«Μόλις περνάμε τα Προπύλαια και βλέπουν για πρώτη φορά τον Παρθενώνα, ακούω επιφωνήματα», λέει ο Μιχάλης Γιοχάλας. Στέκεται δίπλα στα εκδοτήρια των εισιτηρίων της Ακρόπολης. Στο στήθος του κρέμεται η μπλε καρτέλα του διαπιστευμένου ξεναγού του Υπουργείου Πολιτισμού. Πίσω του, έχοντας μόλις περάσει μπροστά από τους αρχαίους πολεμιστές με τις περικεφαλαίες που ποζάρουν για φωτογραφίες με όσους έχουν κατέβει από τον Ιερό Βράχο, ένα γκρουπ δέκα επισκεπτών τον ακολουθεί στο πλαίσιο ξενάγησης της εταιρείας ξεναγήσεων Athens Walks. Κατηφορίζουν τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, όπου τους υποδέχονται οι μουσικοί του δρόμου, και σε λίγο αφήνουν πίσω τους το Ηρώδειο και το άγαλμα της Μαρίας Κάλλας. Μοιάζουν να κρέμονται από τα χείλη του, παρά την αφόρητη ζέστη. Όταν φτάνουν στο Μουσείο Ακρόπολης, σταματούν. Πρόκειται να ανακαλύψουν το ιστορικό βάθος του μνημείου για το οποίο ταξίδεψαν από τις πατρίδες τους, ο λόγος που βρίσκονται σήμερα εδώ, μέσα στον καύσωνα του Ιουλίου.

Το Μουσείο Ακρόπολης και ο Παρθενώνας είναι οι δύο στάσεις που αποτελούν, όπως μας ανέφεραν οι ξεναγοί με τους οποίους μιλήσαμε για το ρεπορτάζ, το πιο «δυνατό προϊόν» της Αθήνας, μια αξία που παραμένει αναλλοίωτη στα μάτια των επισκεπτών. Οι ξεναγοί, άλλωστε, γνωρίζουν από πρώτο χέρι ποιες πτυχές της πόλης συγκινούν και ποιες απογοητεύουν τους ταξιδιώτες. Δουλειά τους είναι να γεφυρώνουν το χθες με το σήμερα, να προσφέρουν σπόρους μνήμης και πολιτισμού, που εκείνοι θα πάρουν μαζί τους όταν γυρίσουν στην πατρίδα τους. Ποια είναι, όμως, φέτος η όψη της Αθήνας; Πόσο αλλαγμένη είναι η πόλη κάθε καλοκαίρι; Το δυτικό αέτωμα αποκαταστάθηκε, το εισιτήριο για την Ακρόπολη κοστίζει πλέον 30 ευρώ, το αναβατόριο πότε λειτουργεί και πότε όχι. Ένα μπρούντζινο γλυπτό του Καβάφη έχει πλέον γίνει αγαπημένο σημείο για φωτογραφίες στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Ξενοδοχεία εξακολουθούν να ξεφυτρώνουν στις γειτονιές, μαζί με Airbnb και γαστρομπάρ. Η Αθήνα εξελίσσεται και η «αυθεντική ελληνικότητα» του μουσακά, του Ζορμπά και των σπασμένων πιάτων, η εικόνα της Ελλάδας του ’60, σταδιακά συρρικνώνεται. Τι είναι αυτό που την αντικαθιστά; Ποια είναι η Αθήνα που συναρπάζει τους επισκέπτες σήμερα; Πόσα γνωρίζουν πραγματικά γι’ αυτήν; Και τι είναι εκείνο που παίρνουν μαζί τους, πέρα από το δέος μπροστά στο πεντελικό μάρμαρο;
«Η συντριπτική πλειονότητα δείχνει τεράστιο ενδιαφέρον και για τη σύγχρονη Ελλάδα. Ως ξεναγός, είναι σύνηθες να δέχεσαι καταιγισμό ερωτήσεων για την πολιτική, την οικονομία, τους μισθούς, τις συνήθειές μας, ακόμη και προσωπικές ερωτήσεις. Συχνά ο ίδιος ο ξεναγός γίνεται αντικείμενο ενδιαφέροντος για τον επισκέπτη», συνεχίζει ο Γιοχάλας.

