Η εξομολόγηση και η προσευχή αποτελούσαν καθημερινή συνήθεια για εκείνον προς το τέλος της ζωής του. Στις 7 Ιουνίου του 1926, όμως, ένα τραμ διέκοψε την πορεία του προς την εκκλησία. Χαμένος στις σκέψεις του, ατημέλητος, με ρούχα τρύπια και γεμάτα παραμάνες, βρέθηκε λιπόθυμος στην άκρη του δρόμου. Κάποιοι περαστικοί τον λυπήθηκαν και τον έβαλαν σε ένα ταξί για το νοσοκομείο. Πέρασαν περισσότερες από 24 ώρες χωρίς κανείς να ασχοληθεί μαζί του. Πίστευαν ότι είναι άλλος ένας από τους πολλούς άστεγους της Βαρκελώνης. Όταν ο εφημέριος της Σαγράδα Φαμίλια τον αναγνώρισε στο κρεβάτι της κλινικής, ήταν πια αργά. Στις 10 Ιουνίου, ο Αντόνι Γκαουντί θα έφευγε από τη ζωή. Θάφτηκε στην επιβλητική εκκλησία, εκεί όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μέσα στο εργαστήριό του, αφιερωμένος στο magnum opus του, έχοντας επί της ουσίας εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Είχε πει: «Όλοι οι φίλοι μου είναι νεκροί∙ δεν έχω πια οικογένεια ούτε πελάτες, ούτε περιουσία, ούτε τίποτα. Τώρα μπορώ να αφιερώσω τον εαυτό μου εξ ολοκλήρου στην εκκλησία».

Ήταν φανερό πως το γοτθικό στοιχείο είχε κυριεύσει τον ψυχισμό του. Πώς όμως μια τόσο σκοτεινή ματιά στη ζωή είχε δώσει μια τόσο φωτεινή αρχιτεκτονική; Ο Γκαουντί δεν ήταν ένα ανοιχτό βιβλίο. Άλλαζε τεχνικές, άλλαζε στιλ, άλλαζε διαθέσεις, άλλαζε απόψεις. Τη μια στιγμή βαθιά ρομαντικός, την άλλη σαρκαστικά κυνικός. Όταν ανέλαβε τη Σαγράδα Φαμίλια το 1883, τον ναό που έμελλε να γίνει η πιο ψηλή εκκλησία του κόσμου, είχε πει: «Ο πελάτης μου δεν βιάζεται». Δεν εννοούσε τους ιδιώτες που έκαναν δωρεές για την ανέγερσή της∙ εννοούσε τον Θεό.

Ζωντανή κληρονομιά
Σήμερα, 144 χρόνια μετά την εκκίνηση των εργασιών (ο Γκαουντί ανέλαβε έναν χρόνο αφότου μπήκαν τα θεμέλια), αυτό το θαύμα του σύγχρονου κόσμου, που εποπτεύει από ψηλά τους δρόμους της Βαρκελώνης, πλησιάζει προς την ολοκλήρωσή του, αλλά ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί – η κοντινότερη ημερομηνία για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι αρκετά μετά το 2030. Παρ’ όλα αυτά, η 10η Ιουνίου του 2026 υπήρξε μια ιστορική ημέρα: στην 100ή επέτειο θανάτου του Γκαουντί, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ ταξίδεψε από τη Ρώμη για να εγκαινιάσει τον ύψους 172,5 μέτρων κεντρικό πύργο του Ιησού Χριστού. Έτσι, η Σαγράδα Φαμίλια έφτασε στο πιο ψηλό της σημείο και επισήμως.

Περπατώντας τα καλοκαιρινά βράδια στη Λα Ράμπλα, τον πιο πολυσύχναστο πεζόδρομο της Βαρκελώνης, και αφού τα μαγαζιά έχουν κλείσει, οι μυρωδιές αφηγούνται την ιστορία μιας πόλης με τρομερή εξωστρέφεια: γυναικεία αρώματα και χυμένη μπίρα, εκλεκτή κουζίνα και τσιγάρα από τη Βόρεια Αφρική, ιδρώτας από σώματα που χορεύουν και αλμύρα από την κοντινή θάλασσα. Στην πρωτεύουσα της Καταλονίας, «Πρωτεύουσα της Αρχιτεκτονικής» για το 2026, σύμφωνα με την UNESCO, όλοι είναι ευπρόσδεκτοι, αρκεί να μην είναι Ρεάλ Μαδρίτης∙ εδώ η Μπαρτσελόνα είναι κάτι περισσότερο από ένας αθλητικός οργανισμός, είναι «θρησκεία». Μάλιστα, ίσως πρόκειται και για τη μοναδική πόλη που κατάφερε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τους Ολυμπιακούς Αγώνες που διοργάνωσε.

Πριν από το 1992, η Βαρκελώνη ήταν μια ενδιαφέρουσα εναλλακτική για «ψαγμένους» ταξιδιώτες. Στη συνέχεια, έγινε ο απόλυτος πόλος έλξης για τον μεσογειακό τουρισμό. Οι επισκέπτες και οι τουρίστες έγιναν με τα χρόνια τόσο πολλοί, ώστε άρχισαν να «πνίγουν» την πόλη. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι δημοτικές της Αρχές υπήρξαν από τις πρώτες παγκοσμίως που προσπάθησαν –και προσπαθούν– να βάλουν φρένο στο Airbnb, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να καταπολεμήσουν τον υπερτουρισμό.

Μέσα σε όλο αυτό το τοπίο η αρχιτεκτονική του Γκαουντί εμφανίζεται ξανά και ξανά, αποτελώντας την πιο χαρακτηριστική οπτική σφραγίδα της πόλης: «παραμυθένια» παράθυρα και πόμολα που αγνοούν τους άγραφους κανόνες της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, πολύχρωμα γλυπτά-σαλαμάνδρες και δράκοι ως ευθεία αναφορά στον προστάτη της πόλης Άγιο Γεώργιο (Sant Jordi), εντυπωσιακές πολυκατοικίες όπου κυριαρχούν τα ελλειπτικά σχήματα και πανύψηλες εκκλησίες που προσπαθούν να αγγίξουν τον ουρανό. Στην Κάζα Μιλά, ένα κτίριο που χτίστηκε από το 1906 έως το 1912, ως κατοικίες για εύπορες οικογένειας, σήμερα έχουν μείνει μονάχα δύο ένοικοι, ανάμεσα σε γραφεία και χώρους εκδηλώσεων. Όπως διαβάζουμε σε ρεπορτάζ του Guardian, είναι πολύ συχνό για την Άννα Βιλαδομιού να δίνει οδηγίες σε επισκέπτες κρατώντας τα ψώνια του σούπερ μάρκετ στα χέρια της. Η ίδια το έχει συνηθίσει, είναι όμως ξεκάθαρο ότι ο Γκαουντί δεν είχε σε καμία περίπτωση στο μυαλό του ότι σε αυτό το κτίριο θα συνέρρεαν δεκάδες χιλιάδες τουρίστες. Τα δικά του έργα ήταν φτιαγμένα για να τα «ζει» ο κόσμος και όχι απλώς για να τα κοιτάει.

Ένας βέρος Καταλανός
Στις μποτέγκες, στα μπαρ και στα εστιατόρια της Βαρκελώνης, οι κατάλογοι ακόμα και σήμερα είναι γραμμένοι τόσο στα ισπανικά όσο και στα καταλανικά. Η πόλη με την τεράστια παράδοση αυτονομίας και τα φρικτά τραύματα από τον Ισπανικό Εμφύλιο ήταν πάντα πολύ επιφυλακτική (ή, πιο σωστά, εχθρική) απέναντι σε όσους ήθελαν να τη βάλουν σε «καλούπια». Άλλωστε, το όνομά της ηχεί πάντα γλυκό σε εκείνους που ασπάζονται περισσότερο προοδευτικές πολιτικές ιδέες. Παρότι όμως ο Γκαουντί δεν είχε μεγάλη σχέση με τις τελευταίες, όντας άλλωστε ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος (ο οποίος δεν παντρεύτηκε ποτέ ούτε συνδέθηκε ερωτικά με γυναίκες, φέρνοντας στον νου τον δικό μας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη), ήταν απόλυτος όσον αφορά την καταλανική του ταυτότητα: δεν σταμάτησε να μιλάει καταλανικά ακόμα και όταν αυτά βρίσκονταν υπό καθεστώς μερικής απαγόρευσης. Στο έργο του, η σημαία της περιοχής, με τις τέσσερις κόκκινες ρίγες σε κίτρινο φόντο, είναι πανταχού παρούσα – ακόμα και εκεί όπου δεν το περιμένει κανείς, όπως στα μωσαϊκά του Πάρκου Γκουέλ, ενός χώρου ο οποίος λειτουργεί ως άτυπη «Ντίσνεϊλαντ» για τους ανθρώπους που βρίσκουν το έργο του κάτι περισσότερο από σπουδαίο∙ το βρίσκουν μαγικό.

