δ. 

Η Ρένα Λούνα γράφει ένα μυθιστόρημα, το Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα (εκδ. Ίκαρος), στο σύνθετο πλέγμα του οποίου χωράνε πολλά: ο έρωτας μιας φοιτήτριας μ’ έναν παντρεμένο καθηγητή δημιουργικής γραφής (στον οποίο γράφει τις επιστολές της), η παριζιάνικη ζωή, οι γνωριμίες, οι ευρείες λογοτεχνικές συντεταγμένες του σύμπαντός της. Πολύ γοητευτικός ο τρόπος που αποδίδει τον εσωτερικό κόσμο και υφαίνει τον ψυχισμό της ηρωίδας. –Γ.Ψ. 

Από τη μεγάλη οθόνη στις σελίδες του βιβλίου, Το πάρτι γενεθλίων (εκδ. Ελληνικά Γράμματα) του Πάνου Καρνέζη παραμένει –δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη του έκδοσή του– ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα. Με πρωταγωνιστή έναν ελληνικής καταγωγής μεγιστάνα που φέρνει στον Αριστοτέλη Ωνάση, ο Καρνέζης βουτά σ’ έναν κόσμο που καταρρέει εκ των έσω. Ένα σχόλιο πάνω στον καπιταλισμό και στην εξουσία, με μια αφήγηση που κυλάει πιο γρήγορα και από τη μουσική υπόκρουση του πάρτι. –Κ.Σ.

Με το τέχνασμα μιας ιατρικής επίσκεψης και μια αφήγηση πλούσια σε γεγονότα, η Νεκταρία Αναστασιάδου μάς μεταφέρει στη Μερσίνα της Κιλικίας, το 1905. Στο τρίτο της μυθιστόρημα, Σάπια λεμόνια (εκδ. Στερέωμα), η συγγραφέας καταπιάνεται, ακόμη μία φορά, με τη ζωή των Μικρασιατών πριν από την Καταστροφή, χαρτογραφώντας τη σταδιακή δύση της καθημερινότητάς τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η γλώσσα του αφηγητή, γεμάτη ιδιωματισμούς, που απηχεί παλαιότερες εποχές. –Κ.Σ.

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης μοχλεύει στο Τραγούδι των κληρονόμων (εκδ. Πόλις) τις ζωές των ηρώων του με την ύλη των μεγάλων γεγονότων των τελευταίων δεκαετιών. Αποδίδει έτσι, με έξυπνο λόγο, τον ψυχισμό μιας γενιάς που, παρασυρμένη από τη δίνη της σύγχρονης ιστορίας, κολύμπησε αγκαλιά με ιδέες σε αχαρτογράφητα νερά. Μας συστήνει κόσμους (ευεξίας, οικογενειακούς, επαγγελματικούς, εργασιακούς, εξουσίας) που «καμιά φορά διασταυρώνονται, αλλά την απόσταση που τους χωρίζει δεν μπορεί ποτέ κανείς να τη διανύσει». –Γ.Ψ.

Αν ρίξετε μια ματιά στις κυκλοφορίες των τελευταίων ετών, θα διαπιστώσετε πως το autofiction –ή, κατά τα ελληνικά, η αυτομυθοπλασία– αποτελεί ίσως την κυριότερη τάση. Σε αυτό το κύμα προστίθεται τώρα και ο Χρήστος Χωμενίδης με το Δεκατρία (εκδ. Πατάκη), γράφοντας για τα πρώτα δεκατρία χρόνια της ζωής του. Οι μνήμες του συναντούν εδώ την ιστορία μιας παλλόμενης Ελλάδας (1966-1979) και το αποτέλεσμα είναι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, γεμάτο χιούμορ και έξυπνα σχήματα. –Κ.Σ.

Όσοι απολαμβάνουν το παιχνίδι της μνήμης, την εισχώρηση του ανθρώπινου βίου στις χαραμάδες της Ιστορίας, τότε σίγουρα θα βρουν ενδιαφέρον το μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη (εκδ. Καστανιώτης). Καθώς η Μαρία Σπάρταλη, μία από τις σημαντικότερες μορφές της Αδελφότητας των Προραφαηλιτών ζωγράφων, ξαναθυμάται τη ζωή της πριν πεθάνει, ο αναγνώστης επιβιβάζεται σ’ ένα ταξίδι στο παρελθόν. Η Bικτωριανή περίοδος και η Mπελ Επόκ, ο πουριτανικός κόσμος της Νέας Αγγλίας, ο παροικιακός ελληνισμός της Βρετανίας, η Ιταλία και η Ελλάδα του 19ου αιώνα ζωντανεύουν μαζί με γεγονότα, όπως η Κρητική Επανάσταση και οι αγώνες των βαλκανικών λαών. –Γ.Ψ. 