Αδικημένοι προορισμοί
Τακτική στην Ακρόπολη είναι και η Μαρίζα Ανυφαντή, ξεναγός εδώ και πολλά χρόνια. Μας εξηγεί πόσο καθοριστική παραμένει για τους επισκέπτες η εμπειρία της Ακρόπολης – η ίδια συνεργάζεται κυρίως με Αμερικανούς. «Ο Αμερικανός που έχει κάνει οικονομίες για να έρθει στην Ελλάδα, που ήθελε να φέρει το παιδί του εδώ και να του κάνει δώρο αποφοίτησης αυτό το ταξίδι, ποτέ δεν θα λυπηθεί τα χρήματα για την Ακρόπολη», λέει. Πολλοί ξεναγοί χρειάζεται να τηλεφωνήσουν λίγα λεπτά πριν από την επίσκεψή τους, προκειμένου να επιβεβαιώσουν ότι λειτουργεί το αναβατόριο της Ακρόπολης. «Προχθές, τρεις κυρίες με έναν φύλακα έμειναν κολλημένοι στο ασανσέρ μιάμιση ώρα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
«Είναι σύνηθες να δέχεσαι καταιγισμό ερωτήσεων για την πολιτική, την οικονομία, τους μισθούς, τις συνήθειές μας, ακόμη και προσωπικές ερωτήσεις». — Μιχάλης Γιοχάλας, ξεναγός
Στο Μουσείο Ακρόπολης, το οποίο οι περισσότεροι επισκέπτονται μετά την κατάβασή τους από τον Βράχο, οι επισκέπτες, όπως λέει, αντιλαμβάνονται για πρώτη φορά το ποσοστό των Γλυπτών που βρίσκεται στη Μεγάλη Βρετανία. «Το συνειδητοποιούν μόνο όταν βρίσκονται στον τρίτο όροφο του μουσείου».

»Θεωρώ ότι ως ξεναγός είμαι πιο χρήσιμη στην Αρχαία Αγορά, όπου δεν πηγαίνει σχεδόν κανείς. Αν έρθετε να δείτε πόση είναι η ουρά για το Μουσείο Ακρόπολης και πόσοι καταλήγουν στην Αρχαία Αγορά, θα απογοητευτείτε». Εκεί, όπως εξηγεί, με τη βοήθεια του ξεναγού ο επισκέπτης μπορεί να καταλάβει τι βλέπει και ότι πάνω σε αυτά τα ερείπια περπάτησαν ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας. «Δυστυχώς, οι περισσότεροι θα περάσουν το πολύ τρεις ημέρες στην Αθήνα, αλλά λίγοι θα επισκεφθούν την Αρχαία Αγορά». Όμως, ο μεγαλύτερος «αδικημένος» είναι το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. «Δεν προβάλλεται όσο το Μουσείο Ακρόπολης. Ακόμη και οι Έλληνες δεν το εκτιμούν αρκετά, γιατί δεν έχουν αναλογιστεί ότι όλα όσα φιλοξενεί έχουν βρεθεί σε αυτή τη μικρή χερσόνησο που λέγεται Ελλάδα. Δεν έχουμε συλλογές όπως το Λούβρο ή το Βρετανικό Μουσείο· η μόνη συλλογή που είναι δωρεά είναι η αιγυπτιακή. Τους λέμε ότι θα κλείσει το 2027, οπότε να πάνε τώρα».
