«Τελικά, στις 6 Ιουνίου, σ’ ένα λιβάδι που ανήκε στον Τζον Σίνγκλτον, σχεδόν 50 αλυσίδες ανατολικά του σπιτιού του κ. Ράις Πράις, όπου τέμνονται ο μεσημβρινός με τον παράλληλο, οι τοπογράφοι στήνουν έναν στύλο, που γράφει Δ στη δυτική πλευρά και Β στη βόρεια, και η συνοριακή γραμμή έχει ολοκληρωθεί. Εδώ, στη βορειοανατολική γωνία του Μέριλαντ, ο γεωμετρικός προσκυνητής σίγουρα θα θελήσει να σταθεί και να αφεθεί στις σκέψεις του, μπροστά στην πιο τέλεια τομή που έχει γίνει έως τώρα στην Αμερική».
Αυτή η τέλεια τομή είναι η γραμμή που χάραξαν τις παραμονές της Αμερικανικής Επανάστασης οι αστρονόμοι Τσαρλς Μέισον και Τζερεμάια Ντίξον για να χωρίσουν την Πενσιλβάνια από το Μέριλαντ. (Δεν μπορούσαν να το ξέρουν τότε, αλλά πολλά χρόνια αργότερα αυτή η γραμμή θα γινόταν το συμβολικό σύνορο ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο.) Ο Τόμας Πίντσον, λοιπόν, μέσα από το μεταμοντέρνο έπος Mason & Dixon (1997) παρακολουθεί τους δύο ήρωες να χαράσσουν την παρθένα γη και δημιουργεί μια ανάγλυφη εικόνα της χώρας λίγο πριν από την ανεξαρτησία: σκλάβοι, Ινδιάνοι, συμφέροντα, δεισιδαιμονίες κι ένα τεράστιο ανεξερεύνητο δάσος.
Από αυτό το σημείο ξεκινά η ιστορία της Αμερικής ως ανεξάρτητης χώρας και από αυτό το σημείο ξεκινάμε κι εμείς να τη διατρέχουμε, ακολουθώντας όμως την ανεπίσημη οδό της λογοτεχνίας: Διαβάζοντας με συγκεκριμένη σειρά τα μυθιστορήματα που ακολουθούν (σκόπιμα επιλέχθηκαν βιβλία που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά), προκύπτει μια αφήγηση της ιστορίας των Ηνωμένων Πολιτειών που φτάνει έως τις μέρες μας.
Αμαρτίες του Νότου
Τα πρώτα χρόνια μετά την Ανεξαρτησία, τα αστικά κέντρα μεγαλώνουν στην Ανατολική Ακτή, πόλεις όπως η Φιλαδέλφεια, η Νέα Υόρκη, η Βοστώνη, αλλά και νοτιότερα το Τσάρλεστον και η Βαλτιμόρη, αποκτούν οικονομική και πληθυσμιακή υπόσταση, όμως το ενδιαφέρον για την ενδοχώρα είναι τεράστιο, εξ ου και η αγορά της Λουιζιάνα από τους Γάλλους το 1803. Το αόρατο σύνορο μετακινείται προς τη Δύση και τον Νότο, αποκαλύπτοντας μια όμορφη, ανεξερεύνητη και πλούσια γη. Ο εποικισμός της, όμως, προϋποθέτει τον εκτοπισμό των αυτόχθονων λαών, γεγονός που ως επί το πλείστον συμβαίνει βίαια αλλά και επίσημα, αφού από το 1830 τίθεται σε εφαρμογή ο Νόμος για την Απομάκρυνση των Ινδιάνων. Αυτή η γη, επίσης, χρειάζεται χέρια για να αξιοποιηθεί: τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα υπολογίζεται ότι εργάζονται στις βαμβακοφυτείες του Νότου, υπό το καθεστώς της δουλείας, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι.
Ο Γουίλιαμ Φόκνερ περιγράφει στο Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! (1936) πώς ο ήρωάς του, Τόμας Σάτπεν, φτάνει στο Τζέφερσον (επινοημένο μέρος) του Μισισίπι το 1833 για να δημιουργήσει μια φυτεία έχοντας μαζί του ένα «τσούρμο ξενόφερτους δούλους», τους οποίους οι λευκοί κάτοικοι της κοινότητας θεωρούν «πιο δολοφονικούς από οποιοδήποτε αγρίμι θα μπορούσε να ξετρυπώσει και να σκοτώσει κανείς σ’ εκείνα τα μέρη». Η άνοδος και η πτώση του Σάτπεν, μέσα από τα μάτια του Φόκνερ, γίνεται το ιδανικό πορτρέτο εκείνης της εποχής του Νότου.

Η δουλεία στα προεμφυλιακά χρόνια, βέβαια, είναι διαχρονικά ένα από τα κλασικότερα θέματα της αμερικανικής λογοτεχνίας: Ήδη από το 1852 κυκλοφορεί η Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά της Χάριετ Μπίτσερ Στόου, που γίνεται το μεγαλύτερο μπεστ σέλερ της εποχής, ενώ κάποια χρόνια αργότερα ο Μαρκ Τουέιν γράφει στις Περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν (1884) για τη φιλία ενός λευκού αγοριού με έναν δραπέτη μαύρο σκλάβο – ο Χέμινγουεϊ θα πει πολύ αργότερα ότι όλη η λογοτεχνία της Αμερικής προέρχεται από αυτό το βιβλίο. Αν μη τι άλλο, τον επιβεβαιώνει ο Πέρσιβαλ Έβερετ γράφοντας το James (2024), στο οποίο ξαναδιαβάζουμε το βιβλίο του Τουέιν από την πλευρά του δραπέτη Τζιμ.
Αν υπάρχει πάντως μια ιστορία με την οποία ο σημερινός αναγνώστης μπορεί να συνδεθεί ευκολότερα και να νιώσει τη φρίκη της δουλείας, αυτή είναι η Αγαπημένη (1987) της Τόνι Μόρισον. Γιατί καμία ιστορία δεν είναι πιο σπαρακτική από αυτήν μιας μάνας που σκοτώνει την δίχρονη κόρη της, για να μη ζήσει ως σκλάβα. Η Μόρισον αφηγείται την ιστορία (η οποία βασίζεται σε αληθινό περιστατικό) με αναδρομές στο παρελθόν, με μικρές δόσεις μαγείας και αδιανόητου πόνου.
Τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα υπολογίζεται ότι εργάζονται στις βαμβακοφυτείες του Νότου, υπό το καθεστώς της δουλείας, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι.
Περίπου την ίδια εποχή, συγκεκριμένα το 1849, τοποθετείται η πλοκή του πιο εμβληματικού μυθιστορήματος της Άγριας Δύσης, αυτού του παρανοϊκού αντι-γουέστερν του Κόρμακ Μακάρθι: στον Ματωμένο μεσημβρινό (1985) μεταφερόμαστε στα μεξικανικά σύνορα παρέα με μια ομάδα κυνηγών σκαλπ. Η αγριότητα του κόσμου του Μακάρθι είναι ανατριχιαστική: «Ο δικαστής κάθισε με τον μικρό Απάτσι μπροστά στη φωτιά, και το αγόρι κοίταζε τα πάντα με μάτια μαύρα σαν μούρα, και κάποιοι από τους άντρες έπαιζαν μαζί του και το έκαναν να γελάσει και του έδωσαν παστό κρέας, κι εκείνο κάθισε και το μασούλαγε και παρατηρούσε με σοβαρό ύφος τις μορφές που περνούσαν από πάνω του. Το σκέπασαν με μια κουβέρτα και το πρωί ο δικαστής το ταχτάριζε στο ένα γόνατο ενώ οι άντρες σέλωναν τ’ άλογά τους. Ο Τόουντβαϊν τον είδε με το αγόρι καθώς περνούσε με τη σέλα του, αλλά όταν ξαναγύρισε μετά από δέκα λεπτά οδηγώντας το άλογό του, το αγόρι ήταν νεκρό και ο δικαστής τού είχε πάρει το σκαλπ».
Βόρειοι και Νότιοι
Σχεδόν έναν αιώνα μετά τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας και λίγους μήνες μετά την εκλογή του Αβραάμ Λίνκολν στην προεδρία των ΗΠΑ, ξεκινά η εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα στο Ομοσπονδιακό Κράτος των Βορείων και στη Συνομοσπονδία του Νότου, η οποία διεκδικεί το δικαίωμα να αποσχιστεί. Κατά βάθος πρόκειται για έναν πόλεμο οικονομικών συμφερόντων με διακύβευμα το μέλλον της δουλείας, τη συνέχιση της οποίας επιθυμούσαν οι νότιες πολιτείες. Ο πόλεμος κρατάει τέσσερα χρόνια, από το 1861 έως το 1865, και η νίκη των Βορείων αποτελεί ασφαλώς μια νέα αφετηρία για τη χώρα, που θα οδηγήσει στην 13η Τροπολογία του Συντάγματος. Είναι η αφετηρία, επίσης, της Κου Κλουξ Κλαν, των νόμων περί φυλετικού διαχωρισμού αλλά και ενός συστημικού ρατσισμού που βασανίζει τη χώρα μέχρι σήμερα.

Ο Αμερικανικός Εμφύλιος έχει καταγραφεί λογοτεχνικά ποικιλοτρόπως. Η Μάργκαρετ Μίτσελ ρομαντικοποιεί την κουλτούρα του Νότου στο «κινηματογραφικό» Όσα παίρνει ο άνεμος (1936). Ο Ε. Λ. Ντοκτορόου περιγράφει στη Στρατιά (2005) τη βιαιότητα της θρυλικής πορείας του στρατηγού των Βορείων, Γουίλιαμ Σέρμαν, ο οποίος αφήνει πίσω του καμένη γη διασχίζοντας την πολιτεία της Τζόρτζια. Ο Τζορτζ Σόντερς πειραματίζεται στο Λήθη και Λίνκολν (2017) με το δράμα του προέδρου της χώρας για τον νεκρό του γιο, τοποθετώντας τον στο νεκροταφείο της Ουάσιγκτον, περιτριγυρισμένο από τις φωνές των πνευμάτων. Ο Λίνκολν συνειδητοποιεί ότι το δικό του πένθος δεν διαφέρει από το πένθος χιλιάδων οικογενειών.
Το κατεξοχήν, όμως, μυθιστόρημα του Αμερικανικού Εμφυλίου είναι το Κόκκινο σήμα του θάρρους (1895) του Στίβεν Κρέιν, ο οποίος αφαιρεί το ηρωικό στοιχείο από την αφήγηση του πολέμου και μεταφέρει το πεδίο της μάχης στον ψυχισμό του πρωταγωνιστή του, ενός νεαρού στρατιώτη των Βορείων, ο οποίος φοβάται, πανικοβάλλεται, δεν καταλαβαίνει ακριβώς τι συμβαίνει. Μέσα από καπνούς και σκόνη, ουρλιαχτά και πυροβολισμούς, ο στρατιώτης αναμετράται με το θάρρος του.
Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός
Μετά τον πόλεμο και την περίοδο της Ανασυγκρότησης ξεκινά η λεγόμενη «Επιχρυσωμένη εποχή», όπως τη χαρακτήρισε ο Μαρκ Τουέιν – η χρήση του όρου είναι σαρκαστική και περιγράφει το λαμπερό περιτύλιγμα που καλύπτει τις ακραίες κοινωνικές ανισότητες που αρχίζουν να διαμορφώνονται στις πόλεις. Οι οποίες γιγαντώνονται. Η Νέα Υόρκη φτάνει το ένα εκατομμύριο, εικοσαπλασιάζοντας τον πληθυσμό της από τις αρχές του αιώνα. Το ίδιο και το Σικάγο, το οποίο δεν υπήρχε στον χάρτη μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Υψώνονται οι πρώτοι ουρανοξύστες, ηλεκτροδοτούνται οι δρόμοι, ο σιδηρόδρομος ενώνει την ανατολική με τη δυτική ακτή. Είναι μια εποχή εντυπωσιακής ανάπτυξης και τεχνολογικής προόδου, επίσης μια εποχή μαζικής μετανάστευσης των Ευρωπαίων, που παλεύουν για το Αμερικανικό Όνειρο σε κάκιστες συνθήκες εργασίας.