Έτσι τελειώνει ο κόσμος (εκδ. Πατάκη), μας προειδοποιεί η Λένα Διβάνη στο νέο μυθιστόρημά της. Με πρωταγωνιστές της τον Άλκη και τον Στράτο, δύο αγόρια που εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, αλλά συναντιούνται στα μισά για να γίνουν φίλοι και τελικά εχθροί, η συγγραφέας μάς παραδίδει ένα βιβλίο για τον ξεπεσμό της ελληνικής κοινωνίας, με έντονο πολιτικό σχόλιο και μια αφήγηση που θυμίζει Σάλι Ρούνεϊ. –Κ.Σ.

Αν δεν υπήρχε η Σίλβια Μπιτς, θα έπρεπε να την είχαμε εφεύρει. Ανάμεσα στους τόσους εμιγκρέδες που έκαναν το Παρίσι του Μεσοπολέμου δική τους πατρίδα, βρέθηκε και η εν λόγω Αμερικανίδα, η οποία δημιούργησε το φημισμένο βιβλιοπωλείο Shakespeare and Company κι εξέδωσε τον Οδυσσέα του Τζόις, όταν όλοι τον απέρριπταν. Ο Βλάσσης Τσίρος γράφει στο Αριστερά του Σηκουάνα (εκδ. Ποταμός) το χρονικό των καιρών, αλλά και μια ελεύθερη βιογραφία της Μπιτς. Ένα υβριδικό βιβλίο άκρως ενδιαφέρον. –Δ.Μ.

Έναν μακρινό κόσμο και την ίδια στιγμή οικείο, στα δωμάτια του οποίου η μοναξιά κάνει κρότο, μας συστήνει το Υπουργείο Μοναξιάς (εκδ. Καστανιώτη) της Έλενας Καρακούλη. Η κεντρική ιδέα είναι δυνατή. Αν και «συνδεδεμένοι» με πολλούς τρόπους, οι άνθρωποι μοιάζουν πιο μόνοι από ποτέ, μέχρι που το κράτος ιδρύει το Υπουργείο Μοναξιάς, μια υπηρεσία με επαγγελματίες εκπαιδευμένους να ακούν τις ιστορίες μοναχικών ανθρώπων. Όταν, όμως, ο κύριος Κ. αυτοκτονεί, η φήμη του υπουργείου κλονίζεται. Αν σας αρέσουν οι δυστοπίες, θα το ευχαριστηθείτε. –Γ.Ψ.

Αγωνιστής ο ίδιος, ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος παλεύει με τη γλώσσα και τα γεγονότα του Εμφυλίου, μεταφέροντας έτσι τον αναγνώστη στο πεδίο της μάχης. Η συλλογή διηγημάτων του, Αρματωμένα χρόνια (εκδ. Τόπος), που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1954 (εκδ. ΠΛΕ), αποτελεί σήμερα ένα εξαιρετικό δείγμα της γραφής του αλλά κι ένα χρονικό της ταραγμένης Ελλάδας. –Κ.Σ.

«Σήμερα και πάλι δεν μπορώ να διαλέξω αν θέλω να πιω τσάι ή χυμό κι όταν παραγγέλνω και τα δύο, όπως μου είχες κάποτε προτείνει, νιώθω ανίκανη να ευχαριστηθώ κάτι ταυτόχρονα μαζί με κάτι άλλο, το τσάι κρυώνει, ο χυμός ζεσταίνεται, δεν πρόκειται ποτέ να προλάβω να ζήσω». Αυτό είναι ένα απόσπασμα από μία από τις πολλές επιστολές που απευθύνει η Άνια Βουλούδη στον Στέφανο στην Κατεδάφιση (εκδ. Αντίποδες). Μέσα από τις επιστολές, η συγγραφέας μετράει τη ζωή. Τι της ανήκει, από πού πέρασε και πού βρίσκεται τώρα. Τίποτα δεν είναι σημαντικό και όλα είναι σημαντικά. –Ι.Χ. 

