Τη Ρόδο την έχω συνδέσει με την πενταήμερη του σχολείου, με τα Κορίτσια για φίλημα και το Δόλωμα, που προβάλλονταν πολλά Σάββατα της παιδικής μου ηλικίας στη δημόσια τηλεόραση, με τα resorts στην Καλλιθέα και στο Φαληράκι, όπου έτυχε κάποιες χρονιές να κάνω διακοπές, όταν ήταν η νέα μόδα στα ’80s, με τα κεραμικά διακοσμητικά πλακίδια με τα οποία επιστρέφαμε στην Αθήνα εν είδει σουβενίρ και με τη στάση μερικών ωρών στο κέντρο του νησιού, ως ενήλικη πια, πριν συνεχίσω για Χάλκη. Κυρίως, όμως, την έχω ταυτίσει με έναν μαζικό τουρισμό, μια ανεξέλεγκτη δόμηση που έχει αλλοιώσει το φυσικό τοπίο, με χάρτινα σημαιάκια πάνω σε παγωτό σικάγο, με γιγαντοοθόνες και βραδιές καραόκε.

Η Μεσαιωνική Πόλη, την οποία δεν είχα γνωρίσει σε καμία από τις προηγούμενες επισκέψεις μου, δεν «έπαιζε» σε καμία εικόνα και είμαι σίγουρη πως, αν κάποιος ξεκινούσε τη γνωριμία του με το νησί από την οχύρωση της Παλιάς Πόλης, θα είχε πολύ διαφορετικά πράγματα να πει. Σκέφτομαι πως η Λουκία Θωμοπούλου, ιδρύτρια και καλλιτεχνική διευθύντρια της Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής, «διασκεδάζει» με αυτά τα παγιωμένα αφηγήματα για τους τόπους, τις προκατασκευασμένες εικόνες. Η πρώτη διοργάνωση φιλοξενήθηκε το καλοκαίρι του 2024 στη Σαντορίνη, στο νησί των σέλφι με θέα το «καλύτερο ηλιοβασίλεμα», στο νησί του υπερτουρισμού, των μαζικών γάμων και του ρομάντζου με το ζόρι. Και έδειξε ένα άλλο νησί: της οινικής παράδοσης, της αρχαίας κληρονομιάς, των οικισμών της ενδοχώρας.

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους επισκέφθηκε τη Ρόδο, για να διερευνήσει αν τα Δωδεκάνησα μπορούσαν να υποδεχθούν τη συνέχεια. Συναντήθηκε με την Αλίκη Μοσχή, επίτιμη πρόξενο της Γαλλίας στα Δωδεκάνησα, και βρήκε στο πρόσωπό της μια καλή σύμμαχο, όπως τη χαρακτήρισε. Αρχικά, η Λουκία προσανατολίστηκε στο νεοκλασικό σχολείο (απέναντι από το Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου), με ιστορία από το 1898 (αρχικά χτίστηκε το 1876), έκταση 1.000 τ.μ. και ένα υπέροχο αίθριο, χώροι στους οποίους θα μπορούσαν να αναδειχθούν τα έργα, ωστόσο, καθώς η αποκατάστασή του αργούσε, έκανε άλλες επιλογές. Με τη βοήθεια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου είδε το Αρχαιολογικό Μουσείο και τον θαλερό κήπο του, την Παναγία του Κάστρου, την Κοσμητική Συλλογή Ρόδου, την πλατεία Κλεοβούλου και την Οπλοθήκη de Milly και το αποφάσισε. «Αρχικά διέκρινα στα πρόσωπα μια επιφύλαξη, ένα κράτημα. Μας κοιτούσαν οι αρχαιολόγοι και οι φύλακες των αρχαιολογικών χώρων και αναρωτιούνταν τι δουλειά είχαμε εμείς εκεί. Φόβος υπήρξε και από την πλευρά των καλλιτεχνών στους οποίους απευθύναμε πρόσκληση, γιατί πάντα στο μυαλό τους υπάρχει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο γύρω από την παρουσίαση των έργων».
Η ανάδυση του Ήλιου
Την περασμένη Παρασκευή, στα εγκαίνια της 2ης Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής με τίτλο Εκεί που αρχίζει η μέρα, η Λουκία Θωμοπούλου και οι δύο ακόμα επιμελήτριες, Σταματία Δημητρακοπούλου και Ανίσα Τουατί, πρόβαλαν μέσα από έργα προερχόμενα από 18 χώρες τη σύγχρονη κεραμική ως έναν φορέα πολιτιστικής μνήμης, ως ένα πεδίο στο οποίο διασταυρώνεται η χρηστικότητα αλλά και η δημιουργική έκφραση, ως ένα εικαστικό μέσο που δεν αρκείται στην απόδοση της φόρμας και στις αρετές του υλικού, αλλά μπορεί να «εκπέμψει» τις ανησυχίες της εποχής μας.