Πέρα από την Ακρόπολη
Η Σοφία Αντωνιάδου, ιδιοκτήτρια της Discover Greek Culture, εταιρείας πολιτιστικού τουρισμού που διοργανώνει προσωποποιημένες ξεναγήσεις και θεματικά ταξίδια σε όλη την Ελλάδα, μου εξηγεί πως το ενδιαφέρον των επισκεπτών έχει διευρυνθεί. «Η Ακρόπολη, τα σοκάκια και ο μουσακάς είναι ένα τουριστικό μοντέλο που ισχύει τα τελευταία, ας πούμε, 70 χρόνια. Υπάρχουν πολλά ακόμη πράγματα που αναζητούν οι επισκέπτες ως εμπειρία. Το γαστρονομικό κομμάτι είναι κάτι που εδώ και χρόνια ανεβαίνει. Μας ζητούν μαθήματα μαγειρικής και ξεναγήσεις γύρω από τη μυθολογία. Θα ζητήσουν θεματικές διαδρομές στα βήματα του Αποστόλου Παύλου ή μια επίσκεψη που να περιλαμβάνει γνωριμία με συλλέκτες έργων τέχνης. Υπάρχουν άνθρωποι που, πέρα από την Ακρόπολη, θέλουν να γνωρίσουν και λιγότερο τουριστικούς αρχαιολογικούς χώρους της Αττικής. Άλλοι μας λένε ότι θέλουν να δουν γειτονιές της Αθήνας ή να ζήσουν μια εμπειρία γύρω από την αρωματοποιία, την υφαντουργία ή ακόμη και να κάνουν fashion tours».

Κάποιοι άλλοι, περισσότεροι από όσοι νομίζετε, επιλέγουν να γνωρίσουν την πόλη με ποδήλατο. Ένας από τους διαπιστευμένους ξεναγούς που πραγματοποιεί ποδηλατικές ξεναγήσεις είναι ο Δημοσθένης Κοντοβουνήσιος, με περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στον χώρο του τουρισμού. Θεωρεί πως η Αθήνα έπαψε να είναι απλώς ένας ενδιάμεσος σταθμός πριν από τα νησιά. «Κάποτε ήταν ένα μέρος drive-in: ερχόσουν μία-δύο μέρες, έβλεπες την Ακρόπολη, έκανες μια βόλτα και έφευγες για τα νησιά. Τώρα είναι η ίδια η πόλη πόλος έλξης. Υπάρχει τεράστια ποικιλία εμπειριών που κάποτε δεν υπήρχαν: wine tastings, cooking classes, food tours, bike tours, ξεναγήσεις μυθολογίας για παιδιά, μέχρι και κυνήγια θησαυρού. Όλα αυτά ενδιαφέρουν πλέον τον μέσο επισκέπτη. Παλιά η Αθήνα απευθυνόταν κυρίως στους λάτρεις της αρχαιολογίας και της Ιστορίας, που έρχονταν για να δουν και να θαυμάσουν την Ακρόπολη. Τώρα η Αθήνα έχει γίνει πόλος έλξης για πολύ περισσότερα», αναφέρει. Η ποδηλατική ξενάγηση αποτελεί μια εντελώς διαφορετική μορφή περιήγησης. Διατηρεί τον ιστορικό της χαρακτήρα, αλλά έχει ταυτόχρονα και στοιχεία sightseeing. Δεν απευθύνεται σε όλους. Είναι, όμως, η Αθήνα μια φιλική πόλη για ποδηλατικές ξεναγήσεις; «Η αλήθεια είναι πως υποδομές όπως αυτές του εξωτερικού δεν υπάρχουν. Παρ’ όλα αυτά, έχουμε δύο μεγάλους πεζόδρομους, τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και την Αποστόλου Παύλου. Η Πλάκα έχει αρκετά μικρά δρομάκια, που δεν έχουν πολλή κίνηση, και αν χρησιμοποιήσεις κάποιες διαβάσεις και σεβαστείς τα φανάρια, μπορείς να κάνεις μια πολύ όμορφη ξενάγηση μακριά από την κίνηση».
«Γι’ αυτό η Αθήνα είναι έτσι»
Η πλειονότητα των επισκεπτών γνωρίζει κυρίως την κλασική Ελλάδα. Ρωτάω τη Μαρίζα Ανυφαντή αν η ιστορία της χώρας πέρα από αυτή την περίοδο αποτελεί κοινό τόπο γι’ αυτούς.

