Φτάνω στη γειτονιά γύρω στις εννιά το πρωί. Τα καφέ των ξενοδοχείων στις δύο γωνίες της Αιόλου έχουν ήδη γεμίσει από κόσμο. Κάποιοι τουρίστες παίρνουν το πρωινό τους, άλλοι παραδίδουν την κάρτα τους στη ρεσεψιόν προτού αναχωρήσουν για τα ελληνικά νησιά και κάποιοι άλλοι γεμίζουν το μικρό μαγαζί με τα σουβενίρ. Έξω από τα πομολάδικα, οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων πίνουν ήδη τον δεύτερο καφέ της ημέρας και συζητούν για την πολιτική και αθλητική επικαιρότητα. Ανάμεσα στα είδη μπάνιου και τα κουρτινόξυλα, μετράω τους κλειστούς χώρους και εκείνους που υπόσχονται πως σύντομα θα έχουν ανακαινιστεί. Από την Αιόλου μέχρι την πλατεία Καραμάνου και με τρεις ακόμη πεζόδρομους να τέμνουν τον άξονά της, η οδός Βύσσης μοιάζει με αστική ανορθογραφία. Αρχικά, πυρήνας του εμπορικού τριγώνου της Αθήνας, γεμάτη από πομολάδικα και υφασματάδικα, μετά την πεζοδρόμησή της το 2017 κατέληξε να είναι ένα ακόμη hotspot των νυχτερινών εξόδων· στο «μείγμα» της προστέθηκαν μπουτίκ ξενοδοχεία, λευκά τραπεζομάντιλα και ποτήρια ακουμπισμένα στα μικρά κολονάκια του πεζόδρομου. Από την Αγάθωνος και την Καΐρη ακούγονται τώρα οι παρέες των νέων καφέ της γειτονιάς. Αυτή είναι η πραγματικότητα της Βύσσης μέχρι τις πέντε το απόγευμα. Έπειτα τα καταστήματα κατεβάζουν ρολά και η γειτονιά «περνάει» στα χέρια των μπαρ και της διασκέδασης.

Πρώτη στάση: για πόμολα και είδη μπάνιου
«Τη διέλυσαν η πεζοδρόμηση και όλα αυτά τα ξενοδοχεία», θα μου πει ένας από τους παλαιότερους καταστηματάρχες της περιοχής. «Η Βύσσης ήταν εμπορικό τρίγωνο, όχι τρίγωνο ξενοδοχείων και καφέ. Τα δικά μας προϊόντα είναι βαριά και χρειάζονται όχημα για να μεταφερθούν, οπότε λόγω του πεζόδρομου έπαψε αυτή η δυνατότητα και μαζί της χάθηκε και ο εμπορικός χαρακτήρας της περιοχής». Μου εξηγεί πως από τη δεκαετία του ’50 η Βύσσης ήταν γνωστή ως δρόμος για πόμολα, κλειδαριές και σιδηρικά, με επιχειρήσεις συγκεκριμένου αντικειμένου και ισχυρή αγοραστική κίνηση. Από το 1980 και μετά, ο χαρακτήρας αυτός άρχισε να αλλάζει, καταλήγοντας σήμερα να θυμίζει περισσότερο τουριστικό πέρασμα παρά εμπορικό δρόμο. «Σίγουρα πια έχει δημιουργηθεί μια περαντζάδα από ανθρώπους που δεν θα περνούσαν διαφορετικά από εδώ. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως υπάρχει και εμπορικός αντίκτυπος».

Στη γωνία της Καΐρη συναντώ και τον Κλεομένη του Casa Mandelli, ο οποίος βρίσκεται στον αριθμό 18 της Βύσσης από το 1996. «Παλαιότερα ο δρόμος λειτουργούσε ως πιάτσα σιδηρουργίας. Ήταν μια καθαρά εμπορική περιοχή· τα μαγαζιά άνοιγαν από νωρίς το πρωί και μέχρι το απόγευμα υπήρχε έντονη δραστηριότητα, ενώ μετά τις τέσσερις η περιοχή ερήμωνε. Δεν υπήρχε τότε τουρισμός ούτε νυχτερινή ζωή. Μετά την πεζοδρόμηση υπήρξε μια δύσκολη περίοδος, οπότε και η περιοχή απαξιώθηκε. Ωστόσο αργότερα, ειδικά μετά την πανδημία, η άνοδος του τουρισμού και η ανάπτυξη ξενοδοχείων και καταλυμάτων έφεραν νέα κίνηση. Οι παλιές αποθήκες μετατράπηκαν σε χώρους εκμετάλλευσης και σταδιακά το ένα έφερε το άλλο. Η αλλαγή δεν είναι απαραίτητα κακή. Οι παλαιότεροι επαγγελματίες βλέπουν την περιοχή με νοσταλγία, γιατί τη συνδέουν με εποχές πολλής δουλειάς και ισχυρής αγοράς, οι οποίες δύσκολα θα επιστρέψουν», καταλήγει.
