«Όταν ο γιος μου, πριν από πέντε χρόνια, μου ανακοίνωσε ότι ήθελε να περάσει στη Φιλοσοφική, με έλουσε κρύος ιδρώτας· δεν ήθελα να έρθω σε αντιπαράθεση μαζί του, αλλά γνώριζα τη δυσκολία απορρόφησης των αποφοίτων και ήμουν αντίθετος», θυμάται σήμερα ο 52χρονος Σωτήρης, βιολόγος στο επάγγελμα, που μένει στα νότια προάστια. «Έκτοτε ο γιος μου με αιφνιδιάζει ευχάριστα με την ωριμότητα και τη συνέπειά του· πέρασε με την πρώτη στην Αθήνα, άρχισε να εργάζεται ήδη από το καλοκαίρι μετά τις Πανελλήνιες, παρακολουθεί ανελλιπώς τη σχολή, ενώ έχει ήδη επιλέξει διατμηματικό μεταπτυχιακό, για να συνδυάσει τη γλωσσολογία με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Μου λέει: “Μπαμπά, μην ανησυχείς, πριν αποφασίσω οτιδήποτε κάνω έρευνα”».

Η δημόσια συζήτηση σχετικά με την Generation Z παραμένει ζωηρή εδώ και χρόνια. Άλλοι τη χαρακτηρίζουν ανυπόμονη και απαιτητική, άλλοι δημιουργική, ευαισθητοποιημένη και ευπροσάρμοστη. Ωστόσο, ανάμεσα στις αναλύσεις των ειδικών και τα αμέτρητα άρθρα, απουσιάζει η φωνή αυτών που τους γνωρίζουν καλύτερα, αυτών που τους διαμόρφωσαν: των γονέων τους.
Η Orientum, με περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στον επαγγελματικό προσανατολισμό και στη συμβουλευτική σταδιοδρομίας, επέλεξε να διερευνήσει τη νοοτροπία και τις αξίες των Zoomers, εφήβων και νέων μεταξύ 14 μέχρι 29 ετών, μέσα από τα μάτια των γονέων τους. Ως εκ τούτου, σχεδίασε και υλοποίησε πανελλαδική έρευνα με δείγμα 2.154 γονέων στην Ελλάδα, που παρουσιάζει κατ’ αποκλειστικότητα το περιοδικό «Κ». Η παρουσίασή της πραγματοποιείται με τη συμμετοχή του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος ως Ακαδημαϊκού Συνεργάτη, στο πλαίσιο της ανάδειξης και της αξιοποίησης των ευρημάτων της έρευνας.

Όσοι απάντησαν ηλεκτρονικά στην έρευνα που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2025 και ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2026 ήταν ως επί το πλείστον γυναίκες, δηλαδή μητέρες κατά 75,1%, ένα στοιχείο που δεν εκπλήσσει. Ως προς την ηλικία, οι περισσότεροι συμμετέχοντες είναι από 50 έως 59 ετών (57,7%), παιδιά δηλαδή της «γενιάς X», η οποία διαμορφώθηκε σε πολύ διαφορετικές εργασιακές συνθήκες − αρκεί να αναλογιστούμε ότι έβγαιναν στην αγορά εργασίας όταν η Ελλάδα προετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ως προς το μορφωτικό τους επίπεδο, σχεδόν 3 στους 4 δήλωσαν ότι διαθέτουν πτυχίο ή και μεταπτυχιακό.
Το πρόβλημα με το ίντερνετ
Την εισβολή της τεχνολογίας, του διαδικτύου και των social media στη ζωή των παιδιών υποδεικνύουν οι γονείς ως την πηγή σχεδόν όλων των προβλημάτων τους. Ενδεικτικά, πάνω από τους μισούς (52,3%) αναφέρουν την ψηφιακή διάσπαση προσοχής ως την κατεξοχήν καθημερινή δυσκολία των Zoomers. Ακολουθεί το άγχος, που επηρεάζει την απόδοση (38,8%), η ανυπομονησία για το αποτέλεσμα (37,0%), η αναβλητικότητα (36,3%), η έλλειψη πειθαρχίας στη μελέτη (31,6%), η δυσκολία στον καθορισμό στόχων (28,8%), η δυσκολία συγκέντρωσης και η συχνή αλλαγή ενδιαφερόντων ή η δυσκολία δέσμευσης σε μικρότερα ποσοστά.

