Το ομηρικό έπος της Οδύσσειας δεν σταμάτησε ποτέ να εμπνέει νέες αναγνώσεις και καλλιτεχνικές προσεγγίσεις, αποδεικνύοντας ότι για τις μεγάλες ιστορίες θα εμφανίζονται πάντα καινούργιοι τρόποι να ερμηνευτούν και να αφηγηθούν. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι η περίπτωση της Οδύσσειας του θρυλικού εικονογράφου Σίμουρ Kουάστ (Seymour Chwast), η οποία θα κυκλοφορήσει την Κυριακή 19 Ιουλίου με την Καθημερινή. Να σημειωθεί πως μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, από τη Στέλα Ζουμπουλάκη.

Με το χαρακτηριστικά ευρηματικό εικαστικό του ύφος, ο Kουάστ δίνει στο ομηρικό έπος μια παιχνιδιάρικη διάσταση, χωρίς να χάνει τίποτε από τον πυρήνα της αφήγησης. Φυσικά, σε ένα γκράφικ νόβελ το κύριο αφηγηματικό όπλο είναι η εικόνα. Ο δημιουργός διατηρεί τον πυρήνα της περιπέτειας, αφήνει στην άκρη τις λεπτομέρειες που δεν επηρεάζουν την πλοκή και μεταμορφώνει την ιστορία σε μια διαστημική περιπέτεια που παραπέμπει στον Φλας Γκόρντον. Με λίγα λόγια, μας προσκαλεί να φανταστούμε τον μύθο με άλλη ματιά.
Ένας θρύλος της εικονογράφησης
Δεν είναι τυχαίο ότι μια τέτοια ανάγνωση της Οδύσσειας προέρχεται από τον Σίμουρ Kουάστ. Θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μορφές της αμερικανικής γραφιστικής και εικονογράφησης του 20ού αιώνα και συνιδρυτής του ιστορικού Push Pin Studios, του δημιουργικού γραφείου που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η μεταπολεμική Αμερική αντιλαμβανόταν την οπτική επικοινωνία. Σε μια εποχή που κυριαρχούσαν οι γεωμετρικές φόρμες και η απρόσωπη καθαρότητα, ο Kουάστ αντέταξε ένα ύφος γεμάτο χιούμορ, ιστορικές και προσωπικές αναφορές και χρωματικά έντονες παλέτες.

Η επιρροή του ξεπέρασε κατά πολύ τον χώρο της γραφιστικής. Σχεδίασε εκατοντάδες εξώφυλλα βιβλίων, αφίσες, εξώφυλλα δίσκων και εμβληματικές εμπορικές καμπάνιες, ενώ οι αντιπολεμικές αφίσες του κατά τη
διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ συγκαταλέγονται στα πιο αναγνωρίσιμα δείγματα πολιτικής επικοινωνίας του 20ού αιώνα. Μάλιστα, το έργο του έχει τιμηθεί με το AIGA Medal, μία από τις σημαντικότερες διακρίσεις στον χώρο του ντιζάιν, και βρίσκεται στις μόνιμες συλλογές κορυφαίων μουσείων, όπως το MoMA της Νέας Υόρκης και το Σμιθσόνιαν στην Ουάσιγκτον.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, o Κουάστ ανέλαβε για λογαριασμό των εκδόσεων Bloomsbury την προσαρμογή θρυλικών έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως η Θεία Κωμωδία του Δάντη και οι Ιστορίες του Καντέρμπερι του Τζέφρι Τσόσερ. Το επόμενο μέρος αυτής της σειράς ήταν η Οδύσσεια, με τον Κουάστ να δηλώνει σε συνέντευξή του στο περιοδικό PRINT πως ήταν υποχρέωσή του να κάνει αυτό το βιβλίο, καθώς η αγάπη του στις κλασικές ιστορίες περιπέτειας εκδηλώθηκε ήδη από την ηλικία των δέκα ετών, άσχετα με τον δρόμο που ακολούθησε. «Με τράβηξε το στοιχείο που στις ταινίες αποκαλείται “εποποίηση” της ιστορίας, η οποία καλύπτει πολλές χρονολογίες. Είναι μια ανθρώπινη ιστορία οικογενειακών αξιών. Οι χαρακτήρες της είναι ήρωες, ένας στρατός από κακούς, εξωτικές γυναίκες, θεοί, θεές και τέρατα. Έπρεπε να γράψω αυτό το βιβλίο».