«Μετά τη Ρώμη, το χάος», λέει. «Το πώς από τη Ρώμη φτάσαμε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είναι παντελώς άγνωστο στους περισσότερους. Έχουν κατεβάσει μια εφαρμογή για την Ακρόπολη, αλλά τι μπορεί να σου πει η τεχνητή νοημοσύνη; Πώς θα σου εξηγήσει ότι ο Παρθενώνας έγινε εκκλησία; Ότι από το Δωδεκάθεο φτάσαμε σε ένα μεσαιωνικό κάστρο με καμπαναριό μέσα στον Παρθενώνα; Παθαίνουν σοκ όταν συνειδητοποιούν ότι εδώ χάσαμε την Αναγέννηση. Αναρωτιούνται, αλλά ντρέπονται να ρωτήσουν, γιατί η Αθήνα είναι τόσο άσχημη. Όταν έρχεσαι από τη Ρώμη ή τη Φλωρεντία, λες “ρε παιδιά, τι έγινε εδώ;”. Σφίγγονται, δεν μιλάνε, ντρέπονται. Τότε αρχίζει μια ιστορική αναδρομή. Γιατί θα περπατήσουμε στην Πλάκα και, δίπλα από τη Βιβλιοθήκη του Αδριανού, πριν φάνε το σουβλάκι τους, θα δουν ένα τζαμί και δίπλα μια εκκλησία». Όταν μαθαίνουν για τους τέσσερις αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας, γεγονός που εξηγεί, μεταξύ άλλων, γιατί η Ελλάδα δεν έζησε την Αναγέννηση όπως η Δυτική Ευρώπη, επίσης εντυπωσιάζονται. «Τότε τους λέω: “Γι’ αυτό η Αθήνα είναι έτσι”. Και απαντούν: “Α, γι’ αυτό”. Πολλοί μού λένε ότι τους θυμίζει τη Χάιφα», λέει.
Ένα ακόμη σοκ, σύμφωνα με την κ. Ανυφαντή, αφορά τη νεότερη ιστορία της χώρας. «Τώρα, με την 4η Ιουλίου, σπάσαμε πολύ πλάκα οι ξεναγοί», λέει γελώντας. «Λέω στους Αμερικανούς “happy birthday” και μετά τους λέω: “Να ξέρετε ότι είστε παλαιότερη χώρα από την Ελλάδα”. Κοιτάζονται μεταξύ τους. “Εμείς γίναμε κράτος το 1830”. Και μετά τους εξηγείς ότι υπήρξαν βασιλείς στην Ελλάδα. Ξανακοιτάζονται».

Επισκέπτες με διάσπαση προσοχής
«Το σκρολάρισμα έχει καταστρέψει τη δυνατότητα συγκέντρωσης. Προσθέστε τη ζέστη, τον ήλιο, την έλλειψη σκιάς, τον θόρυβο, τον κόσμο. Έχει αλλάξει ο επισκέπτης. Προσπαθούμε να κάνουμε την ξενάγηση πιο γρήγορη αλλά και πιο ευχάριστη, να δίνουμε στους ανθρώπους την ευκαιρία να πάρουν και μια ανάσα», εξηγεί η κ. Ανυφαντή.
«Όταν μαθαίνουν για τους τέσσερις αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας, γεγονός που εξηγεί, μεταξύ άλλων, γιατί η Ελλάδα δεν έζησε την Αναγέννηση όπως η Δυτική Ευρώπη, εντυπωσιάζονται». — Μαρίζα Ανυφαντή, ξεναγός
Για τη διάσπαση προσοχής συζητήσαμε και με την Αγγελική Παπαδοπούλου, την οποία ακολουθήσαμε σε ένα ενδιαφέρον food tour στο κέντρο της Αθήνας, που διοργανώνει το γραφείο Alternative Athens. «Ο επισκέπτης δεν μπορεί να μείνει προσηλωμένος για πάνω από πέντε λεπτά. Στο πεντάλεπτο θα πιάσει το κινητό του», λέει. «Αντί να επικεντρώνεσαι σε γεγονότα, ημερομηνίες και ονόματα, που παλαιότερα ο άλλος περίμενε να τα ακούσει από εσένα, τώρα προσπαθείς να κάνεις τις ιστορίες όσο γίνεται πιο διασκεδαστικές. Να χρησιμοποιήσεις περισσότερη παραστατικότητα, να μιλήσεις με τα χέρια, να χρησιμοποιήσεις πιο ιδιαίτερες λέξεις, να εντάξεις περισσότερη μυθολογία, που είναι πιο ευχάριστη».