Καίτοι γεννημένος στη Βιρτζίνια, ο Κινγκ κουβαλάει ελληνική ψυχή. Μετά το Ηπειρώτικο μοιρολόι, αυτή τη φορά μάς μεταφέρει στο Άμα είναι να καεί (εκδ. Δώμα), μια ιστορία των αρχών του 20ού αιώνα στο χωριό Επιφάνεια, κοντά στα Γρεβενά. Η οικογένεια του Χαραλάμπη στιγματίζεται από απώλειες, ενώ ο βενιαμίν, Λάζαρος, αν και χωλός, αναλαμβάνει ένα θεϊκό έργο: να μεταφέρει τα λόγια του Θεού στους ανθρώπους. –Δ.Μ.

Ελληνική λογοτεχνία: Οσα ξεχωρίσαμε τους τελευταίους μήνες-1

Με ένα πολύ ενδιαφέρον ντεμπούτο, το Σατόρ (εκδ. Σμίλη), μας συστήνεται η Στεφανία Κερκή και γι’ αυτό εμείς της απευθύναμε μερικές ερωτήσεις.

Τι θα πει «Σατόρ»;

Το ’82-’83, στη θέση της μετέπειτα Ίντριγκας (Εξάρχεια) είχε ανοίξει ένα piano bar με αυτό το όνομα. Η λέξη παραπέμπει και στο μαγικό τετράγωνο sator, γιατί το ίδιο το κείμενο είναι κύβος, μια πλευρά της κάθε ιστορίας μπορεί να συναντήσει μια πλευρά της επόμενης – και είναι το πρώτο μου βιβλίο, μια πρώτη σπορά ιστοριών («sator» στα λατινικά σημαίνει «σπορέας»).

«Η πόλη κείτεται, άδειο κέλυφος, κι εμείς, αλιείς μαργαριταριών, απελπισμένοι και ξένοι, διασχίζουμε τις μολυβένιες αρτηρίες της με ξενυχτισμένα μάτια». Δίνει η Αθήνα τόσο ποιητικές εικόνες ή μήπως έτσι ξεφεύγουμε από τη δική της πραγματικότητα; 

Η Αθήνα υποφέρει από ασχήμια εδώ και χρόνια. Αυτό της επιτρέπει να γίνεται καθρέφτης της αισθηματικής αγωγής του καθενός, ακριβώς γιατί η ίδια έχει ένα είδωλο κατακερματισμένο. Δεν επιχειρώ να φετιχοποιήσω την ασχήμια της, λέω απλώς ότι η επινόηση/προβολή της ομορφιάς εκεί που δεν υπάρχει, δεν μου φαίνεται τόσο σαν διαφυγή όσο σαν δήλωση, σαν παρουσία.

Υπάρχουν εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στους ερωτευμένους και στους απελπισμένους οικονομικά; 

Ασφαλώς. Και οι δύο είναι θύματα μιας οικονομίας της απελπισίας. Για πολλούς Μillennials, αυτή η συγγένεια χαρακτήρισε τη δεκαετία των 20-30 χρόνων τους.

Ποιο βιβλίο/βιβλία διαβάζετε αυτόν τον καιρό;

Τον Κωνσταντίνο (εκδ. Γεννήτρια) του Παναγιώτη Ευαγγελίδη και τις Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους (εκδ. Κέλευθος) της Κλαρίσα Πίνκολα Εστές. -Γ.Ρ.

Το καινούργιο βιβλίο του Γιώργου Μητά λέγεται Πλανήτες, ύδατα και νήσοι (εκδ. Στερέωμα) και του ζητήσαμε να μας πει δυο λόγια για το ιδιαίτερο ταξίδι που προτείνει.

Στο τελευταίο σας βιβλίο προτείνετε ένα ταξίδι από τον Άρη έως τις δυτικές Κυκλάδες. Πώς θα το περιγράφατε;

