23 Σεπτεμβρίου 2025. Πτήση για Βηρυτό. Στις οθόνες του αεροπλάνου προβάλλονται ξέγνοιαστες εικόνες από το πολυτελές χιονοδρομικό κέντρο του Λιβάνου. Καθώς όμως πλησιάζουμε στην προσγείωση, έξω από το παράθυρο η πραγματικότητα σοκάρει: Εκατοντάδες βομβαρδισμένα σπίτια, ισοπεδωμένες πολυκατοικίες και τα συντρίμμια των ισραηλινών επιδρομών, μαρτυρούν μια βαθιά πληγωμένη πόλη. Μας παραλαμβάνει ένας οδηγός. Το σκηνικό γύρω μας είναι σουρεαλιστικό: Μέσα από τα ερείπια, ξεπροβάλλουν Starbucks και KFC, ενώ οι γιγαντοφωτογραφίες δολοφονημένων ηγετικών στελεχών της Χεζμπολάχ, στέκουν δίπλα σε αφίσες της Σαντορίνης που διαφημίζουν την ελληνική «Χρυσή Βίζα». Οδεύουμε προς τα σύνορα με τη Συρία, όταν σε μια πολύβουη λεωφόρο, η μηχανή του αυτοκινήτου σβήνει. Μιάμιση ώρα μετά, εμφανίζεται ένας άλλος οδηγός, μας παραδίδει ένα νέο αυτοκίνητο και συνεχίζουμε απηυδισμένοι την πορεία μας.
Έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει, όταν φτάνουμε στα σύνορα. Κατεβαίνουμε και ο οδηγός, ένας ψηλός, γεροδεμένος Λιβανέζος, ασφαλίζει τις πόρτες. Μας ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να πάρουμε τα πράγματά μας, αν δεν τον πληρώσουμε 150 παραπάνω για την ώρα που χάσαμε στον δρόμο. Η άρνησή μας τον εξοργίζει. Ξεσπάει σε ουρλιαχτά και άσεμνες χειρονομίες κινούμενος απειλητικά προς τον Χρόνη, που χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, καλεί τον πράκτορά μας και δίνει το κινητό στον οδηγό. Ακολουθεί ένα πανδαιμόνιο από φωνές και βρισιές. Ο οδηγός υποχωρεί, ξεκλειδώνει έξαλλος τις πόρτες, βουτάμε τον εξοπλισμό μας και απομακρυνόμαστε με ταχύ βήμα προς τον συνοριακό σταθμό δίχως να κοιτάξουμε πίσω.
Σύνορα Λιβάνου-Συρίας
Μπαίνουμε στο φρεσκοβαμμένο τελωνείο με την καινούργια σημαία της χώρας στους τοίχους. Οι νεοδιορισμένοι υπάλληλοι –έμπιστα μέλη του προσωπικού στρατού του Προέδρου Αλ Σαράα που κατέβηκαν από τα χαρακώματα του Ιντλίμπ για να επανδρώσουν τα σύνορα– φαίνεται να δυσκολεύονται να χειριστούν έναν υπολογιστή. Παρά την πολύμηνη προετοιμασία για την έκδοση βίζας, μας περιμένει μια δυσάρεστη έκπληξη: ένας αμήχανος υπάλληλος στο γκισέ, μας ενημερώνει σε σπαστά αγγλικά ότι η έγκριση δεν έχει φτάσει κι επομένως απαγορεύεται να μπούμε στη χώρα.

Καθώς η ώρα περνάει, η αγωνία μας κορυφώνεται. Μας έχουν προειδοποιήσει πως ο αυτοκινητόδρομος κρύβει ακόμα θανάσιμους κινδύνους μέσα στη νύχτα. Δίπλα από τα γκισέ, πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα, διακρίνεται το γραφείο του διευθυντή. Μπαίνω αποφασιστικά, ο άνδρας σαστίζει, του χαμογελώ ευγενικά κι εξηγώ με ηρεμία τι ακριβώς μας συμβαίνει. Αφήνει στη μέση την εργασία του, βγαίνει αποφασιστικά και λέει κάτι επιτακτικά στον υπάλληλο. Η βίζα μας εγκρίνεται και η σφραγίδα πέφτει στα διαβατήριά μας.
Έχει βραδιάσει για τα καλά. Μέχρι τη Δαμασκό, μας σταματάνε ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε σημεία στρατιωτικού ελέγχου. Αμούστακοι νεαροί, Σύροι πρώην αντάρτες και ξένοι ισλαμιστές με καλάσνικοφ στα χέρια, τσεκάρουν τα χαρτιά μας με περιφρονητική συγκατάβαση. Ένα αλλόκοτο «καλωσόρισμα» που μας αγριεύει. Αποκαμωμένοι, φτάνουμε στην ελληνική γειτονιά της Μπαμπ Τούμα και καταλύουμε για μεγαλύτερη ασφάλεια στο γηροκομείο της ελληνικής κοινότητας. Αποκοιμιόμαστε εξαντλημένοι.
Στο Υπουργείο Μέσων Ενημέρωση
Το επόμενο πρωί, περνάμε έξω από την έπαυλη του Άσαντ με την εντυπωσιακή θέα στην πόλη και φτάνουμε στο Υπουργείο Μέσων Ενημέρωσης για την άδεια γυρισμάτων. Το κτίριο είναι μουντό και απρόσωπο, με μια αποπνικτική μυρωδιά μούχλας στους διαδρόμους. Οι στρατιώτες στην πύλη, μας ελέγχουν βιαστικά.
Μέσα, τα φώτα φθορίου τρεμοπαίζουν και τα παλιά κλιματιστικά κάνουν εκκωφαντικό θόρυβο. Η κοπέλα που μας υποδέχεται, γύρω στα τριανταπέντε, ευγενική και αποτελεσματική, μας εξυπηρετεί μέσα σε λίγα λεπτά. «Πώς θα μπορούσα να πάρω μια συνέντευξη από τον Πρόεδρο;», τη ρωτάω δοκιμάζοντας την τύχη μου. Τα μάτια της με καρφώνουν ειρωνικά και μειδιώντας ελαφρά, μου απαντά χαμηλόφωνα : «Θα κάνετε μια αίτηση και… βλέπουμε. Δεν είναι καθόλου εύκολο. Μπορεί να πάρει πολύ καιρό»
Στη Δαμασκό
Έξω στους δρόμους, θόρυβος και κίνηση, γέμισε αυτοκίνητα η Δαμασκός τους τελευταίους μήνες. Κοντά στην κεντρική αγορά της πόλης, χτίζεται τώρα ένα υπερσύγχρονο, γιγαντιαίο εμπορικό κέντρο. Η ελπίδα για ένα λαμπρό μέλλον, που προσπαθεί πεισματικά να σβήσει τη θλίψη και τον ζόφο του πρόσφατου πολέμου, είναι διάχυτη.

Στην είσοδο της πολύβουης αγοράς, στρατιώτες ελέγχουν κάμερες και άδεια και μας γνέφουν ευγενικά να περάσουμε. Στο εσωτερικό της πολύχρωμης στοάς, μπροστά από βιτρίνες γεμάτες αισθησιακά, κατακόκκινα γυναικεία εσώρουχα, κινούνται νωχελικά, απόκοσμες γυναικείες σιλουέτες. Νεοφερμένη εικόνα στην Δαμασκό, οι μαυροντυμένες φιγούρες, κρυμμένες πίσω από βαριές μπούργκες, σαν άυλα φαντάσματα χωρίς υλική υπόσταση. Μπροστά τους, άνδρες με παντόφλες μου ρίχνουν κλεφτές ματιές και σ’ ένα πάγκο πιο πέρα, ένας πλανόδιος πωλητής πουλάει κάλτσες με το πρόσωπο του δικτάτορα Άσαντ τυπωμένο στον πάτο τους, έτοιμο να ποδοπατηθεί.
Κτίρια βομβαρδισμένα
Βγαίνοντας από το κέντρο, αντικρίζουμε χιλιόμετρα ολόκληρα από κατεστραμμένα κτίρια, θλιβερά κουφάρια ενός εμφυλίου που κράτησε σχεδόν 15 χρόνια. Ανάμεσα στα βομβαρδισμένα χαλάσματα, τρία παιδιά παίζουν «πόλεμο» με πλαστικά όπλα. Η καρδιά μου σφίγγεται. «Μπορείτε να σταματήσετε, παρακαλώ;», ζητάω από τον οδηγό. Ο Χρόνης κατεβαίνει με την κάμερα και χάνεται ανάμεσα στα ερείπια.
Η ατμόσφαιρα είναι βαριά, σαν μέσα από τη σιωπή των γκρεμισμένων σπιτιών, να υψώνονται οι κραυγές των ανθρώπων που χάθηκαν. Ο κύριος Τόνυ που μας συνοδεύει, χλομιάζει: «Όχι! Όχι! Σταμάτα!», φωνάζει. «Μην προχωράς παραμέσα, είναι γεμάτο νάρκες!».
Στον δρόμο της επιστροφής, τον ρωτάω πώς είναι να ζεις δύο βήματα από τον θάνατο και την καταστροφή. Κουνάει το κεφάλι, με κοιτάει με βαθιά, βιωμένη συγκατάβαση: «Εμείς τον θάνατο, κορίτσι μου, τον έχουμε ξεχάσει, γιατί τον ζούμε κάθε μέρα…»
Μαρτυρίες Ελλήνων
«Ήταν ευτυχισμένη η ζωή μας πριν από το 2011», μου περιγράφει η κυρία Μαρία την επόμενη μέρα στο «Ελληνικό Club», τον χώρο όπου συγκεντρώνεται η ελληνική κοινότητα της Δαμασκού για να διοργανώσει ελληνικές βραδιές, μαθήματα γλώσσας και τουρνουά σκάκι. «Μετά, όλα έγιναν χάλια. Κάθε δύο-τρεις μέρες έπεφταν οβίδες. Πήγαινε το παιδί μου στο σχολείο και δεν ήξερα αν θα γυρίσει, αν θα με πάρουν τηλέφωνο για να μου πουν “Ελάτε να πάρετε το πτώμα του”», λέει σε εξομολογητικό τόνο. «Όταν χτυπούσε η σειρήνα, κατεβαίναμε αμέσως με τους συμμαθητές μου στο καταφύγιο του σχολείου», συμπληρώνει ο Γιώργος, ο ανιψιός της, που σήμερα είναι φοιτητής. «Μια μέρα, έπεσε μια βόμβα στην αυλή. Σκοτώθηκαν δύο φίλοι μου. Μετά από αυτό, κάναμε μάθημα στο σπίτι. Ακούγαμε τις οβίδες να σκάνε έξω κι ο μικρός μου αδελφός, επτά ετών τότε, έκλαιγε: “Έρχονται να μας σκοτώσουν; Μα είμαι μικρός ακόμα, δεν πρέπει να πεθάνω!”».
Συνεχίζει λέγοντας πως «τα τελευταία δύο χρόνια επί Άσαντ ήταν τα χειρότερα. Ζούσαμε μέσα στο χάος και την καταστροφή, υποφέραμε. Δεν είχαμε ούτε τα απαραίτητα. Ψάχναμε με τις ώρες για μια οδοντόπαστα ή για αέριο για την κουζίνα. Κοιμόμουν ξάγρυπνος μέσα στο αμάξι μου, περιμένοντας στην ουρά έξω από το πρατήριο για να βάλω λίγη βενζίνη. Την ίδια στιγμή, γνωρίζαμε ότι η οικογένεια Άσαντ ζούσε μες στην προκλητική πολυτέλεια. Τα παιδιά του ανέβαζαν στα social media φωτογραφίες με τις Φεράρι τους και τον χλιδάτο τρόπο ζωής τους. Φοβόμασταν όμως να μιλήσουμε έξω από το σπίτι μας. Παντού υπήρχε διαφθορά, λάδωμα, εκβιασμοί και θηριωδίες. Κανείς δεν ήθελε πια αυτό το καθεστώς».