Ο 94χρονος εικονογράφος δεν αντιμετωπίζει το γκράφικ νόβελ ως πεδίο πρωτότυπης μυθοπλασίας, αλλά ως χώρο οπτικής διασκευής: παίρνει κλασικές ιστορίες με ήδη ισχυρή αφηγηματική ραχοκοκαλιά και τους προσθέτει το δικό του εικαστικό σύμπαν. «Το γκράφικ νόβελ προσφέρει τη δυνατότητα τόσο οπτικής όσο και λογοτεχνικής περιγραφής. Η μορφή του κόμικ μού επιτρέπει να χρησιμοποιώ έμφαση, κλίμακα, ρυθμό, διακοσμητικά στοιχεία και σχεδιασμό που θυμίζει αφίσα. Κάθε δισέλιδο αποτελεί μια πρόκληση για να προχωρήσει η ιστορία, ενώ ταυτόχρονα είναι απρόσμενη, δημιουργική και ικανοποιεί την αίσθηση του ματιού», ανέφερε στην ίδια συνέντευξη.

Η οικονομία του λόγου είναι κομμάτι της σχεδιαστικής του στρατηγικής, αφήνοντας τα σκίτσα του να αναπνεύσουν και να αποτυπωθούν καλύτερα στον νου. Ως προς την απεικόνιση των ηρώων, διέγραψε τη στερεοτυπική εικόνα του Οδυσσέα και επιστράτευσε τις sci-fi επιρροές της παιδικής του ηλικίας, βάζοντας τον ομηρικό ήρωα να ταξιδεύει με πυραυλοκίνητα σκάφη από πλανήτη σε πλανήτη, τους συντρόφους να σφάζονται με όπλα με ακτίνες μέσα σε μια space-age αισθητική, με στοιχεία αρ ντεκό.
Οι γνώμες των κριτικών
Η υποδοχή της Οδύσσειας του Κουάστ από τους κριτικούς λογοτεχνίας κινήθηκε σε κοινή γραμμή. Οι περισσότεροι συμφώνησαν ότι δεν πρόκειται για μια φιλολογικά εξαντλητική ή απολύτως πιστή μεταφορά του ομηρικού έπους, αλλά για μια σχεδιαστικά τολμηρή, παιγνιώδη και εξαιρετικά προσβάσιμη επανερμηνεία του.
Ο Κουάστ διέγραψε τη στερεοτυπική εικόνα του Οδυσσέα και δημιούργησε μια space-age αισθητική, με στοιχεία αρ ντεκό.
Το Publishers Weekly χαρακτήρισε το βιβλίο ως μια ευκολοδιάβαστη και οπτικά εμπνευσμένη εκδοχή της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Αν και το περιοδικό περιγράφει τη διασκευή ως «ανάλαφρη», αναγνωρίζει τη ζωντάνια της αφήγησης και τις δυναμικές σελιδοποιήσεις της. Στο ίδιο πνεύμα, το Booklist τη χαρακτηρίζει ως «μια πραγματικά διασκεδαστική ανάγνωση», ενώ το Poets & Writers στέκεται στην καθαρή, δίχρωμη σχεδιαστική γραμμή και στον τρόπο με τον οποίο ο Κουάστ συμπυκνώνει το έπος χωρίς να χάνει τον αφηγηματικό του παλμό.

Ακόμα και οι πιο επιφυλακτικές κριτικές αναγνωρίζουν τη δύναμη της οπτικής γλώσσας του. Το Kirkus μιλά για μια ανάλαφρη, γρήγορη ανάγνωση, παρομοιάζοντάς τη με διασταύρωση του Φλας Γκόρντον με παραμύθι, επισημαίνοντας όμως ότι τα μεγάλα εικονογραφικά πάνελ εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν. Αντίστοιχα, το A.V. Club θεωρεί ότι η συμπύκνωση περιορίζει αναπόφευκτα το εύρος του ομηρικού έργου, αλλά χαρακτηρίζει το αποτέλεσμα «γοητευτικό και ευφυές» ως αντικείμενο σχεδιασμού.
Το έργο του Κουάστ δεν μπορεί να γίνει σχολικό βοήθημα, ούτε να αντικαταστήσει τον Όμηρο. Ωστόσο υπενθυμίζει αυτό που όλοι ξέρουμε και πάντα το ξεχνάμε: ότι δηλαδή είναι μια ιστορία περιπέτειας, επιστροφής, απώλειας, επιβίωσης και ευρηματικότητας, μέσα από την οποία κάθε γενιά μπορεί να αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό της. Άλλωστε, όπως καταλήγει και ο ίδιος ο Κουάστ, διά στόματος του Πρίγκιπα, ενός σκύλου-βοηθού που συνομιλεί με τον τυφλό ποιητή: «Το να μπλέκεις σε μπελάδες και τελικά να γλιτώνεις από αυτούς είναι η ιστορία καθενός από εμάς». Αυτό, άλλωστε, είναι και η Οδύσσεια.
Το γκράφικ νόβελ του Σίμουρ Κουάστ Ομήρου Οδύσσεια θα κυκλοφορήσει μαζί με την Καθημερινή την Κυριακή 19 Ιουλίου.

