Κέιβ, Σμιθ, Μπερν: Τρία φανταστικά αγόρια*

Τρεις σπουδαίοι, αγαπημένοι μουσικοί έρχονται στη χώρα μας με λίγες ημέρες διαφορά. Με αυτή την αφορμή, ανατρέξαμε στα πρώτα χρόνια των Ρόμπερτ Σμιθ, Ντέιβιντ Μπερν και Νικ Κέιβ, φωτίζοντας βιώματα που συνδέονται με την άνοδο του πανκ, την ευάλωτη αρρενωπότητα και τη σημασία τού να διαφέρεις

7' 3" χρόνος ανάγνωσης

«Τα αγόρια δεν κλαίνε»

Στο Κρόλεϊ του δυτικού Σάσεξ, ένα πρωί του 1970, ο 11χρονος Ρόμπερτ Σμιθ πηγαίνει στο σχολείο με φόρεμα· ένα μαύρο βελούδινο. «Πραγματικά δεν ξέρω γιατί. Πίστευα ότι έδειχνε ωραίο. Oι δάσκαλοί μου ήταν τόσο ανοιχτόμυαλοι, που προσπάθησαν να μην το προσέξουν». Το φόρεμα θα παραμείνει πάνω του μέχρι το σχόλασμα. Στον δρόμο για το σπίτι, τέσσερις συμμαθητές του θα του επιτεθούν, σε ένα τυπικό περιστατικό σχολικού μπούλινγκ, που συμβολικά αποτελεί την απαρχή του διάσημου συγκροτήματος The Cure. Mιλάμε για μια μπάντα που υπερασπίστηκε όσο λίγες την ιδιαιτερότητα, αγκάλιασε το σκοτάδι και είδε το παιδί μέσα στον άνδρα. «Όταν μεγάλωνα, υπήρχε πίεση από τους συνομηλίκους σου να συμπεριφέρεσαι με έναν συγκεκριμένο τρόπο», θα πει ο Σμιθ στο Rolling Stone το 2019. «Σε ενθάρρυναν να μη δείχνεις τα συναισθήματά σου σε κανέναν βαθμό». Η πίεση αυτή θα περνούσε στους στίχους του Boys don’t cry, του πρώτου τραγουδιού των Cure, που ξεπέρασε το 1 δισεκατομμύριο ακροάσεις στο Spotify.

Κέιβ, Σμιθ, Μπερν: Τρία φανταστικά αγόρια*-1
Ο Ρόμπερτ Σμιθ και οι Cure live στο Μάντσεστερ, Νοέμβριος 1980. (Φωτογραφία: Kevin Cummins/ Getty Images/ Ideal Image)

Στα 13 του, ο Ρόμπερτ Σμιθ έπαιζε ήδη σε συγκρότημα, όπου συμμετείχαν μεταξύ άλλων οι Μάικλ Ντέμπσεϊ και Λολ Τόλχιρστ (μπασίστας και ντράμερ αντίστοιχα στο πρώτο άλμπουμ των Cure, επτά χρόνια μετά). Θα ονομάζονταν The Obelisk, The Group (μια και ήταν το μόνο γκρουπ στο σχολείο), Μalice, Easy Cure και εν τέλει The Cure. Όλα αυτά τα χρόνια, δηλαδή από το 1972 έως τα τέλη του 1977, ο Σμιθ δεν είναι ο βασικός δημιουργός, ούτε και τραγουδάει. «Μισούσα τη φωνή μου», θα πει αργότερα, «αλλά όχι περισσότερο απ’ όσο μισούσα τις φωνές των άλλων… Οπότε σκέφτηκα, αν μπορώ να τη σκαπουλάρω, μπορώ να γίνω ο τραγουδιστής. Σε αυτή τη βάση δουλεύω από τότε». 

Όμως η εφηβεία του ηγέτη των Cure σημαδεύτηκε και από άλλο ένα σημαντικό γεγονός: τη γνωριμία με την πρώτη και παντοτινή του σύντροφο, Μαίρη Τερέσα Πουλ. «Πέτυχα διάνα από νωρίς», θα πει στoν Guardian το 2004. Γνωρίστηκαν στα 14, όταν εκείνος της ζήτησε να είναι η παρτενέρ του σε μια σχολική παράσταση. Σύμφωνα με λόγια του ίδιου, ήταν η έλλειψη πίστης της Μαίρης στο μέλλον του ως μουσικού που τον πείσμωσε στο να κάνει τους Cure επιτυχημένους. Μιλάμε για μια γυναίκα το ίδιο εκκεντρική με εκείνον, αν όχι περισσότερο. Σε παλαιότερη συνέντευξη στο The Face, ο Σμιθ είχε πει ότι συνήθιζε να ντύνεται μάγισσα για να τρομάζει παιδάκια, περιγράφοντάς την ως «ψυχάκι». Παντρεύτηκαν το 1988 και το δώρο γάμου που της έκανε τότε είναι το πασίγνωστο Lovesong. Έμειναν οικειοθελώς άτεκνοι και εξακολουθούν να ζουν στο δυτικό Σάσεξ της Αγγλίας, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το σχολείο στο οποίο γνωρίστηκαν. 