«Δεν είναι τυχαίο ότι η διάσπαση λόγω των ψηφιακών μέσων βρίσκεται στην κορυφή της λίστας. Τα παιδιά της Generation Z μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον συνεχών ερεθισμάτων και άμεσης πρόσβασης στην πληροφορία. Η πρόκληση σήμερα δεν είναι η έλλειψη πληροφοριών, αλλά η διαχείρισή τους και η ικανότητα διατήρησης της συγκέντρωσης σε έναν κόσμο που διεκδικεί διαρκώς την προσοχή μας», σχολιάζει ο Νίκος Παυλάκος, σύμβουλος σταδιοδρομίας και συνιδρυτής της Orientum.
«Η επαφή με το ίντερνετ εξελίσσεται σε εξάρτηση, όμως νομίζω ότι τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι εξ αυτών συνειδητοποιούν το πρόβλημα», σχολιάζει η Χριστίνα, ιδιωτική υπάλληλος, μητέρα δύο αγοριών, 22 και 20 ετών. «Ο μικρός μου πολλές φορές, επιστρέφοντας από εξόδους, μου λέει “μαμά, κάναμε ένα challenge με τα παιδιά, κρύψαμε τα κινητά στις τσέπες μας όσο πίναμε καφέ”».

Η κοινωνική ζωή της γενιάς Ζ, πάντως, απασχολεί αρκετά τους γονείς τους. Η Χρύσα, ψυχολόγος από τη Θεσσαλονίκη, μητέρα δύο παιδιών 24 και 20 ετών, μας λέει ότι «έμαθαν και λόγω της πανδημίας να βλέπουν τον πλησίον ψηφιακά, δεν είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν κοινωνικές δεξιότητες και δυσκολεύονται πολύ να συνδεθούν, ακόμα και τα πιο κοινωνικά εξ αυτών. Η ανικανότητά τους να δημιουργούν σχέσεις φαίνεται ακόμα περισσότερο όταν αποφοιτούν και από το πανεπιστήμιο, γιατί παύουν να έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς με συνομηλίκους και τελικά δεν κατορθώνουν να κρατήσουν ζωντανές φιλίες από τα φοιτητικά χρόνια, όπως πρωτύτερα είχαν χάσει και τους φίλους από το σχολείο».
Το χάσμα των γενεών
Οι γονείς θεωρούν ότι αυτό που τους «χωρίζει» από τα παιδιά τους είναι κυριολεκτικά… η κοιλάδα της Σίλικον Βάλεϊ. Το 85,6% αναφέρει τη σχέση τους με την τεχνολογία ως το κυριότερο σημείο διαφοροποίησης, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από κάθε άλλη διάσταση. «Οι αξίες, οι στάσεις και οι αντιλήψεις κάθε γενιάς διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από τα γεγονότα και τις συνθήκες που βιώνει κατά την εφηβεία και τη νεανική της ηλικία. Η γενιά Z μεγάλωσε εξ ολοκλήρου σε έναν ψηφιακό κόσμο, ενώ ταυτόχρονα βίωσε την οικονομική κρίση, την πανδημία και μια περίοδο αυξημένης κοινωνικής και οικονομικής αβεβαιότητας», σημειώνουν οι ερευνητές της Orientum.

Εν συνεχεία, οι γονείς εντοπίζουν σημαντικές διαφορές στις αξίες και στις προτεραιότητες ζωής (60,8%), καθώς και στη στάση απέναντι στην εργασία (40,9%). «Εμένα η γενιά Ζ με ξενίζει και δυσκολεύομαι να βρω σημεία επαφής», λέει με ειλικρίνεια η Άννα, ιδιωτική υπάλληλος, μητέρα ενός κοριτσιού 20 ετών και ενός αγοριού 17 ετών. «Είμαι άνθρωπος πολύ του καθήκοντος και η δική τους τάση να θέτουν σε προτεραιότητα τον εαυτό τους και τις ανάγκες τους συχνά μου γεννά αρνητικά συναισθήματα. Ξέρω ότι ίσως έχουν δίκιο και ενδεχομένως με αυτόν τον τρόπο σκέψης να πάνε πιο μπροστά από εμάς, αλλά δεν μπορώ να το διαχειριστώ συναισθηματικά». Από την πλευρά της, η Χριστίνα, έχοντας τόσο παιδιά όσο και συναδέλφους στη γενιά Ζ, διαπιστώνει επίσης ότι είναι πολύ επιρρεπείς στην ιδέα του εύκολου χρήματος. «Παρακολουθούν influencers και youtubers με επιτυχία και πιστεύουν ότι και εκείνοι θα μπορούσαν έτσι να γίνουν πλούσιοι».

Συζητήσεις για το μέλλον
«Οι γονείς μπορεί να μη μιλούν την ίδια “γλώσσα” με τη γενιά Z σε όλα τα θέματα, όμως τα ευρήματα δείχνουν ότι δεν σταματούν να συνομιλούν ουσιαστικά μαζί της», σχολιάζει ο Σπύρος Μιχαλούλης, σύμβουλος σταδιοδρομίας και συνιδρυτής της Orientum. Το 70,3% των γονέων δηλώνουν ότι μπορούν να επικοινωνήσουν ουσιαστικά με το παιδί τους, ενώ το 62,8% αναφέρουν ότι το παιδί τους ακούει προσεκτικά. Ένα από τα θέματα συζήτησης είναι η επαγγελματική σταδιοδρομία. Το 36,2% των γονέων δηλώνουν ότι συζητούν για το επαγγελματικό μέλλον του παιδιού σχεδόν κάθε μήνα, το 31,6% μερικές φορές τον χρόνο, ενώ το 28,2% κάθε εβδομάδα! Το ύφος των συζητήσεων έχει σημαντικά διαφοροποιηθεί από το παρελθόν. «Η μητέρα μου δεν συμφωνούσε με τη δέσμη που είχα επιλέξει τότε, ούτε με τη σχολή που ήθελα», θυμάται η Άννα. «Ούτε εγώ συμφωνούσα με την επιλογή της κόρης μου, της είπα μία φορά την επιχειρηματολογία μου, αλλά δεν επανήλθα ποτέ ξανά».
«Οι γονείς μπορεί να μη μιλούν την ίδια “γλώσσα” με τη γενιά Z σε όλα τα θέματα, όμως τα ευρήματα δείχνουν ότι δεν σταματούν να συνομιλούν ουσιαστικά μαζί της». —Σπύρος Μιχαλούλης, συνιδρυτής Orientum
«Ποιος πρέπει να έχει τον τελικό λόγο για τις σπουδές και την καριέρα;» ρώτησαν οι ερευνητές και η συντριπτική πλειονότητα των γονέων (82,3%) απάντησαν: «Τον τελικό λόγο πρέπει να τον έχει το ίδιο το παιδί». Το 17,5% θεωρεί ότι η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται από κοινού από γονείς και παιδί. Σχεδόν κανένας γονέας δεν απαντά πως τον τελικό λόγο πρέπει να τον έχει εκείνος.

«Το βλέπουμε καθημερινά και στις συνεδρίες συμβουλευτικής σταδιοδρομίας. Οι περισσότεροι γονείς επιθυμούν να έχουν ενεργό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, χωρίς όμως να επιβάλλουν τη δική τους επιλογή. Αναζητούν τρόπους να υποστηρίξουν και να καθοδηγήσουν τα παιδιά τους, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η τελική απόφαση πρέπει να είναι δική τους», σχολιάζει ο κ. Παυλάκος. Ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό του δείγματος, 75,5%, έχει αναζητήσει συμβουλευτική και επαγγελματικό προσανατολισμό από ειδικούς. «Οι γονείς δεν χρειάζεται πλέον να γνωρίζουν μόνο ποιες σχολές έχουν επαγγελματική αποκατάσταση. Χρειάζεται να κατανοούν και το νέο περιβάλλον εργασίας, στο οποίο θα κληθούν να ενταχθούν τα παιδιά τους. Μια συνέντευξη εργασίας για έναν νέο της Generation Z μπορεί να περιλαμβάνει online assessments, προσομοιώσεις πραγματικών εργασιακών συνθηκών, ακόμα και στοιχεία gamification − διαδικασίες σχεδόν άγνωστες στις προηγούμενες γενιές», τονίζει ο ίδιος. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, ο επαγγελματικός προσανατολισμός αποκτά άλλο νόημα· δεν αφορά την επιλογή ενός επαγγέλματος, αλλά την κατανόηση ενός νέου κόσμου.