Ένα κλασικό κείμενο που περιγράφει αυτή την περίοδο είναι Τα χρόνια της αθωότητας (1920) της Ίντιθ Γουόρτον, η οποία παρατηρεί τον κόσμο της παλιάς, νεοϋορκέζικης αριστοκρατίας να τρεμοσβήνει από τον άνεμο της αλλαγής. Οι ήρωές της ζουν τη δεκαετία του 1870 παγιδευμένοι σε ηθικές αγκυλώσεις και στερεότυπα, σε μια αλλοιωμένη πραγματικότητα με πολυτελή μέγαρα, άμαξες και βραδιές θεάτρου. Το μυθιστόρημα της Γουόρτον παρουσιάζει τον κόσμο που χάνεται, με τον ίδιο τρόπο που ο Γουίλιαμ Ντιν Χάουελς (τεράστιο όνομα τότε, κάπως ξεχασμένος πλέον) περιγράφει στο Η άνοδος του Σάιλας Λάπαμ (1885) τον καινούργιο που έρχεται. Ο ήρωας του Χάουελς είναι ένας ταπεινής καταγωγής βετεράνος του Εμφυλίου που κάνει περιουσία μέσω μιας επιχείρησης παραγωγής χρωμάτων. Το παράδειγμα του αυτοδημιούργητου ανθρώπου, ο οποίος όμως δυσκολεύεται να εισχωρήσει στους κύκλους της καλής κοινωνίας, εν προκειμένω της Βοστώνης, είναι μια χαρακτηριστική ιστορία της εποχής.
Στο τέλος του 19ου αιώνα υψώνονται οι πρώτοι ουρανοξύστες, ηλεκτροδοτούνται οι δρόμοι, ο σιδηρόδρομος ενώνει την ανατολική με τη δυτική ακτή. Είναι μια εποχή εντυπωσιακής ανάπτυξης.
Τα δύο μυθιστορήματα διαβάζονται παράλληλα, μαζί και με τις Βοστονέζες (1886) του Χένρι Τζέιμς, ο οποίος τρυπώνει στα σαλόνια και στους φεμινιστικούς κύκλους της Βοστώνης. Με αυτόν τον τρόπο παρατηρεί πώς μέσα από τη σύγκρουση προοδευτικών και συντηρητικών ιδεών αναδύεται η μάχη των φύλων. Και αναρωτιέται τι θα συμβεί σ’ αυτή τη νέα εποχή, όταν μια όμορφη κοπέλα που εκφωνεί φλογερούς λόγους σε οργανώσεις γυναικών γνωρίσει έναν άνδρα, δικηγόρο, που πολέμησε με τους Νότιους και θεωρεί ότι «οι γυναίκες δεν έχουν καμία δουλειά να είναι λογικές».

Η αμφισβήτηση του ρόλου της γυναίκας αρχίζει να απασχολεί τους κοινωνικούς κύκλους, συνεπώς αποτυπώνεται όλο και συχνότερα στη λογοτεχνία. Η Κέιτ Σοπέν γράφει την πολύ τολμηρή Αφύπνιση (1899), για μια γυναίκα από τη Νέα Ορλεάνη, σύζυγο και μητέρα, η οποία διεκδικεί μια δική της ταυτότητα. Παράλληλα, στο μεγάλο έργο του Θίοντορ Ντράιζερ Η Κάρι μας (1900), η ηρωίδα του τίτλου θέλει αυτό που σχολιάζουν και οι γυναίκες στις Βοστονέζες: να ζει καλύτερα. Ο Ντράιζερ ακολουθεί την Κάρι στο Σικάγο, εκεί όπου γνωρίζει τη σκληρότητα της μεγάλης πόλης, εξαρτάται από τους άνδρες και καταλαβαίνει ότι η επιβίωση και η κοινωνική της σταθερότητα απαιτούν συμβιβασμούς. Η πορεία της Κάρι προς την ανεξαρτησία μάς εισάγει, κατά κάποιον τρόπο, στη μοντέρνα κοινωνία.
Το μυθιστόρημα, όμως, που σφραγίζει αυτή την εποχή είναι η Ζούγκλα (1906) του Άπτον Σινκλέρ, αυτή η ιστορία φρίκης με τους μετανάστες που δουλεύουν στα σφαγεία του Σικάγο. Ένας από αυτούς είναι ο Γιούργκις, ο οποίος έχει μόλις φτάσει από τη Λιθουανία, επειδή είχε ακούσει για έναν γνωστό του που πλούτισε, και πιστεύει ότι η Αμερική είναι μια χώρα που, «είτε πλούσιος είτε φτωχός, ένας άνδρας είναι ελεύθερος». Η αφέλειά του στις πρώτες σελίδες είναι αφοπλιστική. «Η δυσωδία ήταν αφόρητη, αλλά για τον Γιούργκις δεν ήταν τίποτα. Η ψυχή του χόρευε από χαρά – επιτέλους, δούλευε! Δούλευε και κέρδιζε χρήματα!» Η Ζούγκλα είναι ένα λαϊκό μυθιστόρημα που με την ωμότητα των περιγραφών του πέτυχε ένα σοκ στην κοινωνία της εποχής – ακόμα και ο πρόεδρος Ρούσβελτ θα ζητήσει να ερευνηθούν οι συνθήκες εργασίας στο Σικάγο. Το ερώτημα, λοιπόν, που θέτει ο Σινκλέρ στην αυγή του νέου αιώνα είναι το εξής: ποιο είναι το ανθρώπινο κόστος της προόδου και της ανάπτυξης;
Άνοδος και πτώση
Αν και θα ήταν απλουστευτικό να λέγαμε ότι δεν υπήρχε μεσαία τάξη στην Αμερική μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, ωστόσο είναι τότε που αποκτά μια μορφή πιο κοντινή στους σημερινούς όρους. Στη νέα μεσαία τάξη ανήκουν υπάλληλοι, τραπεζίτες και διαφημιστές, ασφαλιστές, μηχανικοί, λογιστές, μεσίτες. Όπως ο Τζορτζ Μπάμπιτ, για παράδειγμα, ο ήρωας του περίφημου Μπάμπιτ (1922) του Σινκλέρ Λούις, του πρώτου νομπελίστα της Αμερικής. Ζει στο Ζένιθ (μια επινοημένη πόλη στα μεσοδυτικά), έχει οικογένεια, έχει σπίτι και αυτοκίνητο, είναι μέλος σε λέσχες. Η ιστορία του μοιάζει με μια απόπειρα κατανόησης της κανονικοποίησης του καπιταλισμού, μια κριτική στην εμμονή με τα υλικά αγαθά και τη σύνδεσή τους με την ευτυχία.
