«Τα δάχτυλά του έμοιαζαν με μικροσκοπικά σφυριά, με τις άκρες να έχουν διπλάσιο πλάτος από τα δάχτυλα και τα νύχια να έχουν το μέγεθος και το σχήμα που έχουν τα πούλια – δάχτυλα τέλεια προσαρμοσμένα για ώρες πειραματισμού στα πλήκτρα», γράφει ο Μαρκ Τζ. Τ. Γκρίφιν σε ένα σημείο της «συμπληρωμένης και πλήρους» βιογραφίας του Vangelis, την οποία υπογράφει. Αυτή η φοβερή εικόνα είναι, αν μη τι άλλο, δηλωτική της αφοσίωσης του Έλληνα πρωτεργάτη των συνθεσάιζερ στην τέχνη του. Δεν είναι, όμως, εξίσου φοβερό το ότι, παρότι στη μελέτη αυτής της τέχνης ο 68χρονος σήμερα συγγραφέας αφιέρωσε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του, στέλνοντας σταθερά στον Vangelis τα κείμενα που έγραφε για εκείνον, ο ίδιος, εξίσου σταθερά, αρνιόταν να τα διαβάσει; Θα δούμε αργότερα γιατί συνέβαινε αυτό. Προς το παρόν, έχει ενδιαφέρον να μάθουμε πώς ξεκίνησε αυτή η εμμονή, που οδήγησε σε έναν τόμο εξακοσίων σελίδων.
Όλα άρχισαν από μια κασέτα
Η πρώτη επαφή του Γκρίφιν με το μουσικό σύμπαν του Vangelis έγινε στην εφηβεία του, σε μια χίπικη μπουτίκ στη Βόρεια Ουαλία. Εκεί, από μια κασέτα έπαιζε το Heaven and Hell, ένα άλμπουμ που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1975. Κάτι έπαθε με αυτόν τον ήχο, που έμοιαζε να έρχεται από αλλού, και ενδιαφέρθηκε να μάθει ποιος ήταν ο δημιουργός του. Έπειτα, τον έψαξε κι άλλο. «Σε ένα από τα πρώτα του άλμπουμ, το Spiral [κυκλοφόρησε το 1977], υπάρχει ένα κομμάτι που λέγεται To the unknown man και αποτελεί ένα από τα αγαπημένα μου», θα μου πει εξηγώντας τον τίτλο Vangelis: Ο άγνωστος άνθρωπος τον οποίο έδωσε στο βιβλίο που έγραψε για εκείνον. Έναν τίτλο δηλωτικό, την ίδια στιγμή, της θρυλικής τάσης για ιδιώτευση που χαρακτήριζε τον Vangelis, μια τάση που κάνει τη βιογραφία του, κατά διαστήματα, να διαβάζεται ως «σχολιασμένη εργογραφία».

«Όταν ξεκίνησα να γράφω την πρώτη έκδοση του βιβλίου –που κυκλοφόρησε το 1992 και μετρούσε μόλις ενενήντα δύο σελίδες–, συνειδητοποίησα ότι ήξερα άπειρα πράγματα για τις πράξεις και τα έργα του Vangelis, αλλά σχεδόν τίποτα για τον ίδιο», μου λέει από την άλλη πλευρά του Zoom. Σήμερα, συνεχίζουμε να μην μπορούμε να κάνουμε fact-checking ακόμα και σε «βασικά πράγματα» για τον προσωπικό του βίο, όπως το πόσους γάμους τέλεσε. Όσα γνωρίζουμε γι’ αυτόν, ωστόσο, αρκούν για να σκιαγραφήσουμε το προφίλ του. Γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου του 1943 στην Αγριά Βόλου, μια παραθαλάσσια κοινότητα. Μικρός ακόμη, ήρθε στην Αθήνα με τους γονείς του, που αγαπούσαν τις τέχνες. Ο πατέρας του ασχολείτο με τη ζωγραφική, η μητέρα του ήταν λυρική τραγουδίστρια. Υπήρξε παιδί-θαύμα με «παράξενο γούστο» στη μουσική – ξεκίνησε να συνθέτει στα τέσσερά του και τον γοήτευε ο ήχος από τα παράσιτα του ραδιοφώνου. Λύκειο πήγε στη Λεόντειο, στη συνέχεια γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Στα είκοσι δύο του, παίζοντας ήδη από μαθητής πλήκτρα στους The Forminx, σάρωσε τα ελληνικά ’60s με το Jeronimo Yanka. Έπειτα έγινε μέλος στο supergroup των Aphrodite’s Child –με τους οποίους έφυγε εν μέσω δικτατορίας για το Παρίσι– που έκανε παγκόσμιο σταρ τον ξάδερφό του Ντέμη Ρούσσο, πριν οι δρόμοι τους χωρίσουν μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ 666, το 1972.

Στα συνθεσάιζερ με τα οποία ταυτίστηκε, ξεκίνησε να εστιάζει τη δεκαετία του 1970. Παράλληλα ζωγράφιζε, έφτιαχνε γλυπτά και εξασκείτο στην τοξοβολία με στόχο έναν κενό τοίχο μέσα στο παρισινό του διαμέρισμα, όπου κυκλοφορούσε φορώντας καφτάνια. Το 1974, μετά από έξι χρόνια στην «Πόλη του Φωτός», μετακόμισε στο Λονδίνο όπου δημιούργησε τα θρυλικά Nemo Studios. Η πρώτη γυναίκα με την οποία γνωρίζουμε ότι συνδέθηκε ήταν η ηθοποιός Βίλμα Λαδοπούλου. Αργότερα, έγινε ζευγάρι με τη μουσικό, τραγουδίστρια, συγγραφέα και διακοσμήτρια Βάνα Βερούτη. Στη συνέχεια, με τη Γαλλίδα φωτογράφο, συγγραφέα, δημοσιογράφο, διατροφολόγο και σκηνοθέτιδα Βερονίκ Σκαβίνσκα. Τελευταία του σύντροφος, για πάνω από τρεις δεκαετίες, και μοναδική κληρονόμος του υπήρξε η Λώρα Μεταξά, γόνος της οικογένειας που παράγει το ομώνυμο κονιάκ.
Στα συνθεσάιζερ ξεκίνησε να εστιάζει τη δεκαετία του 1970. Παράλληλα ζωγράφιζε, έφτιαχνε γλυπτά και εξασκείτο στην τοξοβολία με στόχο έναν κενό τοίχο μέσα στο παρισινό του διαμέρισμα, όπου κυκλοφορούσε φορώντας καφτάνια.
Σήμερα, ο περισσότερος κόσμος ταυτίζει τον Vangelis κυρίως –αν όχι μόνο– με τα σάουντρακ τριών ταινιών που προβλήθηκαν στις σκοτεινές αίθουσες μέσα σε ένα διάστημα έντεκα χρόνων. Οι Δρόμοι της φωτιάς τού χάρισαν το Όσκαρ Καλύτερης Πρωτότυπης Μουσικής ανήμερα των γενεθλίων του, στις 29 Μαρτίου του 1982. To 1982 προβλήθηκε πρώτη φορά και το Blade Runner, με τον Vangelis να αρνείται επί χρόνια να κυκλοφορήσει τη μουσική που έγραψε γι’ αυτή την ταινία σε δίσκο, έτσι ώστε να μη μείνει στην ιστορία ως μηχανή παραγωγής επιτυχημένων σάουντρακ. Η «μεγάλη κινηματογραφική τριλογία» του ολοκληρώθηκε δέκα χρόνια αργότερα, με τη σύνθεση της μουσικής για το φιλμ 1492: Χριστόφορος Κολόμβος. Η τεράστια εργογραφία του περιλαμβάνει, ανάμεσα στ’ άλλα, και μουσική που κυκλοφόρησε με ψευδώνυμα, όπως και παράξενα highlights. Ανάμεσα στα τελευταία ξεχωρίζει η σύνθεση της μουσικής στο σοφτ πορνό Sex Power με πρωταγωνίστρια την Τζέιν Μπίρκιν, η παραγωγή σε κομμάτια της Πάτι Πράβο, η κυκλοφορία τζινγκλς για τα ζυμαρικά Barilla και για μια ονειρική διαφήμιση του Chanel No5.
Ο άνθρωπος που δεν απαντούσε
«Ξεκίνησα να γράφω την εποχή που άνθιζαν τα φανζίν», αρχίζει να μου εξηγεί ο Γκρίφιν για το πώς εξελίχθηκε σε βιογράφος του Vangelis. «Ανάμεσά τους υπήρχε και ένα για τους Yes, στους οποίους ο Vangelis παραλίγο να γίνει μέλος το 1974». Παρότι «δεν τα βρήκαν», αργότερα δούλεψε με τον τραγουδιστή τους, τον Τζον Άντερσον, σχηματίζοντας το ντουέτο των Jon and Vangelis που κυκλοφόρησε τέσσερις δίσκους.