Να μην πάθουν τα ίδια
Έχοντας οι ίδιοι διανύσει το μεγαλύτερο μέρος του επαγγελματικού τους βίου, έχοντας κυριολεκτικά περάσει από τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες των πολλαπλών κρίσεων, καλούνται να καθοδηγήσουν τα παιδιά τους, έτσι ώστε να κάνουν τις επιλογές που θα τους οδηγήσουν σε ό,τι για εκείνα αποτελεί επαγγελματική αλλά και προσωπική επιτυχία. Ενδεικτικό αυτής της εσωτερικής πάλης είναι ότι περισσότερο αγωνιούν μήπως τα παιδιά τους οδηγηθούν μακροπρόθεσμα σε εργασιακό burnout (48,4%) παρά στην ανεργία (40%)!

Ωστόσο, αυτό που τους κάνει να χάνουν τον ύπνο τους, όταν αναλογίζονται το επαγγελματικό μέλλον των παιδιών τους, είναι η οικονομική ανασφάλεια, απαντά το 70,6%. «Η Generation Z είναι η πρώτη γενιά που ενηλικιώθηκε μέσα σε μια αλληλουχία οικονομικών, κοινωνικών και τεχνολογικών αναταράξεων. Από την οικονομική κρίση και την πανδημία έως τον πληθωρισμό και την αβεβαιότητα που δημιουργούν οι τεχνολογικές εξελίξεις, οι νέοι καλούνται να σχεδιάσουν το μέλλον τους σε ένα περιβάλλον που αλλάζει διαρκώς», σχολιάζει ο κ. Μιχαλούλης. «Οι γονείς δεν ανησυχούν απλώς για το αν τα παιδιά τους θα βρουν δουλειά. Ανησυχούν για το αν θα μπορέσουν να χτίσουν μια αυτόνομη ζωή, να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία και να σχεδιάσουν το μέλλον τους με ασφάλεια», προσθέτει ο κ. Παυλάκος. Επίσης, τους απασχολούν η είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης και των τεχνολογικών αλλαγών (36%) στην αγορά εργασίας, η μετανάστευση στο εξωτερικό (26,2%) και οι κοινωνικές ανισότητες (23,7%).
«Οι γονείς δεν ανησυχούν απλώς για το αν τα παιδιά τους θα βρουν δουλειά. Ανησυχούν για το αν θα μπορέσουν να χτίσουν μια αυτόνομη ζωή». —Νίκος Παυλάκος, συνιδρυτής Orientum
«Λέω στον 24χρονο γιο μου να κυνηγήσει τη δουλειά των ονείρων του, αλλά, αν τη βρει και σταδιακά διαπιστώσει ότι τον εκμεταλλεύονται, να σηκωθεί και να φύγει, χωρίς δεύτερη σκέψη», τονίζει η Χρύσα. «Αν η επόμενη γενιά λειτουργήσει έτσι, πιστεύω ότι όχι μόνο θα προασπίσει την ψυχική της υγεία και την επαγγελματική της αξιοπρέπεια –πολύ καλύτερα απ’ ό,τι εμείς–, αλλά θα εκπαιδεύσει σταδιακά και τους εργοδότες στην Ελλάδα». Οι Zoomers έχουν σίγουρα δει την κατάρρευση των γονιών τους, συχνά λόγω φόρτου εργασίας αλλά και ανισοτήτων στην αγορά εργασίας. «Κάποτε ήμουν μαζί με την κόρη μου στο τρένο, εκείνη ήταν 15 και εγώ 45, και με ρώτησε “πώς είσαι, μαμά, γενικά;”. Κι εγώ παραδέχτηκα ότι ήμουν πολύ πιεσμένη στη δουλειά και μου έδωσε μια αποστομωτική απάντηση», θυμάται η Άννα. «Με συμβούλευσε να βάλω όρια και τον εαυτό μου σε προτεραιότητα». Η ίδια θεωρεί ότι οι Zoomers έχουν καταλάβει πώς σκέφτονται οι γονείς τους. «Έχουν δει τα τρωτά μας σημεία και μας έχουν συμπονέσει· αντίθετα, εμείς βλέπαμε τους γονείς μας σαν παντογνώστες, άτρωτους και άφθαρτους, ίσως ένα προφίλ που το καλλιεργούσαν οι ίδιοι ή η εποχή».