«Η Ρόδος προσφέρει το πλαίσιο για να ακουστούν μαρτυρίες ενός κόσμου που διαμορφώθηκε ανάμεσα στη θάλασσα, στο φως και στον χρόνο» – Σταματία Δημητρακοπούλου, επιμελήτρια
Αντλώντας από τον μύθο που θέλει τον Ήλιο να αναδύεται πρώτα στο «σμαραγδένιο νησί», αλλά και τις πολυεπίπεδες ταυτότητες του τόπου, οι τρεις επιμελήτριες συγκέντρωσαν έργα από 42 καλλιτέχνες, είτε με τη διαδικασία του open call είτε με απευθείας πρόσκληση, τα οποία μιλούν για την εμπειρία της μετακίνησης, το τοπίο, το περιβάλλον, την αρχιτεκτονική, τα δίπολα που ορίζουν την ανθρώπινη ζωή, την ιδέα της συνύπαρξης, τον τρόπο που η Ιστορία παρεισφρέει στο παρόν και το διαμορφώνει. Για την Ανίσα Τουατί, όπως μας εξήγησε η ίδια, η Ρόδος δεν είναι μια αρχή, αλλά ένα «κατώφλι», ένα σημείο «από όπου μπορεί κανείς να προσεγγίσει τη Μεσόγειο όχι ως φαντασίωση ούτε ως ερείπιο, αλλά ως ζωντανό πεδίο σχέσεων», ενώ για τη Σταματία Δημητρακοπούλου η Ρόδος προσφέρει το πλαίσιο για να ακουστούν «μαρτυρίες ενός κόσμου που διαμορφώθηκε ανάμεσα στη θάλασσα, στο φως και στον χρόνο».

Τοπία της Μεσογείου
Ξεκινώ την περιήγηση από την Παναγία του Κάστρου, την παλαιότερη σωζόμενη εκκλησία της Μεσαιωνικής Πόλης, με ιστορία από τον 11ο αι. μ.Χ., και έρχομαι αντιμέτωπη με το εντυπωσιακό, μεγάλης κλίμακας Parmi les tilleuls (2021) που η Λιβανοαμερικανίδα Ετέλ Αντνάν δημιούργησε τον τελευταίο χρόνο της ζωής της. «Το έργο προσεγγίζει την ιδέα της αρχής ως στιγμή κοινής αναγνώρισης», σχολιάζουν οι επιμελήτριες στη δίγλωσση έκδοση που αποτυπώνει το σκεπτικό και το πρόγραμμα της διοργάνωσης. Θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε τοπίο στη Μεσόγειο και αυτό εντείνει την αίσθηση του οικείου που γεννιέται στον επισκέπτη, συνεχίζουν. Δίπλα στην Αντνάν είναι τοποθετημένη η εγκατάσταση της Τουρκάλας Vuslat με τις κεραμικές οργανικές φόρμες και ακριβώς απέναντι η εγκατάσταση του Γερμανού Ρόμπερτ Μπραμπόρα, που συνδυάζει απανθρακωμένα ξύλινα έπιπλα με ανάγλυφες επίχρυσες κεραμικές επιφάνειες. Τα μοτίβα των αναγλύφων συνδυάζουν τη σοσιαλιστική εικονογραφία με εκείνη της αρχαίας Ελλάδας. «Αρχιτεκτονικές μνήμες εισέρχονται σε ένα πεδίο έντασης», σημειώνει ο καλλιτέχνης. Στο κέντρο της εκκλησίας δεσπόζει το Echoes (2024) της Ελύσιας Αθάνατου, μιας εικαστικού κυπριακής καταγωγής, το οποίο παραπέμπει σε μια κεραμική κολυμπήθρα ή καμπάνα με εσωτερικό από χρυσό, που σύμφωνα με τη δημιουργό του «διερευνά την ενέργεια, τις δονήσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματα που απορροφούμε και μεταφέρουμε στη διάρκεια της ζωής μας».