Πρόκειται για μια συλλογή μικρών σε έκταση ιστοριών, που μοιράζονται σε τρεις αυτόνομες ενότητες («Εννιά μπονζάι για τον Άρη», «Υδάτινοι έρωτες», «Τα μυστήρια της νήσου»), με κοινά χαρακτηριστικά τη μεγάλη πύκνωση της γραφής, τον καθαρά αφηγηματικό  χαρακτήρα αλλά και το μυθοπλαστικό παιχνίδι (κάθε ενότητα αποδίδεται σ’ έναν διαφορετικό, φανταστικό συγγραφέα). Παράλληλα, έχει μια θεματική που αφουγκράζεται το πέρασμα του χρόνου (κοιτώντας προς τα πίσω αλλά και προς τα εμπρός), τη δύναμη της δημιουργικής φαντασίας, τη βιοφιλία, την επιθυμία και τον έρωτα αλλά και το μυστήριο του τέλους, αντλώντας από τη γοητεία του απροσδόκητου, του αινιγματικού και του παράδοξου – δεν είναι τυχαίες οι αναφορές στις σελίδες της στον Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς, στον Φον Σαμίσο και στον Έντγκαρ Άλαν Πόε!

Τα τελευταία χρόνια, βιβλία με μικρά κείμενα αρχίζουν να κερδίζουν τους Έλληνες αναγνώστες. Υπάρχει εξήγηση;

Η παράδοση στο διήγημα είναι στέρεη και μακρά στην ελληνική πεζογραφία. Πρόσθετοι συγγενείς λόγοι, για τους οποίους (ίσως) τα μικρά κείμενα κερδίζουν σήμερα περισσότερους αναγνώστες,  είναι ο ολοένα και λιγότερος χρόνος που αφιερώνουμε στο διάβασμα της λογοτεχνίας, η αδυναμία συγκέντρωσης, η κατάτμηση της νοητικής προσπάθειας και ο θραυσματικός τρόπος πρόσληψης της πραγματικότητας στον σημερινό –καταιγιστικό σε εικόνες και πληροφορίες– κόσμο.

Ποιο βιβλίο θα προτείνατε να διαβάσουμε αυτό το καλοκαίρι;

Τον Μικρό κύριο Φρίντεμαν του Τόμας Μαν, που κυκλοφόρησε φέτος ως αυτόνομο έργο, σε μετάφραση Γιώργου Δεπάστα, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Μια τρομακτικής γοητείας νεανική νουβέλα του μεγάλου συγγραφέα, η οποία αποτέλεσε έναν από τους πρώτους σταθμούς στη συγγραφική πορεία του. –Δ.Μ.

Σταθερά αγαπητός, ο Άκης Παπαντώνης μάς απασχολεί, ακόμη μία φορά, με το νέο του βιβλίο, Στα θερμοκήπια του Αυγούστου (εκδ. Κίχλη), γι’ αυτό και του στείλαμε ένα email.

Ποια στοιχεία ενώνουν τις 26 ιστορίες του νέου βιβλίου σας; 

Τις 26 ιστορίες της νέας μου συλλογής συνδέουν τρία κύρια νήματα. Πρώτον, η αναψηλάφηση των συναισθηματικών (και ερωτικών) δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, από την εφηβεία έως και τη δύση της ζωής. Δεύτερον, το κοινό φόντο του ράθυμου, αποπνικτικού, αλλά συχνά ανέμελου ελληνικού καλοκαιριού. Και τρίτον, η μάλλον επαναλαμβανόμενη αναρώτηση, που διαπερνά όλα μου τα βιβλία έως τώρα: τι είναι αυτό που κραυγάζουμε όταν επιλέγουμε να σιωπήσουμε (ειδικά όταν πρόκειται για τον έρωτα);

Βλέπετε κάποιες ευδιάκριτες τάσεις στην ελληνική λογοτεχνία τα τελευταία χρόνια; 

Το ελληνικό λογοτεχνικό τοπίο (ευτυχώς) ήταν, είναι και ελπίζω να παραμείνει πολύτροπο. Βλέπω πως αναπόφευκτα ακολουθούμε, με μια μικρή καθυστέρηση, τάσεις που είναι πλέον μέινστριμ στην ξενόγλωσση λογοτεχνία. Χαίρομαι, όμως, όταν διαβάζω ελληνικά βιβλία, τα οποία είτε μπολιάζουν αυτές τις επιρροές με κάποιο προφανές «ελληνικό» στοιχείο είτε έχουν ξεκάθαρη ρίζα στην πρότερη (και σημαντική) ελληνική παραγωγή. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, βγαίνουν βιβλία άξια ανάγνωσης – ας τα αναζητήσουμε.