Υποστηρίζει πως το ενδιαφέρον αλλά και οι γνώσεις των επισκεπτών έχουν μειωθεί. «Μέχρι και πριν από την πανδημία ο επισκέπτης ερχόταν γνωρίζοντας τι σημαίνει κλασική Αθήνα, ποιος ήταν ο Περικλής, ήξερε λίγο-πολύ πέντε βασικά της ιστορίας. Τώρα, η πλειονότητα δεν γνωρίζει καν τους θεούς του Ολύμπου». Τα τελευταία τρία χρόνια, μας πληροφορεί, έχει παρατηρηθεί έκρηξη στη ζήτηση για food tours. «Είναι το νούμερο ένα. Μαζί με την Ακρόπολη πρέπει να συναγωνίζονται», λέει.
«Ο επισκέπτης δεν μπορεί να μείνει προσηλωμένος για πάνω από πέντε λεπτά. Στο πεντάλεπτο θα πιάσει το κινητό του». — Αγγελική Παπαδοπούλου, ξεναγός
Ο Μιχάλης Γιοχάλας, από την πλευρά του, σχολιάζει πως βλέπει συχνά επισκέπτες να στήνουν τρίποδες στην Ακρόπολη και καταλαβαίνει ότι έρχονται μόνο για να φωτογραφηθούν για τα σόσιαλ μίντια. Παράλληλα, όμως, δίπλα σε αυτούς υπάρχουν και πολλοί που έχουν γνώση του αντικειμένου. «Υπάρχουν παιδάκια που, όπως λέω αστειευόμενος, είναι η νέμεση του ξεναγού. Λες μέσα σου πως θα τους εκπλήξεις με κάτι και τελικά το ξέρουν ήδη. Είναι καταπληκτικό να βλέπεις πόσο χαίρονται όταν το βρίσκουν. Υπάρχει και η καλή πλευρά του ίντερνετ. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ήδη αντλήσει πληροφορίες, γνωρίζουν κάποια πράγματα και σου δίνουν τη δυνατότητα να κάνεις κάτι πιο υψηλού επιπέδου. Κάνουν ενδιαφέρουσες ερωτήσεις και συμβάλλουν ώστε η ξενάγηση να γίνει πιο βαθιά, ενδιαφέρουσα». Συχνά συναντά και παιδιά που, μέσα από μια σειρά ή ένα βιντεοπαιχνίδι, γνωρίζουν ήδη τη μυθολογία και την Αθήνα.

Υποδομές και προσβασιμότητα
Η Αγγελική Παπαδοπούλου υποστηρίζει πως όταν ο Αμερικανός επισκέπτης φτάνει στην Αθήνα, από τη μία εντυπωσιάζεται και από την άλλη παραξενεύεται από τη μορφή της πόλης. «Για εκείνον, πάντως, είμαστε μια καθαρή και πολύ ασφαλής πόλη». Θεωρεί ωστόσο ότι στο κέντρο υπάρχουν δυσκολίες ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μεγάλες ομάδες επισκεπτών. «Η Αθήνα έχει δυσκολέψει πάρα πολύ. Όταν καλούμαστε να κάνουμε ένα city tour με μεγάλα λεωφορεία 40 ή 50 ατόμων, δεν μπορούμε να σταματήσουμε σχεδόν πουθενά. Απλώς κινούμαστε με το λεωφορείο γύρω γύρω. Ο οδηγός δεν μπορεί να βρει ένα σημείο να μας περιμένει, να κάνουμε μια στάση και να συνεχίσουμε». Άρα επηρεάζεται και η ποιότητα της ξενάγησης; «Φυσικά, ένας επισκέπτης κρουαζιέρας που επιλέγει μια πανοραμική περιήγηση στην πόλη περιμένει –όπως θα περιμέναμε κι εμείς σε μια ξένη πόλη– να δει τα μνημεία από το λεωφορείο, αλλά και να έχει την ευκαιρία να κατέβει, να τα φωτογραφίσει και να τα ζήσει από κοντά, όχι απλώς να τα δει εν κινήσει. Η Αθήνα το έχει χάσει αυτό».