Βγαίνω στον δρόμο και προχωρώ προς την Κοσμητική Συλλογή Ρόδου, η οποία στεγάζεται στο ιστορικό Οπλοστάσιο των Ιπποτών στην πλατεία Αργυροκάστρου. Ακούω φλάουτο και βλέπω τουρίστες συγκεντρωμένους γύρω από μια μουσικό, πλησιάζω και βλέπω μια γυναίκα ντυμένη πυργοδέσποινα με έντονο μοβ πολυεστερικό φόρεμα και καπέλο με πέπλο στο ίδιο χρώμα. Το πώς αντιλαμβάνεται κανείς την ιστορία και με τι υλικά την αναβιώνει, είναι από αυτά που πρέπει να λύσουμε ως χώρα, σκέφτομαι. Αφήνω το θέαμα και τους γοητευμένους τουρίστες και σπρώχνω την πόρτα της Κοσμητικής Συλλογής Ρόδου, η οποία ιδρύθηκε το 1966. Αντικρίζω έναν θησαυρό: Η Ρόδος των ταξιδευτών, των διαφορετικών κτήσεων, της ανταλλαγής ιδεών και αντικειμένων υλικού πολιτισμού είναι κρεμασμένη στους τοίχους. Στέκομαι μπροστά από κεραμικά πιάτα από το Ιζνίκ, την Κιουτάχεια και το Τσανάκαλε, πιάτα δηλαδή που κοσμούσαν τους περίφημους πιατελότοιχους του νησιού, αλλά και ελάχιστα κεραμικά από την ΙCARO, το εργοστάσιο κεραμικών της Ρόδου που ξεκίνησε τη δραστηριότητά του στα τέλη της δεκαετίας του 1920, και ανάμεσά τους διακρίνω διάσπαρτα τα έργα της Αταλάντης Μαρτίνου. Η Αταλάντη έχει μελετήσει τις παραστάσεις των πιάτων από τον 16ο έως τον 20ό αιώνα, τα μοτίβα και τα χρώματα, και ανταποκρίθηκε με ένα σώμα δουλειάς που φαίνεται να συνομιλεί με την παράδοση χωρίς να έχει καμία διάθεση να «κραυγάσει» το νέο.
Η ταυτότητα του νησιού
Συνεχίζω με την Οπλοθήκη de Milly, που πήρε το όνομά της από τον Ζακ ντε Μιγύ, Μέγα Μάγιστρο του Τάγματος των Ιπποτών κατά τον 15ο αιώνα. Εδώ φιλοξενούνται τα πιο εννοιολογικά αλλά και πιο ποπ έργα της Μπιενάλε, κεραμικά που έχουν να κάνουν με την ταυτότητα της Ρόδου και όλου του Αιγαίου, τον μυθολογικό της πλούτο και τα σύμβολα με τα οποία ταυτίζεται. Ξεχωρίζω το L-akrimaria, το κεραμικό μουσικό όργανο της Βασιλικής Κυριάκη, στο βάθος της αίθουσας, βασισμένο σε παραδοσιακά όργανα της Μεσογείου, αλλά και το καρπουζί Rhodon (2025) από τους Chous (Δέσποινα Χρόνη και Γιώργο Ζήτη). Τα πιάτα του Λουκ Έντουαρντ Χολ αποτυπώνουν τον κελτικό θεό Λου, μορφή που σύμφωνα με την ιρλανδική μυθολογία συνδέεται με το φως και τη λάμψη.

«Στην περίπτωση του Χολ συναντάμε κοινές μυθολογίες από διαφορετικές χώρες, με διαφορετικά ονόματα», εξηγεί η Σταματία Δημητρακοπούλου, ενώ στην εγκατάσταση Mirror Maps με χειροποίητα αγγεία του Αμερικανού εικαστικού Μπεν Γουλφ Νόαμ, η οποία έχει τοποθετηθεί στο κέντρο του λιτού πέτρινου κτιρίου, βλέπουμε υποκειμενικούς χάρτες κάθε τόπου. Βιωμένες εμπειρίες –καταστήματα που έχει επισκεφθεί ο καλλιτέχνης, παραλίες, αρχαία σπαράγματα, εστιατόρια και στιγμές– συνθέτουν τη δική του γεωγραφία. Η Υπόσχεση της Μυρσίνης Αλεξανδρίδη, το τελευταίο έργο που βλέπω στην Οπλοθήκη πριν προχωρήσω στο Κατάλυμα της Γαλλίας και στην πλατεία Κλεοβούλου, τιμά τη Ρόδο ως έναν τόπο νέων αρχών. «Η ανανέωση είναι πάντα δυνατή· με κάθε νέα μέρα, το φως επιστρέφει», τονίζει η Ελληνίδα εικαστικός με σπουδές στην αρχιτεκτονική και έδρα τη Στοκχόλμη.