Ποιο βιβλίο θα προτείνατε για το καλοκαίρι; 

Θα πρότεινα αφενός το σπαρακτικό Είκοσι του Παντελή Μπουκάλα (εκδ. Άγρα), μια ελεγεία για την απώλεια, το βάσανο αλλά και την παραμυθία της μνήμης, αφετέρου την υπέροχα λοξή συλλογή ιστοριών Το καλό μες στο κακό της Σαμάντα Σβέμπλιν (εκδ. Πατάκη), όπου οι πρωταγωνιστές των έξι ιστοριών μένουν μετέωροι ερχόμενοι αντιμέτωποι με καταστάσεις μεταιχμιακές. –Δ.Μ.

Η Ματίνα Αποστόλου είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση, είτε μιλάμε για το Instagram της είτε για τα βιβλία της. Οι Ρίζες (εκδ. Ίκαρος), το δεύτερο μυθιστόρημά της, μας άρεσαν πολύ και παρακάτω ακολουθούν όσα μοιράστηκε μαζί μας. 

Υπάρχει κάποιο δικό σας κομμάτι που εκτίθεται στις Ρίζες, έστω και συγκαλυμμένα;

Δεν υπάρχει καμιά συγκάλυψη, οι Ρίζες μου, αν και δεν είναι αυτοβιογραφικές, εμπεριέχουν τις σκέψεις, τις φοβίες, τις αγωνίες, όσα με απασχολούν σε αυτή τη φάση της ζωής μου. Κομμάτια μου υπάρχουν σε όλες τις ηρωίδες του βιβλίου, βρίσκομαι ανάμεσα στις γραμμές, εκτίθεμαι, εμπλέκομαι, και είναι ολοφάνερο.

Πόσο αλλάζει το εκδοτικό τοπίο με τις γυναικείες φωνές που αγκαλιάζουν το μεγάλο κοινό; 

Μια σκέψη που κάνω συχνά είναι πόσο τυχερή νιώθω που εκδίδονται βιβλία μου τώρα και που ξεκίνησα να γράφω μετά τα 40. Το #ΜeΤoo και οι συζητήσεις που προκάλεσε, ο τρόπος με τον οποίο τοποθετούμαστε δημοσίως για θέματα ταμπού, άλλαξαν ακόμα και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το φύλο μας – ειδικά για εμάς που μεγαλώσαμε στα ’90ς και νωρίτερα. Αυτή η συνειδητοποίηση αποτυπώνεται και λογοτεχνικά. Έχουν εμφανιστεί εξαιρετικές σύγχρονες γυναικείες φωνές με ηρωίδες σάρκινες, δυναμικές, πολυδιάστατες, με αντιφάσεις, αδυναμίες και βάθος κι έχει φοβερό ενδιαφέρον – για όσους ενδιαφέρονται φυσικά και γι’ αυτή την οπτική των πραγμάτων, την οπτική του άλλου μισού του κόσμου, όπως λέει και η Ζανιτέρ.

Ποιο βιβλίο θα προτείνατε για το καλοκαίρι;

Το καλοκαίρι είναι εποχή νοσταλγίας και τρυφερότητας, πάντα θα προτείνω Το κρασί του θέρους (εκδ. Άγρα), του Ρέι Μπράντμπερι, το βιβλίο-εξύμνηση στον θάνατο και στη ζωή, στο σκοτάδι και στο φως, στο συμπυκνωμένο απόσταγμα της ζωής των κατοίκων του μαγικού Green Town, που χώρεσε σ’ ένα καλοκαίρι. Κάθε φορά με συγκινεί από τις πρώτες κιόλας σελίδες, με την πιο προσωπική και τρυφερή εισαγωγή βιβλίου που έχω διαβάσει. –Δ.Μ.

Για την Κατερίνα Ηλιοπούλου, όλοι μας είμαστε τελικά συγγραφείς. Αυτά και άλλα πολλά μάς είπε με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου, Παραντί (εκδ. Εστία). 

Πώς θα περιγράφατε το Παραντί με μία πρόταση;

Είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα πολλών φωνών, που διαχειρίζεται την ιδέα της ανεστιότητας, είτε πρόκειται για κυριολεκτικό ξερίζωμα από τον τόπο καταγωγής είτε για υπαρξιακό ίλιγγο, που προετοιμάζει τη μετατόπιση σε άλλο σημείο της βιογραφίας του καθενός μας. 

Οι δυσκολίες της γραφής και η έννοια του αρχείου πλαισιώνουν σε μεγάλο βαθμό την αφήγηση. Γιατί αυτό;

Γιατί όλοι μας είμαστε, τελικά, συγγραφείς της ίδιας της ζωής μας και γιατί μέσα από την περιπέτεια της αφήγησης αναγνωρίζουμε την αξία της ύπαρξης του κάθε ανθρώπου. Υπάρχει μια έμφυτη ανθρώπινη ανάγκη για ίχνη, για τη διατήρηση της μνήμης. Ειδικά σε σχέση με την αναπόφευκτη απώλεια, η τέχνη χρησιμοποιεί την έννοια του αρχείου ανατρεπτικά και δημιουργικά. 

Για εσάς, ποια ήταν αυτή η ανάγκη;

Συνήθως τα βιβλία μου γεννιούνται από ένα επείγον ερώτημα, που με παρακινεί. Εδώ, ίσως, ήταν το πώς σωζόμαστε αλλά και αναγνωρίζουμε τον άλλο μέσα από την αφήγηση. Είμαι, όπως πολλοί συγγραφείς, συλλέκτρια στιγμών και ιστοριών, φαντασμάτων και επινοήσεων, που βρίσκουν τον τρόπο να συγκατοικήσουν μέσα στο βιβλίο. 

Τέλος, διαβάσατε κάτι τους τελευταίους μήνες που σας εντυπωσίασε;

Το Αναγνωρίζοντας τον ξένο / Για την Παλαιστίνη και την αφήγηση της Isabella Hammad (εκδ. San Casciano, 2026). Η λογοτεχνία δεν σταματά να με εντυπωσιάζει. –Κ.Σ.

Ο Ορέστης Φιωτάκης στο πρώτο του μυθιστόρημα, Άλογα (εκδ. Πατάκη), γράφει για έναν αναξιόπιστο αφηγητή. Όμως εμείς τον θεωρήσαμε αρκετά αξιόπιστο, ώστε να μοιραστεί μαζί μας μερικές σκέψεις. 

Πώς θα περιγράφατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν το έχει διαβάσει;

Θα έλεγα πως είναι μια ιστορία για την υπερβολή που προκύπτει κατά την ενηλικίωση, για την κλειστοφοβία της επαρχίας και την ασάφεια των σχέσεων. Θα κατέληγα στο ότι δεν είναι τίποτε απ’ όλα αυτά και πως στην πραγματικότητα είναι μια μη αξιόπιστη ιστορία ενηλικίωσης.

Σε σημεία μοιάζει πολύ προσωπικό. Υπάρχει κάποια ιστορία που σας οδήγησε στη συγγραφή του;

Δουλεύω πάντα πάνω σε πράγματα που με αφορούν, χωρίς όμως να γράφω αυτοβιογραφικά. Μου αρέσει να μιλάω μέσα από χαρακτήρες, που μπορεί και να μην έχουν σχέση μ’ εμένα. Όμως, πάντα υπάρχει μια πραγματική βάση, κι εδώ αφορμή ήταν μερικές παρατηρήσεις από ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη.

Θα το χαρακτηρίζατε ένα κουίρ μυθιστόρημα ή μια ιστορία γύρω από τις καταχρήσεις;

Πρόκειται για την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που ζούμε και αυτό που εν τέλει αφηγούμαστε. Οι μη αξιόπιστοι αφηγητές δεν είναι μόνο λογοτεχνική τεχνική. Προκύπτουν από τη δική μας καθημερινή αδυναμία να δώσουμε μια αντικειμενική αφήγηση. Όμως, ελπίζω όποιος το διαβάσει να έχει και κάτι άλλο να προτείνει.

Τι θα διαβάσετε το καλοκαίρι;

Τον Ιούνιο είναι άτυπη παράδοση να ξαναδιαβάζω, λίγο ή πολύ, τα Κύματα (εκδ. Συρτάρι) της Βιρτζίνια Γουλφ. Τον Ιούλιο θέλω να τελειώσω τα Παιδικά χρόνια (εκδ. Βασδέκης) της Ναταλί Σαρότ και τον Αύγουστο θα ήθελα να διαβάσω το πρώτο βιβλίο της Μαριάνα Ενρίκεζ, Bajar es lo peor [σ.σ. αμετάφραστο στα ελληνικά]. Τώρα συνειδητοποιώ πως θα έπρεπε να βάλω στη λίστα μου και κάτι λίγο πιο καλοκαιρινό. -Κ.Σ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT