Όταν ήμασταν πιτσιρικάδες, βάζαμε στοιχήματα για ψύλλου πήδημα. Αλλά γνωρίζαμε από την αρχή ποια από αυτά ο χαμένος δεν θα τιμούσε. Είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: πολλά μηδενικά…
Πάμε στοίχημα;
Ναι ρε!
Πόσα;
Εκατό εκατομμύρια!
(και στην τσέπη, είκοσι δραχμές…)
Αυτή την ενστικτώδη γνώση που κατείχαμε στα δέκα την απεμπολήσαμε με την ενηλικίωση. Μερικοί από μας τουλάχιστον. Υπάρχει, βλέπετε, μια βαθιά ελληνική πεποίθηση ότι κάθε κοινωνικό πρόβλημα λύνεται αν προσθέσεις αυτά τα πολλά μηδενικά στο τέλος ενός αριθμού. Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για φοροδιαφυγή, αυθαίρετα, τροχαίες παραβάσεις ή κακοποίηση ζώων. Το κράτος διαχειρίζεται τη νομοθεσία όπως ο θείος μου ο Διαμαντής το τάβλι: άμα δεν σου βγαίνει η παρτίδα, κοπανάς πιο δυνατά τα πούλια.
Κι έτσι καταλήξαμε στο σημείο της επιβολής προστίμων, τόσο εξωφρενικών, ώστε οι συνήγοροι της υπεράσπισης να τα βλέπουν με ανακούφιση. Γιατί ξέρουν πια το έργο: Ο παραβάτης επιβαρύνεται με ένα διοικητικό πρόστιμο που θυμίζει προϋπολογισμό μικρής χώρας. Η φιλοζωική κοινότητα χειροκροτεί εκστασιασμένη. Τα κοινωνικά δίκτυα πλημμυρίζουν από θριαμβευτικές αναρτήσεις περί «ιστορικής δικαίωσης». Οι υπουργοί κάνουν αναρτήσεις με ύφος ανθρώπων που μόλις έσωσαν τη βιοποικιλότητα του πλανήτη.
Και μετά έρχεται η πραγματικότητα − αυτός ο ανιαρός γραφειοκράτης, που καταστρέφει κάθε ρομαντικό αφήγημα. Η υπόθεση φτάνει στα δικαστήρια. Εκεί, κάποιος δικαστής, που έχει την κακή συνήθεια να εξετάζει την αρχή της αναλογικότητας αντί να διαβάζει hashtags, βλέπει το πρόστιμο και αναρωτιέται αν πρόκειται για κύρωση ή εντολή φυσικής εξόντωσης. Το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο: το θηριώδες ποσό συρρικνώνεται σε κάτι που μπορεί να σταθεί όρθιο μέσα σε ένα κράτος δικαίου.
Κι έτσι όλοι φεύγουν δυσαρεστημένοι: Ο παραβάτης επειδή τιμωρήθηκε. Οι φιλόζωοι επειδή δεν τιμωρήθηκε αρκετά. Κι εμείς οι υπόλοιποι επειδή μας αντιμετώπισαν πάλι με χάντρες και καθρεφτάκια.
«Δεν είναι δυνατόν να επιβάλεις τρία χρόνια με αναστολή στον βιαστή και 270.000 ευρώ σ’ αυτόν που εγκατέλειψε τα γατιά», γράφει μια γυναίκα στα social. Τι της απαντάς;
Είναι κωμικό και τραγικό ταυτόχρονα αυτή η πολιτική να παρουσιάζεται ως φιλοζωία − γιατί είναι η πιο φτηνιάρικη εκδοχή της. Δεν χρειάζεται ελεγκτικός μηχανισμός. Δεν χρειάζεται εκπαίδευση, προγράμματα πρόληψης, στειρώσεων, επιτήρησης ή εφαρμογής του νόμου. Χρειάζεται μόνο ένα πληκτρολόγιο και ένα δάχτυλο που θα πατήσει, με μανία, πολλές φορές το μηδέν.
Η πραγματική προστασία απαιτεί βαρετά πράγματα: Συστηματική αστυνόμευση. Διοικητική επάρκεια. Δικαστική ταχύτητα. Πολιτικά άχαρες διαδικασίες που δεν γίνονται viral και δεν χωράνε σε πανηγυρικές ανακοινώσεις. Αντίθετα, ένα αστρονομικό πρόστιμο έχει θεατρικότητα. Είναι το νομοθετικό ανάλογο των πυροτεχνημάτων. Κάνει «μπαμ!», φωτίζει τον ουρανό για δευτερόλεπτα… και αφήνει πίσω του καπνό.
Ζητήσαμε η φιλοζωία να γίνει σοβαρό αίτημα Πολιτισμού −ναι, με πι κεφαλαίο− και την κατάντησαν χάρτινο σκηνικό επικοινωνιακής παράστασης. Ο πολίτης απολαμβάνει το θέαμα. Ο πολιτικός το χειροκρότημα. Και το δικαστήριο μένει με τον λογαριασμό.
Τα ζώα, ως συνήθως, δεν παίρνουν τίποτα.