«Η φολκ σκηνή ήθελε φρεσκάρισμα»

Σε μια παράγραφο του απολαυστικού βιβλίου του How music works (2012), o Ντέιβιντ Μπερν θυμάται την εποχή που έπαιζε μουσική στον δρόμο με έναν συμφοιτητή του: «Παράτησα την ακουστική κιθάρα και εστίασα στο γιουκαλίλι και στο βιολί μου, που τώρα είχε πάνω του αυτοκόλλητα καλλονών με μαγιό. […] Είχα ατημέλητα γένια εκείνο τον καιρό, και μια φορά ένα μαύρο παιδί με ρώτησε αν ήμουν από αυτούς τους ανθρώπους που δεν κυκλοφορούν με αμάξι. […] Νομίζω επίσης ότι τότε ανακάλυψα ότι ήταν πιθανό να συνδυάσεις το ειρωνικό χιούμορ με την ειλικρίνεια σε μια περφόρμανς». Στην προηγούμενη σελίδα αναφέρεται στα λάιβ που παρακολούθησε ως έφηβος, στο καφέ του πανεπιστημίου της γειτονιάς του: «Συνειδητοποίησα ότι η φολκ σκηνή που αντιπροσωπευόταν εκεί ήταν στενόμυαλη και ήθελε φρεσκάρισμα». Λίγο αργότερα θα βρεθεί επίσης σε ένα μεγάλο, ανοιχτό ροκ φεστιβάλ: «Εξαντλημένος έπειτα από ώρες ακρόασης μουσικής, κοιμήθηκα στα χορτάρια. Στη μέση της νύχτας ξύπνησα και συνειδητοποίησα ότι έπαιζαν οι Led Zeppelin. Νομίζω ότι ήταν το μεγαλύτερο όνομα του φεστιβάλ, αλλά συνέχισα να κοιμάμαι».

Ο Ρόμπερτ Σμιθ έχει παραδεχτεί πως η έλλειψη πίστης της γυναίκας του στο μέλλον του ως μουσικού τον πείσμωσε στο να κάνει τους Cure επιτυχημένους.

Ο Μπερν γεννήθηκε στη Σκωτία από Σκωτσέζους γονείς. Σε ηλικία δύο ετών βρισκόταν ήδη στον Καναδά και στα οκτώ του εγκαταστάθηκε στο Μέριλαντ. Στο Δημοτικό αναγκάστηκε να υιοθετήσει την αμερικανική προφορά, για να μην ξεχωρίζει από τα άλλα παιδιά, ενώ απορρίφθηκε από τη σχολική χορωδία ως «παράφωνος και υπερβολικά μαζεμένος». Χρόνια μετά, μια μη διαγνωσμένη, ήπια μορφή Άσπεργκερ θα εξηγούσε κάποια θέματά του στην κοινωνικότητα. Όμως αυτή η ιδιαιτερότητα ήταν που έστρωσε και το έδαφος για να βγει στη σκηνή: «Αποφάσισα ότι το να μοιράζομαι την τέχνη μου δημόσια ήταν ένας τρόπος επικοινωνίας όταν δεν ένιωθα άνετα με το συνηθισμένο τσιτ-τσατ», αναφέρει στο βιβλίο. 

Κέιβ, Σμιθ, Μπερν: Τρία φανταστικά αγόρια*-2
Ο Ντέιβιντ Μπερν στην πρώτη συναυλία των Talking Heads στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 1977. (Φωτογραφία: Gus Stewart/ Getty Images/ Ideal Image)

Ένα βράδυ, ανοίγοντας το λάιβ μιας τοπικής μπάντας στο αμφιθέατρο της σχολής του, ξυρίζεται επί σκηνής ως μέρος του σόου. «Δεν είχα καθρέφτη και δεν μπορούσα να χειριστώ το ξυραφάκι πολύ καλά, οπότε υπήρχε πολύ αίμα. Περιττό να αναφέρω ότι κράτησε την προσοχή του κοινού, αν και η αιματοχυσία έκανε κάποιους να βγουν έξω». 

Το 1973 θα ξεκινήσει με τον ντράμερ Κρις Φραντζ τους Artistics, που ουσιαστικά είναι ο προπομπός των Talking Heads. Έπειτα από έναν χρόνο γράφει το Psycho killer, ορίζοντας το είδος που αργότερα ονομάστηκε art punk. Ο πρωταγωνιστής του τραγουδιού είναι σε υπερένταση, έχει άγχος, δεν μπορεί να ηρεμήσει. Βλέπει ανθρώπους να μιλάνε χωρίς να έχουν κάτι να πουν και να επαναλαμβάνουν τα ίδια ξανά και ξανά. «Είμαστε ματαιόδοξοι και είμαστε τυφλοί», αναφέρει προς το τέλος. Συγχυσμένο και ανάλαφρο ταυτόχρονα, το κομμάτι περνάει από τα αγγλικά στα γαλλικά, φτάνει στην ποπ μέσα από μια κοφτή μπασογραμμή και καθρεφτίζει το χάος που επικρατεί στο κεφάλι των μοντέρνων ανθρώπων. Παραμένει το πιο δημοφιλές τραγούδι των Talking Heads μέχρι σήμερα. 