Δεύτερη στάση: για κρασί και μακαρονάδα
Εκεί όπου η Βύσσης συναντά την Πολυκλείτου, βλέπω να απλώνονται τώρα τα λευκά τραπεζομάντιλα του Wine is Fine. Μικρά τραπέζια και χρωματιστές καρέκλες καλύπτουν τις δύο πλευρές του πεζόδρομου. Είναι περίπου έξι το απόγευμα και μέχρι τις 12.30 τα μεσάνυχτα ο δρόμος θα έχει μετατραπεί σε ένα μεγάλο ενιαίο τραπέζι. Έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε που το «παριζιάνικο» wine bar του κέντρου άνοιξε τις πόρτες του και έκτοτε δεν σταμάτησε ποτέ να αποτελεί μια σταθερά στις εξόδους της πόλης. Στέκι καλλιτεχνών και ανθρώπων της μόδας, καθαρόαιμο κρασάδικο με απλή κουζίνα γαλλικού μπιστρό, δημιούργησε μια πιάτσα εκεί όπου δεν υπήρχε. Πίσω του βρίσκονται τρεις φίλοι, οι Γάλλοι Ραφαέλ Βαλόν-Μπραουνστόουν και Τομάς Μπρενγκού και ο Έλληνας σεφ Σταύρος Χρυσαφίδης. «Το Wine is Fine δεν προέκυψε από μια ιδέα. Ήταν η συνάντηση των τριών μας και ενός κοινού οράματος για το φαγητό, το κρασί και τη φιλοξενία, ενώ ο καθένας έφερνε και τη δική του διαφορετική ευαισθησία. Τα αναμείξαμε όλα αυτά σε έναν χώρο, με την αίσθηση ότι υπήρχε πάντα εκεί και ότι θα παραμείνει εκεί», μου λέει ο Τομάς, αποκαλύπτοντας παράλληλα το πώς κατέληξαν σε αυτόν τον χώρο. «Μας βρήκε σαν από θαύμα. Δεν ψάχναμε ακριβώς σε αυτή την περιοχή, αλλά η γιαγιά ενός φίλου μας είχε τον χώρο και όταν μας τον έδειξε, δεν χρειάστηκε να το σκεφτούμε δεύτερη φορά· ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Νομίζω ότι η πόλη αλλάζει. Χαιρόμαστε που έχουμε κυρίως ντόπιο κοινό, παρόλο που ο τουρισμός αυξάνεται κάθε χρόνο».

Τακτικός θαμώνας και εγώ του καταστήματος εδώ και χρόνια, σκέφτομαι όλες εκείνες τις φορές που κάποιος το είχε κατακρίνει για gentrification. «Κάθε βράδυ πέφτουμε για ύπνο σκεπτόμενοι αυτό ακριβώς: τον αντίκτυπο που έχουμε, ειδικά εγώ και ο Ραφαέλ, ως ξένοι. Η Βύσσης είναι σίγουρα κομμάτι μιας ευρύτερης μεταμόρφωσης που συμβαίνει στο κέντρο της Αθήνας και δεν νομίζω ότι όποιος ανοίγει έναν χώρο εδώ θα έπρεπε να το αγνοεί. Μακάρι οι επενδυτές και οι επιχειρηματίες να το σκέφτονταν περισσότερο. Ταυτόχρονα, δεν πιστεύω ότι κάθε νέο εγχείρημα είναι αυτόματα gentrification με αρνητική έννοια. Εξαρτάται από το πώς λειτουργείς, ποιον καλωσορίζεις, πώς τιμολογείς τα πράγματα, πώς συνεργάζεσαι με την τοπική κοινότητα και αν, τελικά, προσθέτεις κάτι στον ήδη υπάρχοντα ιστό, αντί απλώς να τον αντικαθιστάς», καταλήγει ο Τομάς.
