Φώτης Νικολάου στο Κ: «Δεν θέλω να γίνω αυτό που επιβάλλει η τάση»

Φώτης Νικολάου στο Κ: «Δεν θέλω να γίνω αυτό που επιβάλλει η τάση»

Είκοσι χρόνια μετά την πρώτη του παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών, ο Κύπριος χορογράφος επιστρέφει στην Πειραιώς 260 με το έργο «The corridor», που μιλάει για την απώλεια

5' 38" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Τον Ιούλιο του 2006, ο Φώτης Νικολάου με τη χοροθεατρική ομάδα X-it που είχε ιδρύσει το 2003, παρουσίαζε το έργο «Ώρα Ενάτη» στο Σχολείον της Ειρήνης Παπά, όπου σήμερα στεγάζεται η δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Ήταν η πρώτη χρονιά που το φεστιβάλ «κατηφόριζε» στην οδό Πειραιώς, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιώργου Λούκου, ενώ ο ίδιος υπήρξε ένας από τους μόλις τρεις χορογράφους με έδρα την Ελλάδα που είχαν συμπεριληφθεί στο πρόγραμμά του.

Είκοσι χρόνια μετά και πιο συγκεκριμένα στις 8 και 9 Ιουλίου, αυτή τη φορά στον Χώρο Δ της Πειραιώς 260, ο Κύπριος καλλιτέχνης, έχοντας εν τω μεταξύ συνεργαστεί με το φεστιβάλ μόνο ως κινησιολόγος σε παραστάσεις θεάτρου, επιστρέφει με το «The corridor» (Ο διάδρομος). Από τη Λευκωσία όπου βρίσκεται αυτή την περίοδο, μας μιλάει σε πρώτο πρόσωπο για το καινούργιο αυτό έργο, την προσωπική πορεία του και τον σύγχρονο χορό στην Ελλάδα «τότε και τώρα».

Η βάση μου παραμένει στην Αθήνα. Εκεί ζω από το 1992 και εκεί βρίσκεται η καλλιτεχνική μου ταυτότητα, παρότι τα τελευταία χρόνια δουλεύω πολύ συχνά στην Κύπρο όπου βιοπορίζομαι από την κινησιολογία στο θέατρο. Στην Κύπρο, τα πράγματα είναι πιο σταθερά και ήρεμα σε σχέση με την Αθήνα όπου υπάρχει ένα διαρκές άγχος, π.χ. για το πότε θα πληρωθείς. Από τις παραστάσεις που κάνω με τη δική μου ομάδα, βέβαια, δεν έχω βγάλει ποτέ μου χρήματα· από αυτές, «ζω» άλλους ανθρώπους.

Φώτης Νικολάου στο Κ: «Δεν θέλω να γίνω αυτό που επιβάλλει η τάση»-1
Φωτογραφία: Pavlos Vrionides

Ξεκίνησα να χορεύω με το που ήρθα στην Ελλάδα και να χορογραφώ το 2003. Έζησα, λοιπόν, σαν ένα roller coaster την άνοιξη του σύγχρονου χορού, την εποχή που συνέβαινε. Τότε κυριαρχούσαν ο Χάρης Μανταφούνης, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Κωνσταντίνος Ρήγος, ο Κωνσταντίνος Μίχος, η ομάδα των Sinequanon. Αυτοί οι καλλιτέχνες έδωσαν ώθηση στην τέχνη του χορού, η οποία στην Ελλάδα δεν είχε την προϊστορία π.χ. του θεάτρου. Κι όλο αυτό το πράγμα απογειώθηκε όταν το κράτος άρχισε να μας δίνει επιχορηγήσεις.

Επειδή τα αγόρια που χόρευαν τότε ήταν λίγα, είχα την τύχη να συνεργαστώ με όλους τους σημαντικούς χορογράφους εκείνης της εποχής. Κι αυτό που κρατάω ως πολυτιμότερο δώρο είναι το ότι μου μετέδωσαν την αίσθηση της ομάδας. Οι χορευτές της δικής μου γενιάς, όταν είμασταν στη σχολή θέλαμε όλοι να μπούμε σε κάποια από τις ομάδες, οι οποίες τότε λειτουργούσαν με έναν σταθερό πυρήνα ερμηνευτών, κάτι που επέτρεπε τη δημιουργία και την εξέλιξη μιας ξεχωριστής «γλώσσας». Αυτό στη συνέχεια χάθηκε, καθώς οι ομάδες δεν κατάφεραν να συντηρήσουν τους χορευτές τους.

Οι υπέροχες γενιές των νεότερων από εμένα χορευτών, είναι πολύ καλύτερες και ενημερωμένες απ’ ό,τι υπάρξαμε ποτέ εμείς. Δυστυχώς, όμως, πηγαίνουν για λίγο σε μια ομάδα, μετά σε κάποια άλλη και εν τω μεταξύ διδάσκουν ή κάνουν χίλια δυο άλλα πράγματα για να ζήσουν. Αυτή η κατάσταση δεν τους επιτρέπει το να αποκτήσουν μια καθαρή ταυτότητα χορευτή κι αυτό με θλίβει.

Ας μιλήσουμε, όμως, για το «The corridor». Είχα όρεξη, μετά από χρόνια, να κάνω ένα πολυπρόσωπο έργο. Άρχισα, λοιπόν, να δρομολογώ την πραγματοποίησή του μέσα από ένα πρόγραμμα στην Κύπρο όπου όντως το ανεβάσαμε τον προηγούμενο μήνα, για τρεις παραστάσεις, στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ (Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου). Παράλληλα, το είχα προτείνει στο Φεστιβάλ Αθηνών και καθώς έγινε δεκτό βρέθηκα να επιστρέφω μετά από 20 χρόνια στο πρόγραμμά του, με ένα έργο με δέκα ερμηνευτές: εννέα χορευτές και μία ηθοποιό.

Τα θέματα της απώλειας και του αποχαιρετισμού που διαπραγματεύεται το «The corridor», με απασχόλησαν σε όλη μου την πορεία και θα συνεχίσουν να με απασχολούν, καθώς πρόκειται για ζητήματα στα οποία δεν μπορεί να δοθεί απάντηση. Αυτή η εμμονή μου ενδεχομένως να έχει να κάνει με το ότι υπήρξε μια περίοδος στη ζωή μου κατά την οποία ήρθα αντιμέτωπος, απανωτά, με πάρα πολλές απώλειες, στην οικογένειά μου.

Φώτης Νικολάου στο Κ: «Δεν θέλω να γίνω αυτό που επιβάλλει η τάση»-2
Φωτογραφία: Stergios Dinopoulos

Μέσα από τα έργα μου ίσως να προσπαθώ να καταλάβω, να καταπιώ ή και να ξορκίσω αυτές τις απώλειες. Η διαφορά που έχει, πάντως, το «The corridor» από όσα προηγήθηκαν είναι το ότι με αυτό δεν θέλω να εξερευνήσω το πώς είναι να λες αντίο αλλά το πώς είναι κάποιος να εγκαταλείπει το σώμα του και να περνάει σε μια άλλη πραγματικότητα, να μπαίνει σε έναν καινούργιο τόπο, αν υπάρχει κάτι τέτοιο. Φωτίζω, ας πούμε, κάποιες πτυχές αυτής της κατάστασης.

Μια λωρίδα γης που ενώνει δύο σημεία και συνήθως ξεκινάει από την ενδοχώρα για να καταλήξει στη θάλασσα, αυτό είναι ο διάδρομος της παράστασης. Τη συγκεκριμένη λωρίδα γης, τη φέρνω κάπως διαλυμένη στη σκηνή, έχοντας δώσει στον διάδρομο πλάτος δύο μέτρα και μήκος γύρω στα δεκατέσσερα. Από ένα σημείο και μετά είναι γεμάτη ερείπια. Και η θάλασσα στην οποία καταλήγει, ως τόπος με νερό, λειτουργεί ως τόπος κάθαρσης.