«Υπάρχουν δυσκολίες ακόμα», μπαίνει στην κουβέντα ο κύριος Παντελής. «Έχουμε πολύωρες καθημερινές διακοπές ρεύματος, προβλήματα με το νερό και το ίντερνετ. Ζούμε με άγχος και αβεβαιότητα, αν σκεφτείς ότι ένας μέσος μηνιαίος μισθός είναι μόλις 100 ευρώ. Δεν έχουμε λεφτά, αλλά υπάρχει η υπόσχεση, ότι αυτό θα αλλάξει. Είμαστε στην αναμονή».
«Οι νέοι φεύγουν από τη χώρα λόγω της οικονομικής ανασφάλειας», παρεμβαίνει ο κύριος Τσάρλς, πρόεδρος της κοινότητας. «Δεν πάνε όμως στην Ελλάδα, γιατί και εκεί τα πράγματα δεν είναι καλά οικονομικά». Το βλέμμα του Γιώργου φωτίζεται όταν μιλάει για το σήμερα: «Υπάρχει ελπίδα. Η κατάσταση είναι καλή προς το παρόν στη Δαμασκό και καλυτερεύει κάθε μέρα. Οι άνθρωποι αλλάζουν, πρέπει να δώσουμε στον νέο Πρόεδρο μια ευκαιρία».
«Το θέμα είναι πώς θα μπορέσει ο πρόεδρος –ο προσωρινός πρόεδρος– να ισορροπήσει αυτά που υποσχέθηκε στους δικούς του, με την πραγματικότητα. Δεν είναι εύκολο και μπορεί να το πληρώσει με τη δική του ζωή», παρατηρεί ο κύριος Δημήτρης. Τον λόγο παίρνει ο πρώην πρόεδρος της κοινότητας, κύριος Αγάπιος-Χαμπίμπ. «Οι γυναίκες ψηφίζουν, οδηγούν. Τα δημόσια σχολεία ήταν μεικτά, τώρα πρότεινε ο Αλ Σάραα στην επαρχία να χωριστούν σε θηλέων και αρρένων, αλλά ξεσηκώθηκε ο κόσμος και δε λειτούργησε. Αμήχανα τα βήματά του.»
Όλοι τους, στην κοινότητα είναι τρομερά φιλόξενοι, μια μεγάλη αγκαλιά. «Καλά που ήρθατε να μιλήσουμε λίγα ελληνικά να μην τα ξεχάσουμε». Η γλυκιά κυρία Στεφάνου, μάς φέρνει έναν ασημένιο δίσκο με πάστες σεράνο και τον ακουμπάει στο τραπέζι με το λευκό σεμεδάκι. Παρά την ασταθή καθημερινότητα, δεν στενάζει ούτε στιγμή. «Δόξα τω Θεώ, όλα καλά θα πάνε», λέει με χαμόγελο. Περήφανοι και ανθεκτικοί, αντιμετωπίζουν με αξιοπρέπεια την εύθραυστη πραγματικότητα. Σε αυτή την προσπάθεια, ο Έλληνας πρέσβης στέκεται διαρκώς δίπλα τους, πολύτιμος και υποστηρικτικός.
«Οι Χριστιανοί, ως μειονότητα, πρέπει να μείνουμε σαν πρόβατα, έτσι ώστε να επιβιώσουμε. Δεν έχουμε κόμματα, δεν έχουμε όπλα, είμαστε απλοί άνθρωποι που κάνουμε τη δουλειά μας. Είμαστε στην άκρη», λέει στο τέλος ο κύριος Αγάπιος.
Λίγο μετά, παίρνω συνέντευξη από μια ηγετική φιγούρα της χώρας, τον Βεδουίνο Σάμι Αλ-Χεμς, ιδρυτή της Εθνικής Ένωσης Φυλών. «Η αδικία, οι δολοφονίες, η καταπίεση και τα βασανιστήρια που έχουμε υπομείνει όλα τα προηγούμενα χρόνια, είναι πρωτοφανή στη σύγχρονη ιστορία. Κατά τη διάρκεια της Συριακής Επανάστασης, η Δύση και τα Ηνωμένα Έθνη, δε μπόρεσαν να εξασφαλίσουν την απελευθέρωση έστω και ενός κρατούμενου του καθεστώτος. Ως εκ τούτου, βασιστήκαμε στους εαυτούς μας για την απελευθέρωση» Με κοιτάζει με τα φλογερά, διαπεραστικά του μάτια. «Ένα έθνος δεν χτίζεται πάνω στην εκδίκηση και τα αντίποινα, αλλά στην συμπερίληψη και την ενσωμάτωση. Βλέπουμε τη Συρία ως σύνολο, με όλα τα εθνικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά της στοιχεία».

Η κυρία Μαρία μας μαγειρεύει το επόμενο μεσημέρι, τα παραδοσιακά συριακά γιαπράκια, που μοιάζουν με μικρά ντολμαδάκια. Η ανιδιοτελής φροντίδα της κόντρα στη διχόνοια, την αβεβαιότητα, την επισφαλή πραγματικότητα. “Η ζωή κυλάει κανονικά τώρα. Προσέχουμε, αλλά θα πάμε στην εκκλησία, στα εστιατόρια, στις βεγγέρες. Γίνονται γάμοι, βαφτίσια… Ξαναγύρισε η ζωή. Η ζωή δεν σταματάει, έτσι είναι η ζωή. Είμαι στεναχωρημένη μέσα μου, αλλά η ζωή συνεχίζεται», λέει στωικά. Ρωτάει για την Ελλάδα με φωνή πνιγμένη. Συγκινείται και το χέρι της τρέμει: «Η Ελλάδα είναι η πατρίδα μας, η μάνα μας. Και η Συρία είναι η δεύτερη πατρίδα μας, γιατί βεβαίως εδώ γεννηθήκαμε, εδώ κάναμε οικογένεια. Και οι δύο είναι πατρίδες μας. Πρώτη μάνα, δεύτερη μάνα».
«Οι Μεγάλοι θέλουν μια αποδυναμωμένη Μέση Ανατολή», μας λέει ο κύριος Τσαρλς στο τέλος. «Είμαστε φίλοι με τους μουσουλμάνους, αλλά πάντα την πληρώνουν οι χριστιανοί που είμαστε μειοψηφία», κλείνει τη συζήτηση ο κύριος Παντελής .
Στον Προφήτη Ηλία
Την επόμενη μέρα, το γύρισμά μας είναι στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Εκεί όπου, στις 22 Ιουνίου του 2025, ένας «μοναχικός λύκος» εισέβαλε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας και ανατινάχθηκε, σκοτώνοντας δεκάδες χριστιανούς. Μια μέρα που οι Χριστιανοί της Δαμασκού αποκαλούν «η 11η Σεπτεμβρίου μας».
Μέσα στον ναό, ο οποίος αναστηλώνεται με δωρεές των πιστών, συναντούμε τον πατέρα Ιωάννη. Το βλέμμα του είναι ποτισμένο με μια θλίψη που ραγίζει την καρδιά: «Εκείνη την Κυριακή, τελούσαμε τη Θεία Λειτουργία», θυμάται. «Καθώς ο ψάλτης διάβαζε τις Επιστολές, ακούσαμε πυροβολισμούς. Στην αρχή, νομίσαμε ότι ήταν κροτίδες. Σύντομα, όμως, ο θόρυβος πλησίασε και καταλάβαμε ότι ερχόταν από μέσα από την εκκλησία. Αυτός ο εγκληματίας πυροβολούσε τυφλά τους πιστούς, σημαδεύοντας προς την Αγία Τράπεζα και το εικονοστάσι. Ήθελε να σκοτώσει όσους περισσότερους μπορούσε. Δύο άνδρες όρμησαν πάνω του, ελπίζοντας να τον σταματήσουν. Κατάφεραν να τον ρίξουν στο έδαφος και να τον σπρώξουν προς την έξοδο, σώζοντας έτσι πολλές ζωές. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, έγινε η έκρηξη. Όλα σταμάτησαν. Μετά, έπεσε μια τρομερή σιωπή. Δεν ήταν όμως ηρεμία. Λόγω της τρομερής πίεσης από το ωστικό κύμα, για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μπορούσε να ακούσει τίποτα. Μόλις αρχίσαμε να ανακτούμε τις αισθήσεις μας, τρέξαμε να ψάξουμε για επιζώντες και τραυματίες που χρειάζονταν άμεση βοήθεια. Όλοι οι κάτοικοι της γειτονιάς, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, έσπευσαν να βοηθήσουν. Οι περισσότεροι τραυματίες μεταφέρθηκαν στα νοσοκομεία με ιδιωτικά αυτοκίνητα…».

«Τις μέρες που ακολούθησαν την επίθεση, οι ζωές μας βυθίστηκαν στο απόλυτο χάος», συνεχίζει ο πατέρας Ιωάννης. «Υποφέραμε από αϋπνίες. Κάθε μέρα ξαναζούσαμε τις στιγμές μετά την έκρηξη. Ανθρώπινα μέλη ήταν σκορπισμένα στους τοίχους και τα στασίδια. Το θέαμα ήταν φρικτό. Επτά μεγάλες μαύρες σακούλες με θραύσματα ανθρώπινων σωμάτων συνέλεξαν από τον χώρο».
Την πρώτη Κυριακή μετά τη σφαγή, η λειτουργία έγινε κανονικά στο υπόγειο της εκκλησίας. Από εκείνο το περιστατικό κι έπειτα, Χριστιανοί εθελοντές, τα «Παλληκάρια», κάνουν περιπολίες στην περιοχή. Πλέον, όλοι οι χριστιανοί αποφεύγουν να κυκλοφορούν έξω από τη συνοικία τους τη νύχτα. Δεν νιώθουν ασφαλείς, καθώς η γενική αμνηστία που έδωσε ο Αλ Σαράα, άνοιξε τις πόρτες των φυλακών και στυγνοί εγκληματίες κυκλοφορούν ελεύθεροι. «Γίνονται ληστείες και απαγωγές για λύτρα», λέει ο ιερέας με ανησυχία. «Υπάρχουν και φανατικοί μουσουλμάνοι, αλλά δεν θα τους αφήσουμε να κυριαρχήσουν». Το βλέμμα του παγώνει. Κοιτάζει γύρω του τον μισογκρεμισμένο ναό και ψιθυρίζει τρέμοντας: «Τρεις μήνες μετά τη βομβιστική επίθεση, ακόμα μυρίζω το αίμα τους».
Στην αρχαία Μαλούλα
Τις επόμενες μέρες, τα γυρίσματα συνεχίζονται σε τόπους λατρείας, περίπου μιάμιση ώρα έξω από τη Δαμασκό. Φτάνουμε στη Μαλούλα, την αρχαία κωμόπολη, κοιτίδα του Χριστιανισμού, όπου οι κάτοικοι μιλούν ακόμα αραμαϊκά – τη γλώσσα του Ιησού. Μέσα στα επιβλητικά βράχια της περιοχής, είναι χτισμένα δύο πανάρχαια χριστιανικά μοναστήρια. Το γυναικείο κοινόβιο της Αγίας Θέκλας, χτισμένο τον 4ο αιώνα μ.Χ., θεωρείται από τα παλαιότερα στον κόσμο.
Καθώς πλησιάζουμε, μέσα από τους πέτρινους τοίχους του ναού, αντηχεί μια χαμηλόφωνη ψαλμωδία. Είναι το «Πάτερ Ημών» στα αραμαϊκά. Οι λέξεις, με τους τραχείς αλλά γεμάτους κατάνυξη φθόγγους τους, μοιάζουν να έρχονται κατευθείαν από τον 1ο αιώνα. Στέκομαι στην άκρη και παρατηρώ τους πιστούς. Μπαινοβγαίνουν με λαχτάρα και μια βαθιά ανακούφιση στο μοναστήρι, λες και ζητούν καταφύγιο σε μια σύγχρονη Κιβωτό. Ανάμεσά τους, νέα ζευγάρια με μικρά παιδιά στην αγκαλιά, ντυμένα με τζιν και αθλητικά, που μοιάζουν εκπληκτικά με Έλληνες. Παρά το πλήθος, υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση γαλήνης και αρμονίας. Στα γύρω χριστιανικά χωριά και στις γειτονιές, μυρίζεις Ελλάδα .
Ένα πολυτελές δείπνο
Αργά το απόγευμα, είμαστε καλεσμένοι σε ένα πολυτελές εστιατόριο, σε μια από τις πιο εύπορες συνοικίες της Δαμασκού. Οι δρόμοι φαρδύς και καθαροί, με κομψές βίλες και σχολαστικά φροντισμένους κήπους – μια εικόνα που μοιάζει αποκομμένη από τη γενικότερη αναταραχή.
Γύρω από το τραπέζι, οι ιστορίες των συνδαιτυμόνων στάζουν φόβο. Μας διηγούνται μια ιστορία για ένα νεαρό ζευγάρι φίλων, τους οποίους οι αρχές κατέβασαν πρόσφατα με τη βία από το αυτοκίνητό τους, απαιτώντας να επιδείξουν πιστοποιητικό γάμου. Η κουβέντα βαραίνει: «Με το που ανέλαβε ο Αλ Σαράα, όποιος είχε φωνή στα social media, ηθοποιοί και influencers, εξαφανίστηκαν από τη χώρα μέσα σε μια νύχτα. Φοβήθηκαν», μάς λένε. «Στο γυναικείο μπάσκετ, όλοι οι σύλλογοι καταργήθηκαν. Μόνο η εθνική ομάδα γυναικών επετράπη να συνεχίσει.», συνεχίζουν. «Απαγορεύεται πλέον στους φοιτητές Καλών Τεχνών, να ζωγραφίζουν ή να φιλοτεχνούν γλυπτά που απεικονίζουν γυμνό γυναικείο σώμα».
Μόλις έρχεται η ώρα του λογαριασμού, η ψευδαίσθηση της πολυτέλειας, διαλύεται. Ο λογαριασμός εξοφλείται με τεράστιες δεσμίδες χαρτονομισμάτων, που φέρουν ακόμα τυπωμένη τη μορφή του Άσαντ. Τον Σεπτέμβριο του 2025, το ευρώ αγγίζε πλέον τις 13.000 συριακές λίρες, το χρήμα μετριέται πια με τον όγκο του.
Φυλακές Σεντνάγια
«Επί Άσαντ, δεν μπορούσες να γράψεις ούτε ένα σχόλιο στο διαδίκτυο ενάντια στο καθεστώς», λέει ο οδηγός, καθώς πλησιάζουμε στις διαβόητες, θηριώδεις φυλακές της Σεντνάγια. «Σε συλλάμβαναν αμέσως και σε έστελναν εδώ». Γύρω μας, μια αίσθηση ερήμωσης, μια σχεδόν αποπνικτική ακινησία. Το βλέμμα του παγώνει έξω απ’ την πύλη: «Η κόλαση επι γης, φριχτά βασανιστήρια και σεξουαλική κακοποίηση, μέχρι που οι κρατούμενοι κατέληγαν σκιές, άνθρωποι θαμμένοι ζωντανοί». Ο τρόμος των Σύριων για αυτό το μέρος ήταν τόσο βαθύς, που κάθε φορά που διέσχιζαν την εθνική οδό μπροστά από τις φυλακές, δεν τολμούσαν καν να στρέψουν το βλέμμα τους προς το κτίριο. Τώρα, πάνω στο φράχτη είναι γραμμένες με μεγάλα γράμματα οι λέξεις: «Ελεύθερη Συρία».