«Αυτό το φανζίν, λοιπόν, λεγόταν The Yes Circle και η ομάδα που το έβγαζε με ρώτησε αν θα με ενδιέφερε να γράψω κάτι για τον Vangelis». Η πρώτη του προσπάθεια να διερευνήσει το «φαινόμενο Vangelis» έφτασε τις δεκατέσσερις σελίδες, οι οποίες το 1992 έγιναν οι ενενήντα δύο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου του. Από πού άντλησε τις πληροφορίες γι’ αυτό; «Έπρεπε να καθίσω και να γράψω επιστολές, με στιλό σε χαρτί, σε μια σειρά από συνεργάτες του, όπως ο εξπέρ των συνθεσάιζερ Ράφαελ Πρίστον και ο μηχανικός ήχου Μπιλ Μάρσαλ», μου λέει.

Παρότι έγινε φίλος με ανθρώπους που ανήκαν στον κύκλο του Vangelis, η άντληση πληροφοριών για τη ζωή του υπήρξε δύσκολη και, όταν το 1992 το βιβλίο του άρχισε να διαβάζεται, ο ίδιος έλαβε με το ταχυδρομείο μια σειρά από γράμματα παραπόνων, καθώς δεν ανέφερε το τάδε ή το δείνα γεγονός. Αυτά τα γράμματα βοήθησαν, μάλιστα, στη διόρθωση της δεύτερης και στη συνέχεια της τρίτης έκδοσης του βιβλίου, μέχρι που στο γύρισμα της χιλιετίας, κι ενώ ο Vangelis είχε πάψει να είναι τόσο παραγωγικός, ο Γκρίφιν έβαλε το πρότζεκτ στην άκρη και σταμάτησε να το εμπλουτίζει. Όλα άλλαξαν στις 17 Μαΐου του 2022, όταν ο Vangelis άφησε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι. «Ξαφνικά, άρχισε να επικοινωνεί μαζί μου ένας σωρό κόσμος για να με ρωτήσει αν θα ολοκληρώσω την ιστορία του βιβλίου μου». Η προηγούμενη έκδοση, χρονολογικά, είχε σταματήσει στην κυκλοφορία του άλμπουμ Oceanic του 1996, κάτι που σημαίνει ότι τα τελευταία 26 χρόνια του Vangelis παρέμεναν αχαρτογράφητα.

Εν τω μεταξύ, ο Γκρίφιν από το 1996 έως το 1999 εξέδιδε ένα φανζίν για τον Vangelis, που κυκλοφορούσε κάθε τρεις μήνες. «Του το έστελνα, όπως του είχα στείλει και το βιβλίο, αλλά δεν μου απαντούσε ποτέ. Από την ομάδα του με πληροφόρησαν ότι δεν τον ενδιέφερε να διαβάζει για τον εαυτό του, αλλά να είναι ο εαυτός του». Λάιβ τον είδε ποτέ να παίζει; «Κατάφερα να πάω μόνο σε μία συναυλία του, την εποχή που έκανε εμφανίσεις στο Royal Festival Hall [1977-1980]», θα μου πει. «Το πρώτο μέρος της ήταν ένας ατελείωτος αυτοσχεδιασμός. Έπαιζε κάτι καταπληκτικά πράγματα». Ένα από τα ταλέντα του Vangelis, συνεχίζει, ήταν πως μπορούσε να «γεννάει» ή, όπως έλεγε ο ίδιος, να «επικοινωνεί» τη μουσική. «Ήταν σαν να είναι ο μεταβιβαστής μιας μουσικής που, κάπου, προϋπήρχε». Στο δεύτερο μέρος αυτών των συναυλιών έπαιζε τα πιο γνωστά του κομμάτια, αυτοσχεδιάζοντας και πάλι πάνω στα μουσικά τους θέματα. Ο Vangelis πολλές φορές συνέθετε «επιτόπου» και γνωρίζουμε ότι ο δίσκος Short Stories που έκανε με τον Τζον Άντερσον ηχογραφήθηκε μια κι έξω, κανένα κομμάτι δεν το έπαιξαν δεύτερη φορά.