Η κατάσταση στη Γάζα, σωστά το αναφέρεις, έχει επηρεάσει το «The corridor». Είναι ζοφερά αυτά που ζούμε, με τους πολέμους να συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας. Και στην παράστασή μας αλλιώς φαίνεται να φεύγουν τα σώματα για το καινούργιο τους ταξίδι όταν αυτό συμβαίνει γαλήνια –επειδή π.χ. είναι χορτασμένα λόγω ηλικίας– κι αλλιώς όταν αυτό γίνεται με μεγάλη βία, όπως από έναν πυροβολισμό.

Οι ιστορίες των ανθρώπων του έργου μπορεί να συμβαίνουν πάνω στη σκηνή παράλληλα, αλλά κυριαρχεί η αίσθηση πως η διαδικασία μετάβασης από την οποία περνάνε τα σώματα είναι πάρα πολύ μοναχική. Κι ενώ συνηθίζουμε να λέμε πως η απώλεια είναι ένα πέρασμα από το φως στο σκοτάδι, το συμπέρασμα που προσπαθώ να αναδείξω μέσα από το έργο είναι πως πρόκειται για ένα πέρασμα από το φως στο σκοτάδι και μετά ξανά στο φως.

Αν μου πει κάποιος να μην ξαναχορέψω, δεν θα έχω κανένα πρόβλημα. Χόρεψα τόσο πολύ στη ζωή μου που χόρτασα και τώρα μπορώ να κάθομαι και να χαίρομαι βλέποντας τους άλλους να χορεύουν. Έχω, επίσης, συνεχώς ανοιχτές τις κεραίες μου προς ό,τι νέο. Θέλω να αντιλαμβάνομαι πού βρίσκονται κάθε στιγμή τα πράγματα στον σύγχρονο χορό. Στα δικά μου τα χρόνια, για παράδειγμα, χορεύαμε πολύ συχνά «ξαπλωμένοι» στο πάτωμα. Τώρα, δεν ισχύει αυτό.

Ναι, έχω πάντα τον φόβο μήπως έχει γίνει «dated» αυτό που κάνω, μήπως «πάλιωσα». Άλλωστε, έχουν φτάσει στ’ αυτιά μου και κάτι σχόλια του τύπου «ωραία παράσταση, αλλά αυτά τα έχουμε ξεπεράσει». Κι ενώ με ενδιαφέρει, όπως σου είπα, ό,τι καινούργιο συμβαίνει στον χορό και «κλέβω» από τους νεότερους χορευτές μου, ξέρω το ποιος είμαι και μένω πολύ συνειδητά πιστός σε κάποια πράγματα στα οποία πιστεύω.

Αυτή τη στιγμή απέχω πολύ από την επικρατούσα conceptual κατεύθυνση. Δεν θέλω όμως να γίνω αυτό που επιβάλλει η τάση. Με τρομάζει, επίσης, όταν βλέπω νέους χορογράφους –και έχουμε καταπληκτικούς στην Ελλάδα– να αρνούνται την ταυτότητά τους για να μπορέσουν να επιβιώσουν στον χώρο. Υπάρχουν, ξέρεις, κάποια κέντρα χορού τα οποία καθορίζουν το προς τα πού πρέπει να κινηθούν τα πράγματα κι έτσι μπορούν να επιβάλλουν ποια παράσταση θα θεωρηθεί καλή ή ποιοι χορογράφοι θα τύχουν υποστήριξης. Στην εποχή μου, τα πράγματα τα ανακαλύπταμε μόνοι μας και διαδίδονταν από στόμα σε στόμα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT