Ένας ανώνυμος βιβλιοπώλης από την Τεχεράνη, ο οποίος έχει κρατήσει το μαγαζί του ανοιχτό όλον αυτόν τον καιρό, έστειλε μια συγκινητική επιστολή στο World Literature Today – ακολουθεί ένα απόσπασμα: «Κρατήσαμε το βιβλιοπωλείο μας ανοιχτό σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, από την πρώτη κιόλας μέρα, αλλά δεν είχαμε κανέναν τρόπο να το ανακοινώσουμε. […] Το μόνο που μπορούσαμε πραγματικά να κάνουμε ήταν να περιμένουμε όσους τολμούσαν να κυκλοφορήσουν στην πόλη, να φτάσουν ως εμάς και να προσέξουν ότι οι πόρτες μας ήταν ανοιχτές. Τώρα, όποιος μπαίνει στο βιβλιοπωλείο μάς λέει ότι μακάρι να ήξερε πως ήμασταν ανοιχτά στη διάρκεια των βομβαρδισμών· ότι κι εκείνος βρισκόταν στην πόλη και, αν το γνώριζε, θα ερχόταν να περάσει λίγο χρόνο μαζί μας».
Θαυμάζω για πολλούς λόγους τον Σέσαρ Άιρα, όχι απαραίτητα και για τον ακόλουθο – πρόκειται για απόσπασμα από το Paris Review, όπου περιγράφεται ένας μάλλον σπάνιος τρόπος δημιουργίας, αν μη τι άλλο εντυπωσιακός: «Κάθε πρωί γράφει επί μία ώρα σε ένα καφέ της γειτονιάς του στο Μπουένος Άιρες και, το βράδυ, πληκτρολογεί στον υπολογιστή του όσα έγραψε εκείνο το πρωί. Από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν υπάρχει καμία επιμέλεια ή αναθεώρηση, κανένα γυάλισμα του κειμένου, καμία επιστροφή για να διορθώσει εκ των υστέρων ασυνέπειες στη συνέχεια της αφήγησης». Οι ασυνέπειες γίνονται, τελικά, μέρος της γοητείας του. (Αν και δεν υπάρχουν πάντα, προφανώς.) Θαυμάζω, λοιπόν, τον Άιρα για τα Φαντάσματα (εκδ. Καστανιώτη), το Πώς έγινε καλόγρια (εκδ. Carnovora), το Συνέδριο λογοτεχνίας (εκδ. Angelus Novus).
Ο συγγραφέας Ντέιβ Έγκερς, γνωστός για τις δυστοπίες που αφορούν την τεχνολογική ανάπτυξη (π.χ. Ο κύκλος, εκδ. Κέδρος), συμμετέχει σε μια ομαδική αγωγή προς εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης που χρησιμοποίησε βιβλία –χωρίς την άδεια των δημιουργών τους– για την εκπαίδευση μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. «Είμαι βέβαιος ότι δεν πέρασε καν από το μυαλό τους πως έκλεβαν οτιδήποτε, γιατί για εκείνους όλα είναι απλώς “περιεχόμενο”», λέει στον Guardian, προσθέτοντας ότι η λέξη «περιεχόμενο» είναι η «χειρότερη στον κόσμο», καθώς υπονοείται ότι η συγγραφή «δεν έχει καμία εγγενή αξία και ότι δεν έχει σημασία αν δημιουργήθηκε από ανθρώπους ή όχι». Ναι, φυσικά.
Όταν διάβαζα το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Ιρλανδού Κόλιν Μπάρετ, Αγριόσπιτα (εκδ. Στερέωμα), χρειάστηκε δυο τρεις φορές να κλείσω το βιβλίο και να ξαναδώ τον τίτλο, επιβεβαιώνοντας ότι λέγεται όντως έτσι. Τι είναι τα «αγριόσπιτα»; Την ίδια απορία, ευτυχώς, είχε και η συντάκτρια του περιοδικού Hazlitt, που μίλησε με τον Μπάρετ και τον ρώτησε τι είναι αυτή η λέξη: «Νομίζω ότι κάποιος το είπε, πιθανότατα η μητέρα μου, “αυτό είναι ένα αγριόσπιτο”, κάπως έτσι», εξήγησε ο Μπάρετ. «Σίγουρα δεν είναι μια συνηθισμένη έκφραση. Ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος διατύπωσης που είχα στο μυαλό μου, δεν νομίζω πάντως ότι τον επινόησα εγώ. Μου ήρθε όσο έγραφα εκείνη τη σκηνή και στο τέλος, ψάχνοντας για τίτλους όπως πάντα, μου φάνηκε ωραίο, μου φάνηκε σωστό». Τώρα ξέρετε. Απλώς κάποιες λέξεις γεννιούνται.