Τρίτη στάση: όλα σε ένα

Λίγο πιο κάτω, επί της πλατείας Καραμάνου, στο σημείο όπου βρισκόταν το Dope έχει ανοίξει εδώ και κάποιες εβδομάδες το Sync. Ένα ακόμη all-day bar της γειτονιάς, που στεγάζει comfort γαστρονομία και ιδιαίτερα κοκτέιλ κάτω από ένα εντυπωσιακό γυάλινο αίθριο. Μαζί με μια μεγάλη παρέα Γερμανών τουριστών κατευθύνομαι τώρα προς την οδό Αγάθωνος. Εκεί, δίπλα στο φημισμένο Feyrouz που πλέον μετράει 12 χρόνια παρουσίας, βρίσκω και το πολυφωτογραφημένο One Athens (πιο γνωστό μέχρι πρότινος ως One Burger), ένα ιδιαίτερο open space με στοιχεία από το χθες και το σήμερα. «Από την αρχή η ιδέα δεν ήταν απλώς ένα burger spot. Το One Athens σχεδιάστηκε σαν μια σύγχρονη “πλατεία”: ένας χώρος συνάντησης όπου διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι μπορούν να βρεθούν, να μοιραστούν ένα γεύμα, να γνωριστούν και στο τέλος της ημέρας ίσως να μην είναι πια ξένοι μεταξύ τους. Το όνομα και η αισθητική του παραπέμπουν έντονα στην ελληνική κουλτούρα: πέτρα, ανοιχτές επιφάνειες, αναφορές στην παλιά Αθήνα και στα αρχαία στοιχεία της πόλης, σε συνδυασμό με πιο σύγχρονες γραμμές και industrial λεπτομέρειες, όπως το ανοιχτό ταβάνι», περιγράφει ο Κόλια Ορτσέσκο, ένας από τους ιδιοκτήτες του καταστήματος.

«Δεν πιστεύω ότι κάθε νέο εγχείρημα είναι αυτόματα gentrification με την αρνητική έννοια. Εξαρτάται από το πώς λειτουργείς και πώς συνεργάζεσαι με την τοπική κοινότητα», λέει ο Τομάς (Wine is Fine).
Η επιλογή της γειτονιάς ήταν απόλυτα συνειδητή. Όπως μου εξηγεί στη συνέχεια, δεν ήθελαν έναν αποστειρωμένο, «τελειωμένο» προορισμό, αλλά μια γειτονιά που ακόμα εξελίσσεται, με παλιούς και νέους κατοίκους, μετανάστες, δημιουργούς και μικρές επιχειρήσεις. «Ο χώρος ήταν ουσιαστικά παρατημένος, ένα είδος junkyard [σ.σ. χωματερή, χώρος απόρριψης]. Δεν πήραμε κάτι από κάποιον· αυτό ήταν κάτι που μας ενδιέφερε πολύ. Αντίθετα, προσπαθήσαμε να δώσουμε ζωή σε κάτι εγκαταλελειμμένο». Και εκείνοι με τη σειρά τους ανησυχούν για τη συζήτηση γύρω από το gentrification. «Η αλλαγή δεν μπορεί να είναι πάντα αρνητικά φορτισμένη, πόσω δε μάλλον όταν πρόκειται για μια αναβάθμιση», σχολιάζουν. Όση ώρα συζητάμε, το μαγαζί έχει σχεδόν γεμίσει. Σε κάποια τραπέζια παρατηρώ καφέδες και brunch και σε κάποια άλλα μπέργκερ και πατάτες. Οι φωνές και οι μυρωδιές μπλέκονται. Σιγά σιγά, οι παρέες παραγγέλνουν κοκτέιλ.
Τέταρτη στάση: η νέα ζωή της στοάς
Στη μικρή οδό Καΐρη, που ενώνει τη Βύσσης με την Αθηνάς, το βλέμμα πέφτει αυτόματα στη στοά και στο «ολόφρεσκο» September 18 που βρίσκεται στην πρόσοψή της. Στο βάθος, μια ιστορία που ξεκινά το 1934. Στη στοά του αριθμού 6 της οδού Καΐρη, την πρώτη των Αθηνών, στεγάστηκαν εμπορικά καταστήματα, οπλοδιορθωτήρια, ραφεία και βαφεία. Σήμερα, η πρότερη ζωή της μοιάζει να έχει σταματήσει. Μπροστά, δίπλα στην καγκελωτή της είσοδο, βρίσκεται εδώ και τρεις μήνες το September 18. Με καφέ κουφώματα, μεγάλες τζαμαρίες, μεταλλικές λεπτομέρειες και έναν μεγάλο κρεμαστό ήλιο που το βράδυ γίνεται φεγγάρι, το δημιούργημα της Νεφέλης Οφέλια Σαχβερντιάν και του Γιάννη Τσαχλή, βρέθηκε από την πρώτη κιόλας ημέρα της λειτουργίας του στα feed όλων μας. Από το πρωί μέχρι το βράδυ, από τα εξαιρετικά αυγά ποσέ μέχρι το σασίμι μοσχαριού, τα τραπέζια του δεν αδειάζουν ποτέ.

«Γιατί εδώ; Επειδή αγαπάμε πολύ αυτή τη γειτονιά. Εδώ βγαίνουμε και πάντα εδώ ήταν το μέρος όπου κάναμε βόλτα ή νιώθαμε την πόλη πιο κοντά μας. Από τότε που σκεφτόμασταν να κάνουμε ένα μαγαζί, θέλαμε να είναι εδώ. Κάποια στιγμή είδαμε τυχαία το ενοικιαστήριο στο παλιό μαγαζί με τα υδραυλικά και το οραματιστήκαμε αμέσως», μου λέει η Νεφέλη. Τη ρωτάω τι είναι αυτό που κάνει στα μάτια της τη γειτονιά ξεχωριστή και μου απαντά πως, «παρόλο που είναι στην καρδιά της Αθήνας, δεν νιώθω ότι είναι μια καθαρά τουριστική περιοχή. Έχει το στίγμα του locality και της παλιάς Αθήνας με έναν μοντέρνο τρόπο». Το ίδιο πετυχαίνει και το September 18. Ντιζάιν, μοντέρνα στοιχεία και απλές γραμμές συνθέτουν έναν ζεστό και οικείο χώρο που λειτουργεί τόσο ως working space τα πρωινά, όσο και ως μπαρ-ρεστοράν μόλις πέσει ο ήλιος.
«Δεν νιώθω ότι είναι μια καθαρά τουριστική περιοχή. Έχει το στίγμα του locality και της παλιάς Αθήνας με έναν μοντέρνο τρόπο», λέει η Νεφέλη (September 18).
«Το σχόλιο που λαμβάνω από την πρώτη κιόλας ημέρα είναι ότι το μαγαζί δεν είναι καθόλου επιτηδευμένο. Αυτό που λείπει είναι ένας χώρος όπου θα συνυπάρχουμε και θα νιώθουμε πως ανήκουμε κάπου και ο οποίος θα αξίζει τα λεφτά που δίνουμε. Δεν μπορείς να κάνεις πια ένα μαγαζί που να μη θυμίζει άλλους χώρους ούτε να έχεις τις τιμές πολύ χαμηλά. Τα προβλήματα αυτής της πόλης είναι άλλα: όπως αυτό το συνεχές άνοιγμα νέων ξενοδοχείων χωρίς κανέναν σκοπό και λόγο», μου λέει. Εκείνη τη στιγμή ο ιδιοκτήτης του απέναντι καταστήματος με τα καπέλα έρχεται για να αφήσει το ποτήρι του πρωινού του καφέ. Έξω από το μαγαζί έχει στηθεί τώρα ένα μεγάλο τραπέζι. Οι παρέες στέκονται γύρω του κρατώντας τα ποτά τους στο χέρι. Ένα τυχαίο τσούγκρισμα είναι αρκετό για να αρχίσουν οι πρώτες κουβέντες. Ο κόσμος μπλέκεται. Τους παρατηρώ έναν προς έναν. Οι εμφανίσεις και το στιλ τους διαφέρουν, όπως και οι προτιμήσεις τους στο αλκοόλ, όμως μετά από λίγο όλοι μοιάζουν να ανήκουν στην ίδια μεγάλη παρέα.