Απαραίτητα soft skills
Οι γονείς αυτών των παιδιών ιεραρχούν διαφορετικά τα προσόντα με τα οποία προσπαθούν να εφοδιάσουν τα παιδιά τους, θέτοντας τις «δεξιότητες ζωής» πιο ψηλά από τους ακαδημαϊκούς τίτλους. Σε αυτές συγκαταλέγονται τόσο τα περίφημα soft skills όσο και οι ξένες γλώσσες, οι τεχνολογικές γνώσεις αλλά και οι γνωριμίες… Συγκεκριμένα, η κατάταξη των γονέων είναι η εξής: 97,52% soft skills, 94,95% οι ξένες γλώσσες, 93,16% οι τεχνολογικές δεξιότητες, 88,8% η δικτύωση και οι επαγγελματικές γνωριμίες, 86,99% το πανεπιστημιακό πτυχίο και, τέλος, 83,58% ο μεταπτυχιακός τίτλος. «Ενθαρρύνω τα παιδιά μου να σπουδάσουν κάτι που τώρα νομίζουν ότι τους ταιριάζει, διευκρινίζοντάς τους ότι το πτυχίο δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε δουλειά, αλλά σε μόρφωση. Όταν δουν ότι αυτός ο τομέας δεν τους καλύπτει, να μη φοβηθούν να αλλάξουν», σχολιάζει η Άννα.
Το εύρημα αυτό αντανακλά μια ευρύτερη αλλαγή στην αντίληψή μας για την επαγγελματική επιτυχία και ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς τάσεις. Σύμφωνα με το Future of Jobs Report 2025 του World Economic Forum, δεξιότητες όπως η αναλυτική σκέψη, η δημιουργικότητα, η ανθεκτικότητα, η προσαρμοστικότητα και η διά βίου μάθηση συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες για την αγορά εργασίας των επόμενων ετών.

«Το πτυχίο παραμένει σημαντικό, αλλά δεν αρκεί πλέον από μόνο του. Οι γονείς αναγνωρίζουν ότι η επαγγελματική επιτυχία εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τις δεξιότητες που επιτρέπουν στους νέους να προσαρμόζονται, να συνεργάζονται και να εξελίσσονται διαρκώς», σχολιάζει ο κ. Παυλάκος. Οι σπουδές στο εξωτερικό δεν θεωρούνται πανάκεια, ούτε ωστόσο δαιμονοποιούνται, αν και αξιοσημείωτη μερίδα των γονέων ανησυχούν για το φαινόμενο του brain drain. Σε ερώτηση για το πόσο σημαντικές τις θεωρούν, το 40,8% απαντά πολύ ή πάρα πολύ σημαντικές, το 36,4% μέτρια σημαντικές και το 22,8% λίγο ή καθόλου σημαντικές.
Επάγγελμα και ευτυχία
Παρότι οι γονείς εκφράζουν συχνά ανησυχία για τις επαγγελματικές προοπτικές της Generation Z, δεν φαίνεται να θεωρούν ότι η ασφάλεια, τα χρήματα ή το κοινωνικό κύρος πρέπει να υπερισχύουν των προσωπικών ενδιαφερόντων και της ευτυχίας του παιδιού. Περίπου δύο στους τρεις γονείς διαφωνούν με την άποψη ότι «το παιδί θα πρέπει να επιλέξει ένα επάγγελμα με σταθερότητα ή υψηλές οικονομικές απολαβές, ακόμα και αν αυτή η επιλογή δεν το εκφράζει πραγματικά». Το 73,4% δηλώνει ότι προτιμά το παιδί να ακολουθήσει αυτό που το κάνει πραγματικά ευτυχισμένο, ακόμα και αν θεωρείται επαγγελματικά επισφαλές, ενώ το 86,4% αναφέρει ότι μπορεί να στηρίξει την επιλογή του παιδιού του ακόμα και αν είναι αντίθετος.