Ένα βήμα παρακάτω εμφανίζεται ο Φ. Σ. Φιτζέραλντ και ο Μεγάλος Γκάτσμπυ (1925), το πιο εμβληματικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’20: Ο Φιτζέραλντ περιγράφει έναν κόσμο εθισμένο στην κατανάλωση και την προβολή του πλούτου, έναν κόσμο έτοιμο να καταρρεύσει από την ατέλειωτη γιορτή, τη σπατάλη και την ξεχειλωμένη φαντασίωση του Αμερικανικού Ονείρου. Την ίδια στιγμή που ο Φιτζέραλντ στήνει το σκηνικό της Εποχής της Τζαζ στη σκιά της Ποτοαπαγόρευσης, ο φίλος του, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, δημιουργεί στο Και ο ήλιος ανατέλλει (1926) μια άλλη όψη της Χαμένης Γενιάς με την παρέα των βετεράνων του Α΄ Παγκοσμίου, σωματικά και συναισθηματικά εξαντλημένων, να περιφέρονται στην Ευρώπη πίνοντας αλκοόλ και παρακολουθώντας ταυρομαχίες. Είναι δύο όψεις, ανόμοιες αλλά συγγενείς, ενδεικτικές του υπαρξιακού κενού που αρχίζει να χαρακτηρίζει τις νέες γενιές της Αμερικής. Και μετά ξημερώνει εκείνη η «Μαύρη Τρίτη» του Οκτωβρίου του ’29.

Το Κραχ οδηγεί στην περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης, η οποία διαρκεί όλη τη δεκαετία του ’30 και δεν υπάρχει κανένα μυθιστόρημα που να την αποτυπώνει καλύτερα από τα Σταφύλια της οργής (1939) του Τζον Στάινμπεκ. Οι σκηνές όπου η οικογένεια Τζόουντ ετοιμάζεται να αφήσει την Οκλαχόμα με την ελπίδα ότι θα βρει μια καλύτερη ζωή στην Καλιφόρνια είναι από τις πιο συγκλονιστικές στην ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας. Εδώ, βέβαια, δεν πρόκειται για τυχοδιωκτισμό, αλλά για ανάγκη. Η Αμερική του ’30 δεν είναι μια γη ευκαιριών, αλλά μια χώρα ισοπεδωμένη από την ανεργία – στα μέσα της δεκαετίας το ποσοστό ξεπερνά το 20%. Φτάνοντας στην Καλιφόρνια, οι Τζόουντ θα δουν χιλιάδες οικογένειες στην ίδια κατάσταση με τους ίδιους, περιπλανώμενους εργάτες γης που έχουν χάσει το σπίτι τους και την ταυτότητά τους.
Η οικονομική κρίση, βέβαια, δεν αφορά μόνο την ύπαιθρο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του Σολ Μπέλοου για το Σικάγο της εποχής στο μυθιστόρημα ενηλικίωσης Οι περιπέτειες του Όγκι Μαρτς (1953), ενώ χρονικά σ’ αυτό το πλαίσιο μπορεί να ενταχθεί και ο Αόρατος άνθρωπος (1952) του Ραλφ Έλισον, με τη διαφορά ότι το «πρόβλημα» του ήρωα δεν είναι μόνο η εποχή, αλλά και το γεγονός ότι είναι μαύρος, ότι βιώνει σε κάθε του βήμα την εκμετάλλευση και τον ρατσισμό. Οι πρώτες φράσεις του ανώνυμου αφηγητή είναι χαρακτηριστικές: «Είμαι ένας αόρατος άνθρωπος. Όχι, δεν είμαι φάντασμα από εκείνα που στοίχειωναν τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, ούτε είμαι κανένα από εκείνα τα εκτοπλάσματα του Χόλιγουντ. Είμαι ένας υπαρκτός άνθρωπος, ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά, με ίνες και υγρά – και μπορώ μάλιστα να υποστηρίξω ότι διαθέτω και μυαλό. Είμαι αόρατος απλώς επειδή οι άνθρωποι αρνούνται να με δουν».
Ο Β’ Παγκόσμιος και η επόμενη μέρα
Η εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει καταγραφεί, αναμενόμενα, από πολλές και διαφορετικές οπτικές γωνίες. Υπάρχουν οι ρεαλιστικές αποτυπώσεις της εμπειρίας του μετώπου στο Οι γυμνοί και οι νεκροί (1948) του Νόρμαν Μέιλερ ή στη Λεπτή κόκκινη γραμμή (1962) του Τζέιμς Τζόουνς. Υπάρχει η αντιπολεμική σάτιρα του Τζόσεφ Χέλερ Catch-22 (1961) και η ιδιοσυγκρασιακή αφήγηση του Κερτ Βόνεγκατ στο Σφαγείο Νο5 (1969) για τον χρονοταξιδιώτη Μπίλι Πίλγκραμ που έζησε τον βομβαρδισμό της Δρέσδης. Υπάρχει και το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας (1973) του Τόμας Πίντσον, ο περήφανος ύμνος του μεταμοντερνισμού: μια δαιδαλώδης και παρανοϊκή ιστορία γύρω από την αναζήτηση της πυραυλικής τεχνολογίας V2 μέσα στο χάος της διαλυμένης Ευρώπης.
Μετά τον πόλεμο η Αμερική προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά της, μπαίνοντας σε μια νέα εποχή ως η ισχυρότερη χώρα στον κόσμο. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στιγματίζονται, βέβαια, από τη μαύρη σελίδα της καχυποψίας: Ο Φίλιπ Ροθ περιγράφει στο Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή (1998) την ιστορία του Άιρα, ενός ηθοποιού του ραδιοφώνου, ο οποίος καταγγέλλεται από τη σύζυγό του για τις πολιτικές του ιδέες. Αυτή η «ροθική» τραγωδία (που εντάσσεται στον κύκλο του Ζούκερμαν) παραπέμπει προφανώς στην περίοδο του Μακαρθισμού, το κυνήγι μαγισσών που ξεκίνησε με τη σύσταση της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων και τη δημιουργία της «μαύρης λίστας» των κομμουνιστών.

Κατά τα άλλα, η οικονομική ανάπτυξη δημιουργεί μια αίσθηση αφθονίας, τα σπίτια έχουν πλέον τηλεοράσεις, ψυγείο με κατάψυξη, πλυντήριο πιάτων. Δύο στα τρία νοικοκυριά διαθέτουν αυτοκίνητο, το οποίο γίνεται σύμβολο της τεχνολογικής προόδου. Στα χέρια του Τζακ Κέρουακ, βέβαια, μετατρέπεται σε σύμβολο πνευματικής αντίδρασης. Ο ήρωας του μυθιστορήματος Στον δρόμο (1957), Σαλ Παραντάις, alter ego του συγγραφέα, διασχίζει τη χώρα μαζί με τον φίλο του Ντιν Μοριάρτι, δημιουργώντας τον μύθο της νεανικής αντίδρασης στην καταναλωτική κοινωνία, στις υποχρεώσεις, στους συμβιβασμούς. Αυτό το «Ευαγγέλιο» της γενιάς του μπιτ δίνει έναν ορισμό της ελευθερίας μέσα από περιπέτειες γεμάτες ποίηση, σεξ και ναρκωτικά.
H οικονομική ανάπτυξη δημιουργεί μια αίσθηση αφθονίας, τα σπίτια έχουν πλέον τηλεοράσεις, ψυγείο με κατάψυξη, πλυντήριο πιάτων. Δύο στα τρία νοικοκυριά διαθέτουν αυτοκίνητο.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς την ίδια περίοδο διαδραματίζεται και η άλλη μεγάλη αντισυμβατική πρόταση της εποχής, ο Φύλακας στη σίκαλη (1951) του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, με τον αξεπέραστο έφηβο Χόλντεν Κόλφιλντ, τον πιο επιδραστικό λογοτεχνικό χαρακτήρα του μεταπολεμικού κόσμου, να αποβάλλεται από το σχολείο και να τριγυρνά μόνος του στην παγωμένη Νέα Υόρκη αμφισβητώντας, καβγαδίζοντας, διασκεδάζοντας και καταδικάζοντας κάθε «κάλπη» και, γενικότερα, την υποκρισία του τακτοποιημένου κόσμου των ενηλίκων.
Ο Χόλντεν, όπως και ο Σαλ, θέλουν να αποφύγουν να γίνουν αυτό που γίνονται όλοι εκείνη την εποχή: άνθρωποι της καλής και συντηρητικής ζωής των προαστίων, ο πληθυσμός των οποίων πολλαπλασιάζεται τη δεκαετία του ’50 με έναν στους τέσσερις Αμερικανούς να ζει στις παρυφές των μεγάλων πόλεων. Το μοντέλο του σπιτιού των τριών υπνοδωματίων με τον κήπο, το γκαράζ και την οικογένεια γύρω από το μεσημεριανό τραπέζι γίνεται ο κανόνας για τη μεσαία τάξη, που έχει μεγαλώσει με την ανασφάλεια της Ύφεσης και του Πολέμου και βολεύεται στο κάδρο της χαριτωμένης ζωής. Δεν είναι δύσκολο να εγκλωβιστεί κανείς. Είναι χαρακτηριστική η ιστορία του Φρανκ και της Έιπριλ, του ζευγαριού του Δρόμου της επανάστασης (1961) του Ρίτσαρντ Γέιτς: ακόμα και στην «τέλεια» ζωή υπάρχει χώρος για να είναι κανείς δυστυχής.
Αλλά και γενικότερα, η υπαρξιακή κρίση στα μεταπολεμικά χρόνια (κυρίως, βέβαια, για τους άνδρες χαρακτήρες) είναι ένα διαδεδομένο θέμα στην αμερικανική λογοτεχνία της εποχής, είτε πρόκειται για κατοίκους των προαστίων είτε των επαρχιακών πόλεων, όπως στο (φανταστικό) Μπρούερ της Πενσιλβάνια, όπου ο Τζον Απντάικ χτίζει τη μυθολογία του Χάρι Άνγκστρομ, του περίφημου «Λαγού», ο οποίος στο Λαγέ τρέξε (1960) αρχίζει να οδηγεί χωρίς σκοπό μέσα στη νύχτα, επειδή απλώς δεν αντέχει τη ζωή του (γάμος, δουλειά, ματαιωμένα όνειρα). Απλώς θέλει να φύγει.

Φόβος και παράνοια
Είναι η εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Στη Νέα Υόρκη εκτυλίσσεται ένας ιστορικός αγώνας μπέιζμπολ ανάμεσα στους Τζάιαντς και τους Ντότζερς,ακριβώς την ίδια στιγμή που η Σοβιετική Ένωση πραγματοποιεί μια επιτυχημένη πυρηνική δοκιμή. Τα δύο γεγονότα συνυπάρχουν στο πρωτοσέλιδο των New York Times το επόμενο πρωί, όπως συνυπάρχουν και στο θρυλικό πρώτο κεφάλαιο-μέρος του Υπόγειου κόσμου (1997) του Ντον Ντελίλο. Με αυτή την αφετηρία ο Ντελίλο διατρέχει (αντίστροφα) τις επόμενες δεκαετίες, δημιουργώντας ένα κλασικό προφίλ της ψυχροπολεμικής εποχής, κατά την οποία η αίσθηση της απειλής τρυπώνει στο μέσο αμερικανικό σπίτι. Είναι μια εποχή ανασφάλειας, καχυποψίας και θεωριών συνωμοσίας, στην κορυφή των οποίων βρίσκεται ασφαλώς η δολοφονία του Τζ. Φ. Κένεντι το 1963. Ο Ντελίλο (πάλι) είναι αυτός που αποδίδει καλύτερα αυτή την υπόθεση με τον σπουδαίο Ζυγό (1988), μια τρόπον τινά βιογραφία του Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ και παράλληλα μια φανταστική αποτύπωση του θεάτρου σκιών του πολιτικού κόσμου.
Στο μεταξύ, ο Πόλεμος του Βιετνάμ κορυφώνεται. Το 1965 ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον στέλνει για πρώτη φορά πεζοναύτες, αρχικά λίγες χιλιάδες που μέσα σε τρία χρόνια έχουν φτάσει το μισό εκατομμύριο. Στο εσωτερικό της χώρας υπάρχουν αντιδράσεις. Ο Νόρμαν Μέιλερ συνθέτει ένα μνημειώδες έργο, υβρίδιο λογοτεχνίας, ρεπορτάζ και ιστορίας: στις Στρατιές της νύχτας (1968) καλύπτει τη μεγάλη αντιπολεμική πορεία στην Ουάσιγκτον το 1967. Ο Μέιλερ αναφέρεται στον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο, γίνεται ο χαρακτήρας της ιστορίας του, καταθέτει το χρονικό της επίσκεψής του στην Ουάσιγκτον, τις πολιτικές του σκέψεις για τον πόλεμο και περιγράφει αναλυτικά πώς εκείνη η περιπέτεια κατέληξε στη σκόπιμη σύλληψή του, ώστε να μην μπορούν οι εφημερίδες να παρουσιάσουν τη διαδήλωση ως μια μάζωξη από «χίπηδες και αλήτες».
Την ίδια χρονική στιγμή στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ, την έδρα των ιστοριών του Ροθ, ξετυλίγεται η ιστορία του Σίμουρ Λιβόβ, του λεγόμενου «Σουηδού», ο οποίος έχει βρει την ιδανική «αμερικανική» ζωή: παντρεύεται το πιο όμορφο κορίτσι της περιοχής, μένει σε ένα ωραίο σπίτι, έχει μια συμπαθητική επιχειρηματική πορεία και μια αξιαγάπητη κόρη, η οποία όμως στην εφηβεία της, επηρεασμένη από τις αντιδράσεις για τον Πόλεμο του Βιετνάμ, τοποθετεί μια βόμβα στο τοπικό ταχυδρομείο και σκοτώνει έναν άνθρωπο. Με το Αμερικάνικο ειδύλλιο (1997) ο Ροθ είναι σαν να ρίχνει τους τίτλους τέλους για μια εποχή αθωότητας και ψευδαισθήσεων, μια εποχή αμαρτιών αλλά και θαυμάτων, κατά την οποία οι ειδήσεις άλλοτε αφορούσαν τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και άλλοτε τον Νιλ Άρμστρονγκ στο φεγγάρι.
Σε αυτό το κλίμα ο δημοσιογράφος Ραούλ Ντιουκ και ο Δρ Γκόντζο φτάνουν στην έρημο της Νεβάδα με ένα πορτ μπαγκάζ γεμάτο ναρκωτικά και ζουν μια σειρά από σουρεαλιστικές περιπέτειες – ας τις αντιμετωπίσουμε ως μια προκλητική δήλωση απόρριψης ενός κόσμου που δεν βγάζει λογική. Καθαρά συμβολικά, ο τίτλος του παραληρηματικού μυθιστορήματος του Χάντερ Τόμπσον, Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας (1972), μπορεί να περιγράψει τα χρόνια που προηγήθηκαν, αλλά και αυτά που θα έρχονταν, καθώς η Αμερική μπαίνει στη δεκαετία του ’70 για να αντιμετωπίσει την πολιτική διαφθορά και το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, την πετρελαϊκή κρίση και την ύφεση στην οικονομία, αλλά και την αποτυχία στο Βιετνάμ.

Ο αιώνας τελειώνει
Οι χίπηδες δίνουν τη θέση τους στους γιάπηδες (yuppies), ένα νέο «είδος» Αμερικανού, ο οποίος είναι μορφωμένος, ζει στις μεγάλες πόλεις, φοράει ακριβά ρούχα, έχει καλό ρολόι και αυτοκίνητο, είναι φιλόδοξος και βγάζει πολλά χρήματα δουλεύοντας ασταμάτητα σε μεγάλα γραφεία, απολαμβάνει την corporate κουλτούρα και νοιάζεται για το στάτους του. Η λογοτεχνία μάς έχει δώσει δύο διάσημα παραδείγματα: τον χρηματιστή της Γουόλ Στριτ Σέρμαν ΜακΚόι από την Πυρά της ματαιοδοξίας (1987) του Τομ Γουλφ και τον ψυχοπαθή Πάτρικ Μπέιτμαν στη σατιρική εκδοχή του Μπρετ Ίστον Έλις στην Αμερικανική ψύχωση (1991). Το μεγάλο μυθιστόρημα της δεκαετίας είναι, όμως, ο Λευκός θόρυβος (1985) του Ντελίλο, αυτός ο μύθος για την αποχαύνωση του ανθρώπου από την κατανάλωση, την τηλεόραση, την πληροφορία, από αυτή τη μόνιμη «φασαρία» της καθημερινότητας, ακόμα και από τα χάπια που σβήνουν τον τρόμο της θνητότητας.
Αυτά τα χαρακτηριστικά μέσα σε λίγα χρόνια γίνονται κάτι άλλο, η δεκαετία του ’90 φέρνει μια χαλάρωση, ο Ψυχρός Πόλεμος τελειώνει, η πανδημία του AIDS αρχίζει να αντιμετωπίζεται, η τηλεόραση παίζει εκπομπές ριάλιτι, ο αιώνας οδεύει προς το τέλος του και η οικογένεια Λάμπερτ, μια τυπική μεσοαστική οικογένεια στα μεσοδυτικά, ετοιμάζεται για ένα τελευταίο εορταστικό τραπέζι πριν ο πατέρας, ο οποίος πάσχει από τη νόσο του Πάρκινσον και άνοια, καταρρεύσει οριστικά. Με τις Διορθώσεις (2001) ο Τζόναθαν Φράνζεν ρίχνει την αυλαία της δεκαετίας και του αιώνα, παρατηρώντας όλες τις ατέλειες της αμερικανικής οικογένειας, όπως έχει σχηματιστεί μέσα από τα χρόνια, σημειώνοντας όλα τα αδιέξοδα της νεότερης γενιάς, των τριών ενήλικων παιδιών που παγιδεύονται κάπου ανάμεσα στις φιλοδοξίες και τις αποτυχίες τους.
Η εποχή μας
«Παρόλο που το φέρετρο του Μπαμπά ήταν άδειο, η ντουλάπα του ήταν γεμάτη. Και ακόμα και μετά από έναν χρόνο, συνέχιζε να μυρίζει αφρό ξυρίσματος. Άγγιξα όλα τα λευκά του κοντομάνικα. Άγγιξα το καλό του ρολόι που δεν φορούσε ποτέ και τα έξτρα κορδόνια για τα αθλητικά του που δεν θα έτρεχαν ποτέ ξανά γύρω απ’ τη λίμνη». Ο εννιάχρονος αφηγητής του Εξαιρετικά δυνατά & απίστευτα κοντά (2005) του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ έχει χάσει τον πατέρα του στους Δίδυμους Πύργους. Στην ντουλάπα θα βρει κι ένα κλειδί που θα αποτελέσει την αφετηρία μιας περιπέτειας, στη διάρκεια της οποίας ο μικρός πρωταγωνιστής θα ξεχυθεί στους δρόμους της Νέας Υόρκης παρατηρώντας το συλλογικό σοκ της πόλης.
Οι Αμερικανοί (και όχι μόνο, πάντως) συγγραφείς των πρώτων ετών του αιώνα ασχολήθηκαν εμμονικά με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου: από τον Άνθρωπο σε πτώση (2007) του Ντελίλο μέχρι και πιο έμμεσες προσεγγίσεις, όπως η νουβέλα του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας Το κανάλι της δυστυχίας (από τη συλλογή Αμερικανική λήθη, 2004), τα Παιδιά του αυτοκράτορα (2006) της Κλερ Μεσούντ ή η Χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης (2018) της Οτέσα Μόσφεγκ.

Τα χρόνια που ακολουθούν την 11η Σεπτεμβρίου, είτε επειδή είναι πολύ πρόσφατα είτε επειδή η Αμερική μοιάζει κάπως κατακερματισμένη, μπορούν να περιγραφούν μόνο μέσα από το άθροισμα ψηφίδων: Η Σίλικον Βάλεϊ, η τεχνολογική δυστοπία και ο σκοτεινός κόσμος των μεγάλων εταιρειών αποτυπώνονται σε βιβλία όπως ο Κύκλος (2013) του Ντέιβ Έγκερς ή η Αγνή (2015) του Φράνζεν, ενώ ο εθισμός στα σόσιαλ μίντια και η παράλληλη ψηφιακή ζωή σχολιάζονται στο Κανείς δε μιλάει γι’ αυτό (2021) της Πατρίσια Λόκγουντ. Παράλληλα, έχουμε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008: Στο Ιδού οι ονειροπόλοι (2016) η Ιμπόλο Μπούε τοποθετεί τον ήρωά της, μετανάστη από το Καμερούν (όπως είναι και η ίδια η συγγραφέας), να δουλεύει ως σοφέρ ενός στελέχους της Lehman Brothers. Η κατάρρευση της οικονομίας προκαλεί ένα κύμα που δεν αφήνει κανέναν ανεπηρέαστο.
Τα χρόνια που ακολουθούν την 11η Σεπτεμβρίου, ίσως επειδή είναι πολύ πρόσφατα, η Αμερική μοιάζει κάπως κατακερματισμένη και τα θέματα που απασχολούν τη λογοτεχνία της ποικίλλουν.
Οι ταυτότητες βεβαίως, εθνικές, φυλετικές, σεξουαλικές, είναι ένα μεγάλο θέμα της αμερικανικής λογοτεχνίας του αιώνα μας: το βλέπουμε στο έξοχο ντεμπούτο του Όσιαν Βουόνγκ, Στη Γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι (2019), όπου περιγράφεται η μεταναστευτική και η κουίρ εμπειρία ενός νεαρού Βιετναμέζου στο σημερινό Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Το βλέπουμε και στον Πουλημένο (2015), αυτή την απίθανη σάτιρα του Πολ Μπίτι, ο οποίος βάζει τον πρωταγωνιστή του, έναν μαύρο Αμερικανό της (φανταστικής) πόλης Ντίκενς στα περίχωρα του Λος Άντζελες, ο οποίος, μπουχτισμένος από την υποκρισία της ισότητας και της πολιτικής ορθότητας, επιχειρεί να επαναφέρει στον τόπο του τη δουλεία και τον φυλετικό διαχωρισμό.
Κι άλλες ψηφίδες: Το Τραγούδα, άταφο πουλί (2017) της Τζάσμιν Γουόρντ, η οποία επιστρέφει στον Νότο με αυτό το σκοτεινό road movie μιας μητέρας εθισμένης στα ναρκωτικά και των δύο ανήλικων παιδιών της, που ταξιδεύουν για να συναντήσουν τον λευκό πατέρα που αποφυλακίζεται. Ή το Ντίμον Κόπερχεντ (2022) της Μπάρμπαρα Κίνγκσολβερ, η οποία τοποθετεί τον Ντέιβιντ Κόπερφιλντ του Ντίκενς στα Απαλάχια Όρη, την εποχή που η κρίση των οπιοειδών θέριζε τη φτωχή, λευκή Αμερική της επαρχίας.
Αυτή η αφήγηση ολοκληρώνεται με το σημαντικότερο βιβλίο για τον καιρό της κλιματικής κρίσης, το πολυεπίπεδο έπος του Ρίτσαρντ Πάουερς Οι κορυφές της ζωής (2018), μέσα από το οποίο ο Αμερικανός συγγραφέας μετακινείται στον χρόνο και σε διάφορα σημεία της χώρας, παρατηρώντας τα υπέροχα δάση και καταγράφοντας τις ιστορίες των δέντρων – επικοινωνώντας τρόπον τινά με τους Μέισον και Ντίξον, που έβλεπαν αυτά τα δάση για πρώτη φορά, τα χρόνια που γεννιόταν αυτή η χώρα. Ο Πάουερς γράφει μια ιστορία ριζοσπαστικού, οικολογικού ακτιβισμού, μια ιστορία για τον ανθρώπινο εγωισμό που καταστρέφει έναν κόσμο που προϋπήρχε: «Τα γηραιότερα κομμένα δέντρα είναι περίπου ογδόντα χρονών. Χαμογελάει με τον αριθμό, τόσο κωμικό, γιατί αυτά τα πενήντα χιλιάδες μωρά δέντρα ολόγυρά της έχουν ξεφυτρώσει από μια μάζα ριζωμάτων τόσο παλιά, που είναι αδύνατον να χρονολογηθεί έστω στα τελευταία χιλιάδες χρόνια. Υπογείως, οι ογδοντάχρονοι κορμοί είναι εκατό χιλιάδων ετών τουλάχιστον. Δεν θα ένιωθε έκπληξη αν μάθαινε πως αυτό το μεγάλο, ενωμένο, μοναδικό κλωνικό πλάσμα που μοιάζει με δάσος βρίσκεται εδώ για το μεγαλύτερο μέρος του τελευταίου ενός εκατομμυρίου ετών».