Έχει πια σουρουπώσει όταν βγαίνουμε στην άδεια εθνική οδό προς τη Δαμασκό. Ο κύριος Δημήτρης, που μας συνοδεύει, βάζει ένα cd με ελληνική μουσική. «Εκείνος ήταν μόνος’» του Θεοδωράκη για τον Αλέκο Παναγούλη. Τραγουδάμε όλοι μαζί, ξεσηκώνοντας τη σιωπή του δρόμου.
Μια γιορτή στο γηροκομείο
Το τελευταίο βράδυ, το γηροκομείο μεταμορφώνεται για να μας αποχαιρετήσει. Τραπέζια φορτωμένα με μεζέδες και αναψυκτικά έχουν στηθεί ολόγυρα, ενώ δύο μουσικοί παίζουν το παραδοσιακό ούτι. Στην αυτοσχέδια πίστα, οι πρόσχαροι θαμώνες, χορεύουν αγκαλιά με τις νοσηλεύτριες. Κεφάτα σφυρίγματα και τραγούδια σιγοντάρουν τις φιγούρες τους. Τα κορμιά που λικνίζονται, γίνονται έδαφος αντίστασης στην ανασφάλεια και το φόβο. Χορεύω κι εγώ μαζί τους, κι όλοι γύρω μου χτυπάνε παλαμάκια ρυθμικά. Ένας ογδοντάρης ρίχνει ματιές θαυμασμού σε μια νοσοκόμα. Άνθρωποι ενωμένοι, που αρνούνται να παραιτηθούν, χορεύουν ξορκίζοντας τον πόνο και τα βάσανά τους .
«Ζούμε. Όσο ζούμε, καλά είμαστε»
Στο αεροδρόμιο, μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, κάθεται αντίκρυ μου στην αίθουσα αναμονής. Ο συνοδός της, σκεπτικός της κρατά σφιχτά το χέρι. Το βλέμμα της γεμάτο αγωνία, κοιτάζει στο κενό. Αντιλαμβάνεται ότι την παρατηρώ και τα μελαγχολικά πράσινα μάτια της με καρφώνουν. Συμμερίζομαι την ανησυχία της. Στη βαλίτσα μου έχω μια κάμερα κι ένα μικρόφωνο. Στον έλεγχο των αποσκευών, ο υπάλληλος με σταματά. Τα χαρτιά μου περνάνε από εξονυχιστικό έλεγχο, τα δάχτυλά του περιεργάζονται τον εξοπλισμό, ενόσω με κοιτάζει καχύποπτα. Κάτι μου λέει αυστηρά που δεν καταλαβαίνω. Φωνάζει ένα συνάδελφό του. Τα δευτερόλεπτα κυλούν βασανιστικά, προσπαθώ να κρύψω τη νευρικότητά μου. Ο Χρόνης που μένει πίσω, παρακολουθεί τη σκηνή πίσω από τις μπάρες, ανήμπορος να κάνει κάτι. Ο βλογιοκομμένος συνάδελφος, ξεφυλλίζει την άδεια κινηματογράφησης ρίχνοντας μου διερευνητικές ματιές πίσω από τους χοντρούς φακούς του. Πάω να πω κάτι, αλλά με διακόπτει κάνοντας μου ένα συγκαταβατικό νεύμα να περάσω.
Στον τρίτο έλεγχο ασφαλείας, παίρνουν τη γυναίκα με τα μελαγχολικά πράσινα μάτια στην άκρη, το διαβατήριο της δεν έχει αρκετές σελίδες. Ψελλίζει κάτι απελπισμένα, καθώς την οδηγούν σε κάποιο γραφείο. Στεναχωριέμαι, κανένας μας δε μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει κάτω από συνθήκες απόλυτης πραγματικότητας, σκέφτομαι, έχουμε ανάγκη το όνειρο: «Δεν ξέρουμε πού πάμε, αλλά έχουμε ελπίδα ότι θα πάμε πιο καλά». Αποχαιρετώ νοερά τους φίλους που έκανα στην όμορφη, ραγισμένη Συρία. «Ζούμε. Όσο ζούμε, καλά είμαστε…».