Παράλληλα, οι απόψεις διίστανται ως προς τη σημασία του κύρους και της κοινωνικής καταξίωσης, κάτι που παλαιότερα αποτελούσε τον απόλυτο στόχο. Ταυτόχρονα, το 59,62% εκτιμά ότι η προσωπική του εργασιακή εμπειρία μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο οδηγό για το παιδί, που σημαίνει ότι οι γονείς αναγνωρίζουν τον ρόλο τους στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, αλλά τον αντιλαμβάνονται περισσότερο ως συμβουλευτικό και υποστηρικτικό. «Για δεκαετίες, η εικόνα του Έλληνα γονέα συνδεόταν με την αναζήτηση της σίγουρης δουλειάς, του κύρους και της επαγγελματικής ασφάλειας. Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι αυτή η εικόνα αλλάζει», σχολιάζει ο κ. Παυλάκος. «Ο γονέας που αποφασίζει για το παιδί του δίνει σταδιακά τη θέση του στον γονέα που ακούει, συζητά και στηρίζει το παιδί στις αποφάσεις του», παρατηρεί ο κ. Μιχαλούλης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση των γονέων απέναντι στην επιχειρηματικότητα, την οποία το 50,7% θεωρεί μια καλή προοπτική για το παιδί τους και το 35,2% την αντιμετωπίζει με ουδετερότητα. «Παρότι στη διαχρονική έρευνα της Orientum για τα επαγγελματικά ενδιαφέροντα των νέων η επιχειρηματικότητα καταγράφεται σταθερά ως η δημοφιλέστερη επαγγελματική κατηγορία, οι γονείς εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικοί».
Το δικό μου το παιδί
Αποκωδικοποιώντας τις απαντήσεις των γονέων, είναι ευδιάκριτο ότι η καθαρή τους κρίση «θολώνει» όταν πρόκειται για τις επαγγελματικές προοπτικές των δικών τους παιδιών και το μέλλον που διανοίγεται μπροστά του. Όταν, λοιπόν, ερωτώνται πώς βλέπουν τις σημερινές επαγγελματικές προοπτικές σε σύγκριση με εκείνες της δικής τους γενιάς, το 47% απαντά ότι είναι χειρότερες, το 37,7% ότι είναι καλύτερες. Συνεπώς, υπερτερεί κατά τι η ανησυχία, αλλά επί της ουσίας μάλλον κερδίζει η αμφιθυμία, άλλοι είναι αισιόδοξοι και άλλοι ανήσυχοι για το αύριο της νέας γενιάς. Όταν όμως η συζήτηση μεταφέρεται στο δικό τους παιδί, η εικόνα «ξεκαθαρίζει» και η αισιοδοξία κερδίζει έδαφος. Μόλις το 12,7% δηλώνει χαμηλή αισιοδοξία για τις επαγγελματικές του προοπτικές, περισσότεροι από ένας στους τρεις (35,5%) δηλώνουν πολύ ή πάρα πολύ αισιόδοξοι, ενώ το 51,8% δηλώνει μέτρια αισιόδοξο. Η αντίθεση αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα: οι γονείς εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί απέναντι στις συνθήκες που αντιμετωπίζει η Generation Z συνολικά, αλλά σημαντικά πιο αισιόδοξοι όταν αναφέρονται σε εκείνες του παιδιού τους. Το εύρημα αυτό παραπέμπει στο φαινόμενο της «μη ρεαλιστικής γονεϊκής αισιοδοξίας» (unrealistic parental optimism), σύμφωνα με το οποίο οι γονείς τείνουν να αξιολογούν πιο θετικά τις προοπτικές του δικού τους παιδιού σε σχέση με εκείνες των συνομηλίκων του.

«Η πιο χαρακτηριστική περιγραφή της Generation Z δεν είναι τελικά μία μόνο λέξη», σχολιάζει ο κ. Παυλάκος. «Είναι μια γενιά με μεγάλες δυνατότητες, η οποία προσπαθεί να βρει τον δρόμο της σε έναν κόσμο που αλλάζει γρηγορότερα από ποτέ. Και αυτό είναι ίσως το στοιχείο που εξηγεί τόσο τις ανησυχίες όσο και τις ελπίδες που εκφράζουν οι γονείς μέσα από αυτή την έρευνα».
Η έρευνα της Orientum ξεκίνησε το 2025 και ολοκληρώθηκε το 2026. Το δείγμα αποτελείται από 2.154 γονείς παιδιών ηλικίας 12-27 ετών, με γεωγραφική κατανομή που αντικατοπτρίζει τον ελληνικό πληθυσμό. Το ερωτηματολόγιο περιλάμβανε κλειστές ερωτήσεις Likert, ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής και μία ανοιχτή ερώτηση ελεύθερης διατύπωσης. Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος της Έρευνας είναι το Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδος.
Περισσότερα για την Orientum στο orientum.com