Ο Γκαουντί δεν είχε σε καμία περίπτωση στο μυαλό του ότι σε αυτό το κτίριο θα συνέρρεαν δεκάδες χιλιάδες τουρίστες. Τα δικά του έργα ήταν φτιαγμένα για να τα «ζει» ο κόσμος και όχι απλώς για να τα κοιτάει.
«Δώσαμε πτυχίο είτε σε μια ιδιοφυΐα είτε σε έναν παράφρονα», έλεγαν οι καθηγητές του στη σχολή αρχιτεκτονικής. Πράγματι, ήταν δύσκολο για τους άλλους να καταλάβουν τον Γκαουντί. Ο τελευταίος έμοιαζε απόλυτα δοσμένος στο λειτούργημά του. Παρά το γεγονός όμως ότι υπήρξε ένας ασκητής της αρχιτεκτονικής, με τρομερή εμμονή στην λεπτομέρεια, δεν έπαψε ποτέ να πειραματίζεται, να «παίζει» και να ανακαλύπτει νέα πράγματα με τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού. Οι δημιουργίες του αγγίζουν πολύ συχνά τον κόσμο των παραμυθιών και καμία σχέση δεν έχουν με τον δικό του αυστηρό, σχεδόν ασκητικό, από ένα σημείο της ζωής του και μετά, βίο. Αν κάποιος βρεθεί στην Κάσα Μπατλιό, το αντιλαμβάνεται κατευθείαν∙ όλα αυτά τα χρώματα, τα απρόσμενα σχήματα, οι κρυφές εκπλήξεις, η απίστευτη οικειότητα, λες και έχεις ζήσει χρόνια εκεί, θα μπορούσαν –στο δικό μου μυαλό– να μεταγραφούν στον κινηματογράφο μόνο μέσα από κάποια σεκάνς του μεγάλου Ιάπωνα παραμυθά Χαγιάο Μιγιαζάκι.

Παρά το γεγονός όμως ότι υπήρξε ένας ασκητής της αρχιτεκτονικής, με εμμονή στη λεπτομέρεια, δεν έπαψε ποτέ να πειραματίζεται, να «παίζει» και να ανακαλύπτει πράγματα με τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού.
Ο Γκαουντί περπάτησε στους διαδρόμους της γοτθικής αρχιτεκτονικής και του μοντερνισμού, μόνο και μόνο για να βρει μια δική του, τρομερά χαρακτηριστική γλώσσα, γεμάτη από τα χρώματα της πολυπολιτισμικής ιστορίας της Ιβηρικής Χερσονήσου, τα σχήματα άλλων πολιτισμών (Ιαπωνία, Ισλάμ), το φως της Μεσογείου, τα σύμβολα της Καταλονίας που τόσο αγάπησε, τη φύση και την αισιοδοξία για ένα καλύτερο μέλλον. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό το πώς φαντάστηκε το εσωτερικό της Σαγράδα Φαμίλια: ως ένα δάσος, με τις κολόνες να παίρνουν τη θέση των πανύψηλων κορμών, προκαλώντας αισθήματα θαλπωρής αλλά και δέους.

Για μια πόλη με τόσο έντονη αντικληρική παράδοση (για μια σειρά από ιστορικούς λόγους, με τον Ισπανικό Εμφύλιο να είναι ο βασικότερος) και τόσο χαμηλό αίσθημα πίστης (σύμφωνα με τη La Vanguardia, το 51,4% των κατοίκων της Βαρκελώνης δηλώνουν άθεοι, αγνωστικιστές ή μη πιστοί), ο Γκαουντί μοιάζει με έναν εντελώς αταίριαστο ήρωα. Ίσως, όμως, το πάθος μικρού παιδιού το οποίο κατασκευάζει τον δικό του κόσμο να ταίριαξε στην αυλή των θαυμάτων που ακούει στο όνομα Βαρκελώνη. Ίσως το γεγονός ότι στο μυαλό του η Σαγράδα Φαμίλια ήταν «ένας καθεδρικός για τους φτωχούς», παρότι τα χρήματα που δαπανήθηκαν και δαπανώνται για την κατασκευή της ξεπερνούν κάθε φαντασία, να μίλησε στην ψυχή των κατοίκων της πόλης. Ίσως, τελικά, να υπερίσχυσε το πόσο ονειροπόλος και πόσο Καταλανός ήταν.