Ένα ακόμη ζήτημα, σύμφωνα με τους ξεναγούς, αφορά τη λειτουργία των αρχαιολογικών χώρων και των μουσείων. «Είναι πολύ συχνό να χαλάνε τα μηχανήματα που σκανάρουν τα εισιτήρια, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τεράστιες ουρές και μεγάλη αναμονή», λέει ο Μιχάλης Γιοχάλας. Μερικές φορές, όπως εξηγεί, η κίνηση στην Ακρόπολη είναι τόσο μεγάλη, ώστε οι επισκέπτες δεν κινούνται σχεδόν καθόλου ενώ περνούν τα Προπύλαια. «Αυτό που μου κάνει, πάντως, τρομερή εντύπωση είναι η υπομονή τους. Αυτό που έχουμε συνηθίσει εμείς ως Έλληνες, να παραπονιόμαστε εύκολα, δεν το συναντάς».

Υπάρχουν, βέβαια, και πρωτοβουλίες που έχουν βελτιώσει αισθητά την κατάσταση. Μία από αυτές είναι η εφαρμογή των time slots για την είσοδο στην Ακρόπολη. «Αυτό ήταν σωτήριο σε σχέση με όσα ζήσαμε το 2023, με τις τεράστιες ουρές αναμονής», λέει η κ. Παπαδοπούλου. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι το σύστημα δεν αφήνει περιθώρια ευελιξίας. «Υπάρχουν μήνες που βρέχει και δεν μπορείς να μπεις στις οκτώ ή στις εννιά το πρωί. Θα ήθελες να μεταφέρεις την επίσκεψη λίγο αργότερα, αλλά δεν μπορείς. Ή αν υπάρχει μια πορεία στο κέντρο και δεν μπορείς να περάσεις; Είσαι συνεχώς με το ρολόι στο χέρι για να μη χάσεις το slot». Η αύξηση του εισιτηρίου, προσθέτει, έχει επίσης επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουν οι επισκέπτες το ταξίδι τους. «Μέχρι και το 2023 ο κόσμος έδινε πολύ πιο εύκολα 30 ευρώ για το ενιαίο εισιτήριο των επτά αρχαιολογικών χώρων. Τώρα, όταν λες ότι η Ακρόπολη κοστίζει 30 ευρώ, το Μουσείο Ακρόπολης 20 και η Αρχαία Αγορά άλλα 20, ένα ζευγάρι που θα πληρώσει και μια οργανωμένη ξενάγηση βρίσκεται αμέσως να έχει δώσει πάνω από 100 ευρώ για εισιτήρια. Ναι, φυσικά και αξίζει τα 30 ευρώ η Ακρόπολη και υπάρχουν πολύ ακριβότερα μνημεία στον κόσμο». Σχολιάζει, επίσης, ότι μέσα στον αρχαιολογικό χώρο δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή τουαλέτες, γιατί το μουσείο όπου υπήρχαν κάνει ανακαίνιση.
Υπάρχει και μία ακόμα παράμετρος. Κατά τη διάρκεια του food tour που ακολουθήσαμε με την κ. Παπαδοπούλου στο κέντρο της Αθήνας, οι δύο οικογένειες Αμερικανών που μας συνόδευαν έδειχναν πραγματικά να απολαμβάνουν τις γεύσεις που δοκίμαζαν: από τον μπακλαβά και το ελαιόλαδο μέχρι τον ελληνικό καφέ, το σαγανάκι και το σουβλάκι. Μαζί τους βρίσκονταν και δύο Αμερικανοί Παραολυμπιονίκες με προβλήματα όρασης. Όταν ρώτησα έναν από αυτούς εάν θεωρεί την Αθήνα φιλική για ανθρώπους με προβλήματα όρασης, μου απάντησε: «Είναι δύσκολο. Όλοι βέβαια είναι πολύ πρόθυμοι να σε βοηθήσουν να διασχίσεις έναν δρόμο, αλλά είναι κάτι απαιτητικό για εμάς. Πολλές φορές τα πεζοδρόμια δεν υπάρχουν ή είναι κατειλημμένα από παρκαρισμένα οχήματα, υπάρχουν κολόνες. Οι ειδικές λωρίδες στα πεζοδρόμια βοηθούν πολύ, αλλά υπάρχουν μόνο σε ορισμένα σημεία». Στα παραπάνω προστίθενται και τα τραπεζοκαθίσματα που καταλαμβάνουν τα πεζοδρόμια. Παρ’ όλα αυτά, οι δυο τους δεν το βάζουν κάτω. Το προηγούμενο βράδυ, αφού κατέβηκαν από την Ακρόπολη, πήγαν στο Μοναστηράκι για φαγητό.