Φτάνω κατάκοπη στην πλατεία Κλεοβούλου του Παλατιού του Μεγάλου Μαγίστρου και στέκομαι μπροστά από το Α House Awaits της αλγερινής καταγωγής αρχιτέκτονος Μεριέμ Σαμπανί. Εκατό υαλωμένα δομικά τούβλα παραταγμένα σαν να σχηματίζουν το περίγραμμα ενός οικοπέδου μιλούν για τη χρηστικότητα που μετατρέπεται σε μνήμη. «Το παλάτι, που ιδρύθηκε τον 14ο αιώνα, έχει γνωρίσει κύκλους κατασκευής και ανακατασκευής», υποστηρίζει η καλλιτέχνις. «Τοποθετημένα στο έδαφος, τα υαλωμένα τούβλα παραπέμπουν ταυτόχρονα σε θεμέλιο και θραύσμα», εξηγεί. Υπαινίσσονται ένα κτίσμα που μπορεί να αναδυθεί αλλά και κάτι που γκρεμίστηκε, που χάθηκε.
Στο Αρχαιολογικό Μουσείο
Τελευταίος σταθμός το Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου και κύριος εκθεσιακός χώρος της δεύτερης Biennale of Contemporary Keramics (BCK). Στεγασμένο στο πρώην νοσοκομείο των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, το μουσείο ξεκίνησε να λειτουργεί το 1916, όταν το νησί ήταν υπό ιταλική διοίκηση. Τα περισσότερα έργα είναι εγκατεστημένα στον εσωτερικό χώρο του μουσείου αλλά και σε διάφορα σημεία του κήπου. Τους επισκέπτες υποδέχεται στην είσοδο της μόνιμης συλλογής στον πρώτο όροφο το φωτογενές ¡Cuánto río allá arriba! (2023) της Ισπανίδας Ασουνσιόν Μολίνος Γκόρντο. Κανάτες, στάμνες, λεκάνες και ρυτά από διαφορετικές περιοχές της Μεσογείου θέτουν το ζήτημα της δίκαιης κατανομής νερού και της σημασίας του ως προϋπόθεσης για κοινωνική ειρήνη. Στον εσωτερικό χώρο, σε μια εντυπωσιακή αίθουσα υπάρχει η εγκατάσταση της Ελίφ Ουράς, όπου οπτικά μοτίβα της ισλαμικής γεωμετρίας αποτυπώνονται πάνω σε μορφές που παραπέμπουν στην προϊστορική, ελληνική, ρωμαϊκή και βυζαντινή κληρονομιά της περιοχής, ενώ σχόλιο στην ταυτότητα και τη στρατιωτική ιστορία του νησιού φαίνεται να κάνει και ο κεραμικός οπλίτης του Διονύση Καβαλλιεράτου. Στον χώρο υπάρχει και το Form του Ροδίτη Κώστα Νεοφύτου, ο οποίος μαζί με τον Μένανδρο Παπαδόπουλο τιμήθηκε από την Μπιενάλε για την προσφορά του στην εξέλιξη της κεραμικής.

Στον κήπο ξεχωρίζουν τα Οscilla (2025) της Τερψιχόρης Σαββάλα, μικρές γλυπτικές μορφές κρεμασμένες από ένα δέντρο, που αντλούν έμπνευση από τα αρχαία ελληνικά υφαντικά βάρη τα οποία οι γυναίκες κρεμούσαν στον ήλιο, χαράσσοντας πάνω τους πρόσωπα παιδιών, μετατρέποντάς τα από λειτουργικά εργαλεία σε αντικείμενα προστασίας και φροντίδας. Επίσης, τα Τοπόσημα (2026) του Γιώργου Βαβάτση, με πηλό, πορσελάνη και ορυκτά, στοιχεία που χαρακτηρίζουν κάθε τόπο και κάνουν την εγκατάσταση να μοιάζει με σελίδες ημερολογίου. Τελευταίο έργο στην περιήγηση, αυτό της Γαλλίδας Λουσίλ Ούλριχ. Μια σειρά από κεραμικά νομίσματα, επιχρυσωμένα με σμάλτο και με αναφορές στην αρχαία νομισματοκοπία της Ρόδου, η οποία εμπνεόταν από τη μορφή του Ήλιου, βρίσκονται στη βάση μιας κρήνης. Η πρόθεση της εικαστικού είναι να στοχαστούμε πάνω στην έννοια της αξίας αλλά και της επιθυμίας, ανάμεσα σε αυτό που αποδίδεται ως πολύτιμο και σε αυτό που πραγματικά είναι. Μπορεί όμως να το διαβάσει κάποιος και πιο απλά: ως μια ευχή όλες αυτές οι αφηγήσεις που συνθέτουν την ιστορία και την ταυτότητα της Ρόδου και της Μεσογείου να συναντήσουν ανθρώπους που θα τις «διαβάσουν» πάνω στις υφές και τις φόρμες του πηλού.
Η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής θα φιλοξενείται στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου έως τις 31/10. Περισσότερα στο bigbluedot.art