Με σειρά εμφάνισης
Mason & Dixon, Τόμας Πίντσον, εκδόσεις Χατζηνικολή
Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!, Γουίλιαμ Φόκνερ, εκδόσεις Gutenberg
Η καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά, Χάριετ Μπίτσερ Στόου, εκδόσεις Άγκυρα
Οι περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν, Μαρκ Τουέιν, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
James, Πέρσιβαλ Έβερετ, εκδόσεις Ψυχογιός
Αγαπημένη, Τόνι Μόρισον, εκδόσεις Παπαδόπουλος
Ματωμένος μεσημβρινός, Κόρμακ Μακάρθι, εκδόσεις Gutenberg
Όσα παίρνει ο άνεμος, Μάργκαρετ Μίτσελ, εκδόσεις Μαλλιάρης
Η στρατιά, Ε. Λ. Ντοκτορόου, εκδόσεις Πόλις
Λήθη και Λίνκολν, Τζορτζ Σόντερς, εκδόσεις Ίκαρος
Το κόκκινο σήμα του θάρρους, Στίβεν Κρέιν, εκδόσεις Μεταίχμιο
Τα χρόνια της αθωότητας, Ίντιθ Γουόρτον, εκδόσεις Μεταίχμιο
Η άνοδος του Σάιλας Λάπαμ, Γουίλιαμ Ντιν Χάουελς, εκδόσεις Gutenberg
Οι Βοστονέζες, Χένρι Τζέιμς, εκδόσεις Gutenberg
Αφύπνιση, Κέιτ Σοπέν, εκδόσεις Καστανιώτη
Η Κάρι μας, Θίοντορ Ντράιζερ, εκδόσεις Gutenberg
Η ζούγκλα, Άπτον Σινκλέρ, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
Μπάμπιτ, Σινκλέρ Λούις, εκδόσεις Λέμβος
Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ, Φ. Σ. Φιτζέραλντ, εκδόσεις Πατάκη
Κι ο ήλιος ανατέλλει, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, εκδόσεις Καστανιώτη
Τα σταφύλια της οργής, Τζον Στάινμπεκ, εκδόσεις Παπαδόπουλος
Οι περιπέτειες του Όγκι Μαρτς, Σολ Μπέλοου, εκδόσεις Καστανιώτη
Ο αόρατος άνθρωπος, Ραλφ Έλισον, εκδόσεις Κέδρος
Οι γυμνοί και οι νεκροί, Νόρμαν Μέιλερ, εκδόσεις Καστανιώτη
Λεπτή κόκκινη γραμμή, Τζέιμς Τζόουνς, εκδόσεις Οξύ
Catch-22, Τζόσεφ Χέλερ, εκδόσεις Εκάτη
Σφαγείο Νο5, Κερτ Βόνεγκατ, εκδόσεις Πατάκη
Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας, Τόμας Πίντσον, εκδόσεις Χατζηνικολή
Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή, Φίλιπ Ροθ, εκδόσεις Πόλις
Στον δρόμο, Τζακ Κέρουακ, εκδόσεις Πλέθρον
Ο φύλακας στη σίκαλη, Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, εκδόσεις Πατάκη
Ο δρόμος της επανάστασης, Ρίτσαρντ Γέιτς, εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες
Λαγέ τρέξε, Τζον Απντάικ, εκδόσεις Οξύ
Υπόγειος κόσμος, Ντον Ντελίλο, εκδόσεις Εστία
Ζυγός, Ντον Ντελίλο, εκδόσεις Gutenberg
Αμερικάνικο ειδύλλιο, Φίλιπ Ροθ, εκδόσεις Πόλις
Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας, Χάντερ Τόμπσον, εκδόσεις Πατάκη
Η πυρά της ματαιοδοξίας, Τομ Γουλφ, εκδόσεις Σέλας
Αμερικανική ψύχωση, Μπρετ Ίστον Έλις, εκδόσεις Οξύ
Λευκός θόρυβος, Ντον Ντελίλο, εκδόσεις Εστία
Διορθώσεις, Τζόναθαν Φράνζεν, εκδόσεις Ψυχογιός
Εξαιρετικά δυνατά & απίστευτα κοντά, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, εκδόσεις Κέδρος
Άνθρωπος σε πτώση, Ντον Ντελίλο, εκδόσεις Εστία
Αμερικανική λήθη, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, εκδόσεις Κέδρος
Τα παιδιά του αυτοκράτορα, Κλερ Μεσούντ, εκδόσεις Πάπυρος
Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης, Οτέσα Μόσφεγκ, εκδόσεις Ψυχογιός
Κύκλος, Ντέιβ Έγκερς, εκδόσεις Κέδρος
Αγνή, Τζόναθαν Φράνζεν, εκδόσεις Ψυχογιός
Κανείς δε μιλάει γι’ αυτό, Πατρίσια Λόκγουντ, εκδόσεις Ψυχογιός
Ιδού οι ονειροπόλοι, Ιμπόλο Μπούε, εκδόσεις Κέδρος
Στη Γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι, Όσιαν Βουόνγκ, εκδόσεις Gutenberg
Ο πουλημένος, Πολ Μπίτι, εκδόσεις Καστανιώτη
Τραγούδα, άταφο πουλί, Τζάσμιν Γουόρντ, εκδόσεις Παπαδόπουλος
Ντίμον Κόπερχεντ, Μπάρμπαρα Κίνγκσολβερ, εκδόσεις Ψυχογιός
Οι κορυφές της ζωής, Ρίτσαρντ Πάουερς, εκδόσεις Διάπλαση