«Η Ακρόπολη είναι αρκετά φιλική για άτομα με προβλήματα όρασης», προσθέτει η κ. Παπαδοπούλου. «Για άτομα με κινητικές δυσκολίες, όμως, το αναβατόριο παραμένει το μόνιμο πρόβλημα. Οι υπόλοιποι αρχαιολογικοί χώροι δεν είναι εύκολα προσβάσιμοι. Ούτε η Αρχαία Αγορά ούτε οι Δελφοί, ενώ στις Μυκήνες και στην Επίδαυρο η πρόσβαση είναι επίσης περιορισμένη. Δεν μπορείς απλώς να πάρεις ένα αμαξίδιο και να διασχίσεις αυτούς τους χώρους. Ακόμη και το να φτάσει ένα αμαξίδιο στην είσοδο της Ακρόπολης όπου είναι το αναβατόριο, είναι πολύ δύσκολο».
Ξεναγός-αναβιωτής, μια διαφορετική εμπειρία
Ο Αριστοτέλης Κοσκινάς ασχολείται από το 2015 με την ιστορική αναβίωση, εστιάζοντας στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. και ειδικότερα στην εποχή των Περσικών Πολέμων. Έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις ιστορικής αναβίωσης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όπου η ιστορική αναβίωση είναι πολύ διαδεδομένη. Τον Σεπτέμβριο, μάλιστα, θα ταξιδέψει με την ομάδα του στην Ισπανία, για να συμμετάσχει σε μια διεθνή διοργάνωση αφιερωμένη στην Οδύσσεια, με ομάδες από πολλές χώρες. «Πεδίο αρχαίας μάχης στην Αθήνα είναι ο Μαραθώνας και η Σαλαμίνα όπου πηγαίνω με τουρ και έχω τη δυνατότητα να παίρνω μαζί τον εξοπλισμό μου. Οι επισκέπτες βλέπουν πώς ήταν ένας αρχαίος οπλίτης, αλλά βιώνουν και μια διαδραστική εμπειρία, κρατούν ή φορούν τον εξοπλισμό, καταλαβαίνουν το βάρος, πώς ένιωθε κάποιος φορώντας ένα κράνος κ.ά. Πιστεύω ότι αυτός ο τρόπος προσφέρει μια πολύ καλύτερη εμπειρία, γιατί είναι πράγματα που τα θυμούνται περισσότερο από το αν ανέφερα απλώς κάποιους αριθμούς», εξηγεί.

Η ιστορική αναβίωση δεν αφορά μόνο τον πόλεμο, αλλά και την καθημερινή ζωή και την πολιτική. Ως αναβιωτής παρουσιάζει έναν οπλίτη των αρχών του 5ου αι. π.Χ., με μια πανοπλία που έχει ανακατασκευαστεί, έχει όμως και την εμφάνιση ενός πολίτη. Ως παράδειγμα τέτοιου είδους αναβίωσης φέρνει μια παρουσίαση που έγινε στην Ολλανδία για το αρχαίο αθηναϊκό δικαστήριο, όπου αναπαραστάθηκε μια δίκη μπροστά σε κοινό κυρίως παιδιών. Πιστεύει ότι όλο αυτό μπορεί αρχικά να ακούγεται γραφικό, όμως είναι «ένας τρόπος να επικοινωνήσεις τη γνώση διαδραστικά, βάζεις και τον άλλον στο παιχνίδι. Δεν ακούει μόνο. Τον παρακινείς να σου κάνει ερωτήσεις, για να του πεις αυτό που θέλει να μάθει. Είναι άλλο να λες για τον Μαραθώνιο και άλλο να τρέχεις κρατώντας μια ασπίδα οκτώ κιλών».