Ημέρα Vangelis
«Ενδεχομένως, επειδή τη μουσική του Vangelis την ανακάλυψα στα ’70s, η αγαπημένη μου εποχή του είναι εκείνη που ξεκινά με το Heaven and Hell και φτάνει μέχρι το σάουντρακ για τη σειρά ντοκιμαντέρ Opéra Sauvage [κυκλ. 1979]», μου λέει ο Γκρίφιν. Πρόκειται για την περίοδο που έχει μείνει στην Ιστορία ως εκείνη των Nemo Studios. «Δυστυχώς, σήμερα, αυτό το στούντιο έχει μετατραπεί σε διαμερίσματα [αφού κατεδαφίστηκε το 1987] – είναι ντροπή, πραγματικά ντροπή αυτό το πράγμα», σχολιάζει. Εκείνη την περίοδο, συνεχίζει, ο Vangelis «απλώς καθόταν μόνος του και έπαιζε με τα μουσικά όργανα». Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ξεκίνησε να χρησιμοποιεί την τεχνολογία για τον εμπλουτισμό και την υποστήριξη των έργων του. Αν ζούσε σήμερα, θα χρησιμοποιούσε το AI για να συνθέσει; «Όχι, σε καμία περίπτωση!» εξανίσταται.
Ο Vangelis πολλές φορές συνέθετε «επιτόπου» και γνωρίζουμε ότι ο δίσκος Short Stories που έκανε με τον Τζον Άντερσον ηχογραφήθηκε μια κι έξω, κανένα κομμάτι δεν το έπαιξαν δεύτερη φορά.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, με τη βοήθεια του Μπιλ Μάρσαλ, ο Vangelis δημιούργησε το μηχάνημα Direct. Αυτό, όπως μου περιγράφει ο Γκρίφιν, δρούσε υποστηρικτικά στη ζωντανή εκτέλεση των κομματιών, αλλά δεν είχε καμία σχέση με το AI. «Παρήγε αντιστίξεις και κόντρα μελωδίες πάνω σε μουσικά θέματα. Επίσης, επέτρεπε μέσα από κάτι πεντάλ και άλλους εξαιρετικά ευφυείς μηχανισμούς να προσθέτει κανείς κρουστά, ντραμς και ό,τι άλλο ήθελε, δίνοντάς του τη δυνατότητα να κάνει μετατροπές στο αποτέλεσμα που έπαιρνε αν δεν του άρεσε». Γιατί, λοιπόν, να μη χρησιμοποιούσε και την τεχνητή νοημοσύνη; «Το AI δεν μπορεί καν να αγγίξει τον Vangelis. Ο Vangelis πίστευε ότι η μουσική προέρχεται από την ψυχή, κι αυτό ήταν ένα σημαντικό κομμάτι της ταυτότητάς του».

Πώς μπορεί να κρατηθεί η μουσική του παρακαταθήκη ζωντανή; Μία από τις ιδέες που έχει ο Γκρίφιν είναι η καθιέρωση της Vangelis Music Day στις 29 Μαρτίου. «Ήταν η ημέρα των γενεθλίων του, που είναι η ογδοηκοστή όγδοη μέρα του χρόνου, όταν το έτος δεν είναι δίσεκτο. Κατά μία ευτυχή σύμπτωση, ογδόντα οκτώ πλήκτρα διαθέτει και το κλασικό πιάνο. Δεν θα ήταν λοιπόν υπέροχο την ημέρα της γέννησής του να τιμάμε, να θυμόμαστε και να παίζουμε όχι μόνο τη δική του μουσική, αλλά γενικότερα τη σπουδαία μουσική;»
Το βιβλίο Vangelis: Ο άγνωστος άνθρωπος του Μαρκ Τζ. Τ. Γκρίφιν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μπαρμπουνάκη.