Eνοχλητική τέχνη

Για να καταλάβεις τον Νικ Κέιβ, πρέπει να πας στη Γουανγκαράτα της Αυστραλίας και να συναντήσεις τον οκτάχρονο εαυτό του, μέλος της χορωδίας του καθεδρικού: «Έμαθα πολλά στην εκκλησία», αναφέρει στο βιβλίο Πίστη, ελπίδα και πόνος (εκδ. Κλειδάριθμος). «Γνώρισα και αγάπησα τις ιστορίες της Βίβλου. Για κάποιον λόγο, όλο αυτό μού ασκούσε μια έλξη». Ύστερα πρέπει να συναντήσεις το παιδί που ο μπαμπάς του το έβαζε κάτω για να του διαβάσει αποσπάσματα από τον Κοριολανό, το Έγκλημα και τιμωρία και τη Λολίτα. Και μετά να πας λίγο παρακάτω και να βρεις τον έφηβο που αντέδρασε σε όλα αυτά. Μιλάμε για την εποχή που ο Κέιβ μεθούσε πίνοντας φτηνό ισπανικό κρασί, γδυνόταν στα πάρτι, διάβαζε εμμονικά για τον ληστή και δολοφόνο αστυνομικών Νεντ Κέλι και μια μέρα στο σχολείο αποπειράθηκε να κατεβάσει το εσώρουχο ενός κοριτσιού. Στα 16 είχε ήδη ανακαλύψει τον Λέοναρντ Κοέν. Στα 19 έκανε χρήση ηρωίνης και, λίγο προτού κλείσει τα 20, έχασε τον πατέρα του σε τροχαίο. (Την είδηση του τη μετέφερε η μαμά του καθώς τον έβγαζε από το κρατητήριο, όπου είχε βρεθεί κατηγορούμενος για ληστεία.) 

Κέιβ, Σμιθ, Μπερν: Τρία φανταστικά αγόρια*-3
Ο Νικ Κέιβ το μακρινό 1980, με τους Birthday Party. (Φωτογραφία: Getty Images/ Ideal Image)

Όπως και ο Ρόμπερτ Σμιθ, ο Κέιβ έχει πει επανειλημμένα ότι σιχαίνεται τη φωνή του. Σε ένα διαφωτιστικό κείμενο του Sydney Review of Books μαθαίνουμε ότι ως παιδί «τον έβαζαν να στέκεται στο πίσω μέρος της χορωδίας, όπου επί τρία χρόνια “ψήλωνε και ψήλωνε” φορώντας το ταπεινό μαύρο ράσο του, ενώ άλλα αγόρια προβιβάζονταν μπροστά, φορούσαν μοβ και τραγουδούσαν σόλο – μια τιμή που δεν έλαβε ποτέ. Ο Νικ χαρακτηρίζει την εμπειρία αυτή “τραυματική” για την αυτοπεποίθησή του, το πρώτο από πολλά συμβάντα που θα του ενστάλαζαν την αίσθηση ότι δεν μπορεί να τραγουδήσει». Και όμως, ενώ οι πρώτοι αξιόλογοι στίχοι του έρχονται το 1981, με το επιδραστικό για την γκοθ/ποστ πανκ σκηνή Release the bats των Birthday party, ήδη από τo Shivers των Boys next door, που κυκλοφορεί το 1979, έχει βρει την ερμηνευτική του σφραγίδα (θεατρικότητα, δράμα και κάτι ήπια τρομακτικό).

Όμως, τι τον ενέπνευσε; Τι τον έσπρωξε μπροστά, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 1970; «Το ζωογόνο στοιχείο της τέχνης είναι αυτό που ξυπνάει όσα μας ενοχλούν», λέει στο Πίστη, ελπίδα και πόνος. «Πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να σε φέρνει αντιμέτωπο με πράγματα, να σε ξεβολεύει και να μην επιβεβαιώνει απλώς την άποψή σου. Για τη γενιά μου, αυτή η συγκεκριμένη ιδέα ήταν το άλφα και το ωμέγα». Σε μια εποχή ομοιομορφίας, πολιτικής ορθότητας και ανθρώπων που επικοινωνούν με καρδούλες, η ενοχλητική τέχνη στην οποία αναφέρεται ο Κέιβ είναι πιο απαραίτητη από ποτέ.

*Ο τίτλος του άρθρου προέρχεται από το ντεμπούτο άλμπουμ των Cure, Three imaginary boys.

Στις 21/06, ο Ντέιβιντ Μπερν εμφανίζεται στο Ξέφωτο του ΚΙΠΣΝ. 
Στις 24/06, οι Nick Cave & The Bad Seeds έρχονται στην Πλατεία Νερού.
Στις 15/07, οι Cure θα παίξουν στο Telekom Center Athens (Open Air) του ΟΑΚΑ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT