«Κι εσείς για Αστυπάλαια;», ακούω να ρωτάει μια φωνή στο βάθος. Η ερώτηση επαναλαμβάνεται πιο συχνά και από τις ανακοινώσεις της καντίνας. Είναι αρχές Ιουλίου, το κατάστρωμα όμως είναι γεμάτο δινοντας αίσθηση Αυγούστου. Έχουμε ακόμη 12 ώρες μπροστά μας και αρκετά μποφόρ. Στο διπλανό τραπέζι μια παρέα κοιτάει τα stories από τη χθεσινοβραδινή συναυλία της Μαρίνας Σάττι στο Tsoula Festival. Ένα «κρίμα που δεν την προλάβαμε» και ένα «ας δούμε το πρόγραμμα των επόμενων ημερών», ορίζουν τώρα τη συζήτησή τους. Λίστες με παραλίες και μαγαζιά, tips που τους έδωσε κάποιος ντόπιος, και πληροφορίες που συγκέντρωσαν από τα social media μπλέκονται με τις τυρόπιτες και τον φραπέ πάνω στο τραπέζι. Από τις κουβέντες που ανταλλάσσονται στα γύρω τραπέζια καταλαβαίνω πως χονδρικά χωριζόμαστε σε δύο ομάδες: σε εκείνους που έρχονται πρώτη φορά στο νησί λόγω του φεστιβάλ και σε εκείνους που επιστρέφουμε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά.

Η ιστορία του Tsoula Festival είναι εν πολλοίς γνωστή. Η ιδέα γεννήθηκε το καλοκαίρι του 2024 όταν τρεις φίλοι έφτασαν στην Αστυπάλαια για διακοπές. Ένα χρόνο αργότερα το φεστιβάλ ήταν ήδη γεγονός. Ο Τάσος Μπιμπισίδης, η Βάλια Ζαμπάρα και η Νάνσυ Φαφούτη, θέλησαν να δημιουργήσουν μια καλή αφορμή ώστε να κάνουμε κοινές διακοπές. Τελικά, τα κατάφεραν. «Δεν θέλαμε απλά να κάνουμε κάτι στο νησί ως τρεις Αθηναίοι που έρχονται και δεν σέβονται το τόπο, αφήνοντας πίσω τους σκουπίδια ή προβλήματα», μου λένε κάποια στιγμή. Πέρα από τον «προκλητικό» τίτλο, ο οποίος προέρχεται από το παραδοσιακό αποτροπαϊκό φυλαχτό του νησιού, και την πολύ επιτυχημένη επικοινωνία στα social media, το Tsoula Festival θυμίζει όντως το πάρτι μιας μεγάλης παρέας.

Κάτι ρομαντικό, κάτι απλό
Από το λιμάνι στο σχολείο και από το θερινό σινεμά στην παραλία, για εννιά ημέρες τα βράδια στο νησί γέμισαν από κόσμο και δράσεις. Πέρα από τα μεγάλα ονόματα, όπως η Μαρίνα Σάττι, ο Γιάννης Οικονομίδης, ο Πάνος Βλάχος και ο Pan Pan, ο λόγος φέτος πέρασε στη νέα γενιά της καλλιτεχνικής σκηνής. Οι Yama και η Aggelina βρέθηκαν μαζί στη σκηνή με τον Κωστή Μαραβέγια και οι Γιαγκίνηδες παρουσίασαν τα ρεμπέτικα μέσα από το δικό τους πρίσμα στην παραλία της Μαλτεζάνας. «Έχει έναν απίστευτα ρομαντικό παλμό αυτό που συμβαίνει εδώ πέρα. Τίποτα δεν είναι τέλειο και αυτό είναι το ζητούμενο», σχολίασε ο Κωστής Μαραβέγιας και το κοινό φαινόταν να συμφωνεί.
Απροσδόκητες εκπλήξεις υπήρξαν οι παράλληλες δράσεις του φετινού προγράμματος, όπως η συζήτηση για τις «Λέξεις και τις γυναίκες που προκαλούν», το σεμινάριο του Γιώργου Καραμίχου για την αυτοβελτίωση και το session διαλογισμού της Τόνιας Σωτηροπούλου, ενώ την τελευταία μέρα οι κάτοικοι του νησιού παρουσίασαν ένα δικό τους βαριετέ δράσεων στο σχολείο. «Έρχομαι πρώτη φορά στο νησί, γιατί μάλλον έχω την ανάγκη να νιώσω σύνδεση», θυμάμαι να λέει μία κοπέλα κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου του Γιώργου. Ακούγεται γλυκό, ρομαντικό και ενδεχομένως υπερβολικό, όμως αυτή είναι η αθέατη και πιο ουσιαστική όψη του φεστιβάλ.

Εκεί που συναντιόμαστε
«Καφενείο, Κάστρο, Άρτεμις και μετά τυρόπιτες». Ένα άτυπο επακόλουθο κάθε βραδιάς, μια «ιεροτελεστία» που παρέτεινε το φεστιβάλ εκτός των δράσεών του. «Το Tsoula Festival έδωσε πνοή στο νησί σε μια περίοδο που κατά τα άλλα δεν υπήρχε αρκετή κινητικότητα. Είναι σαν να μπαίνουμε στην περίοδο της σεζόν πριν καν ξεκινήσει η σεζόν. Η νεολαία που ερχόταν για το φεστιβάλ ξεσήκωνε και τον υπόλοιπο κόσμο του νησιού, έστω κι αν δεν ακολουθούσε απαραίτητα στις δράσεις. Ήταν, όντως, μια μεγάλη γιορτή», μου λέει ο Γιάννης Βογιατζής, ένας από τους δύο ιδιοκτήτες του Καφενείου του Μουγγού, του κλασικού σημείου συνάντησης πριν και μετά το φεστιβάλ.
«Εμένα με κάνανε φίρμα. Με πήρε τηλέφωνο η εγγονή μου κλαίγοντας να μου πει πως με βλέπει στα social media και συγκινείται που και άλλοι άνθρωποι γνωρίζουν τη ζωή μας στο Βαθύ», αφηγείται τρυφερά η κυρία Μαρία που διατηρεί την ταβέρνα Γαλήνη στο Έξω Βαθύ, τη μοναδική ταβέρνα της περιοχής. Πέρυσι, μάλιστα, προβλήθηκε κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ και ένα σύντομο ντοκιμαντέρ για την ίδια και τη ζωή της στο νησί. «Είχα ξεχάσει πως είναι να έχω τόσο κόσμο εδώ, γιατί είμαι και μακριά από τη χώρα, οπότε δεν μπορώ παρά να χαίρομαι όταν κάποιος κάνει όλον αυτόν τον δρόμο για να ‘ρθει σε μένα», καταλήγει ενώ τσουγκρίζει το ποτήρι της με το δικό μου. Οι αφηγήσεις δεν τελειώνουν, ούτε και οι εικόνες. Μια στάση στο νησί, αρκεί για να το επιβεβαιώσετε. Του χρόνου, λοιπόν, στην 3η χρονιά του Tsoula Festival.

