«Όταν με προσκαλούν να δημιουργήσω ένα έργο σε μια ξένη χώρα, στηρίζομαι πάντα σε κάποιον που γνωρίζει την τοπική κοινωνία και τον πολιτισμό της, ώστε να με βοηθήσει να συνδεθώ ουσιαστικά με τον τόπο. Δεν μου αρέσει να πηγαίνω σαν τουρίστας κάπου», εξηγεί ο Νάρι Γουόρντ. Γεννημένος στην Τζαμάικα και μεγαλωμένος στη Νέα Υόρκη από τα δώδεκά του χρόνια, ο Γουόρντ συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης αμερικανικής τέχνης των τελευταίων τριών δεκαετιών, με έργο έντονα πολιτικό που μιλά για τη μνήμη, την ταυτότητα αλλά και τις αόρατες κοινότητες των πόλεων.
Ο Γουόρντ έκανε πρώτη φορά αίσθηση όταν το 1993 παρουσίασε το «Amazing Grace», μια εμβληματική εγκατάσταση με 365 παιδικά καρότσια, που οι άστεγοι στην περιοχή του Χάρλεμ χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν τα υπάρχοντά τους. Συνέχισε να εργάζεται με τα κατάλοιπα της καθημερινής ζωής –κορδόνια παπουτσιών, πυροσβεστικούς σωλήνες, καρότσια σούπερ μάρκετ, καλώδια, αντικλεπτικούς μηχανισμούς, καρφιά και κώνους οδικής σήμανσης– επιδιώκοντας, κάθε φορά, να φωτίσει αφηγήσεις που έχουν μείνει στη σκιά αλλά και να δημιουργήσει ιστορίες που συνομιλούν με το παρόν και ανοίγουν, όπως λέει, μια πόρτα στο μέλλον. «Ένας φίλος μου, χαριτολογώντας, αποκαλούσε όλα αυτά τα αντικείμενα που κουβαλούσα στο στούντιο “μωρά που κλαίνε”. Ζητούσαν την προσοχή μου, ενώ εγώ προσπαθούσα να κάνω πιο συμβατικά πράγματα γύρω από την τέχνη, όπως το να σχεδιάσω ένα βάζο».

Στην πρώτη του μεγάλης κλίμακας δουλειά στην Ελλάδα, που θα φιλοξενηθεί στα Σφαγεία της Ύδρας, ύστερα από πρόσκληση του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ, ο Γουόρντ αναζήτησε εξαρχής έναν τρόπο να γνωρίσει τον τόπο πέρα από τη θέση του επισκέπτη. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η γνωριμία του με το ερευνητικό πρόγραμμα Døcumatism και η επαφή του με την αφροελληνική κοινότητα, μέσα από την οποία γνώρισε τον μουσικό Άγγελο Αγγέλου, ο οποίος εξελίχθηκε σε βασικό συνεργάτη της έκθεσης. Η έκθεση Nari Ward: Until that day αντλεί τον τίτλο της από μια φράση της ιστορικής ομιλίας του Χαϊλέ Σελασιέ Α΄ στα Ηνωμένα Έθνη το 1963. Με αφετηρία αυτό το κείμενο, ο Γουόρντ συνεργάστηκε με τον Άγγελο Αγγέλου και άλλους Αφροέλληνες μουσικούς, μετατρέποντας την έκθεση σε έναν διάλογο ανάμεσα στο ρεμπέτικο, την αφρικανική διασπορά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
«Ελπίζεις ότι θα γίνεις αποδεκτός»
Έχει επισκεφθεί την Ύδρα άλλες δύο φορές στο παρελθόν, με αφορμή προηγούμενες εκθέσεις του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ, χωρίς όμως να έχει γνωρίσει πραγματικά το νησί. Ζήτησε να επιστρέψει τον χειμώνα και να δει τα Σφαγεία άδεια. Στον δρόμο προς τον εκθεσιακό χώρο του ΔΕΣΤΕ, στάθηκε στο εθελοντικό πυροσβεστικό κλιμάκιο, ενώ το βλέμμα του τράβηξαν και οι άγκυρες έξω από το Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο Ύδρας. «Διαπίστωσα ότι οι πυροσβεστικοί σωλήνες ήταν κόκκινοι. Τους έχω χρησιμοποιήσει πολλές φορές στα έργα μου, είναι ένα υλικό που βρίσκεται ανάμεσα στη φωτιά και το νερό, ανάμεσα σε δύο δυνάμεις μεταμόρφωσης, αλλά οι συγκεκριμένοι ήταν οπτικά πολύ δυνατοί», αναφέρει. Εξίσου καθοριστική αποδείχθηκε η εικόνα της άγκυρας, ενός αντικειμένου άμεσα συνδεδεμένου με τη ναυτική παράδοση του νησιού. «Όσο περισσότερο τις κοιτούσα, τόσο περισσότερο μου έμοιαζαν με κλειδιά», θυμάται. Οι κόκκινοι πυροσβεστικοί σωλήνες, η άγκυρα και δεκάδες παλιά κλειδιά που συνέλεξε από την Αθήνα έγιναν τελικά τα βασικά υλικά της εγκατάστασης. Η επιλογή τους δεν φαίνεται να είναι τυχαία, ο Γουόρντ τα χρησιμοποιεί ως μεταφορές για να σχολιάσει την «πρόσδεση» και την «πρόσβαση» σε έναν τόπο. «Πηγαίνεις σε ένα νέο μέρος, φέρνεις μαζί σου τον δικό σου πολιτισμό, σταδιακά όμως ενσωματώνεσαι στην κοινωνία και δημιουργείται μια υβριδική ταυτότητα. Ελπίζεις ότι θα γίνεις αποδεκτός, αυτό όμως δεν συμβαίνει πάντα», υποστηρίζει. Σύμφωνα με τον ίδιο, η περίπτωση των Αφροελλήνων είναι περισσότερο σύνθετη –σε σχέση με άλλες ιστορίες μετανάστευσης–, καθώς η διαφορετικότητά τους παραμένει ορατή ακόμα και μετά από γενιές παρουσίας στη χώρα. «Οι Αφροέλληνες θα ξεχωρίζουν πάντα εμφανισιακά, και αυτό θα είναι η δύναμη και η αδυναμία τους». Ωστόσο, δεν τον ενδιαφέρει να καταγγείλει ή να επιρρίψει ευθύνες, στόχος του είναι να δημιουργήσει έναν χώρο ενσυναίσθησης. «Θα ήθελα το έργο μου να βοηθήσει τους ανθρώπους να μπουν στη θέση του άλλου», εξηγεί.

Τις περισσότερες φορές, ωστόσο, το έργο του προκαλεί άβολα συναισθήματα στο κοινό. «Νομίζω ότι έχουμε εκπαιδευτεί να επιδιώκουμε διαρκώς την άνεση. Ο τρόπος που ντυνόμαστε, ο τρόπος που κοινωνικοποιούμαστε, η καθημερινότητά μας, όλα περιστρέφονται γύρω από την άνεση. Η δυσφορία είναι κάτι που αποφεύγουμε. Κανείς δεν επιδιώκει να βρεθεί σε μια κατάσταση που θα τον κάνει να αισθανθεί αδύναμος, ντροπιασμένος ή εκτεθειμένος, ωστόσο πιστεύω ότι χρειάζεται να έχεις βιώσει τη δυσφορία για να μπορέσεις να κατανοήσεις τι περνά κάποιος άλλος. Από εκεί γεννιέται η ενσυναίσθηση, όταν θυμίζεις στον εαυτό σου ότι η άνεσή σου συχνά συνδέεται με τη δυσκολία κάποιου άλλου».
«Αυτό σημαίνει να είσαι καλλιτέχνης»
Τον ρωτώ πώς έγινε καλλιτέχνης και απαντά πως ήταν θέμα επιβίωσης. Όταν μετακόμισε από την Τζαμάικα στις Ηνωμένες Πολιτείες, βρέθηκε σε ένα σχεδόν αποκλειστικά λευκό σχολείο. Μιλούσε με έντονη τζαμαϊκανή προφορά και ένιωθε αμήχανα να μιλήσει στην τάξη. Μια μέρα άρχισε να αντιγράφει από βαρεμάρα μια εικόνα του Άγιου Βασίλη που ήταν κρεμασμένη πάνω από τον πίνακα. Οι συμμαθητές του συγκεντρώθηκαν γύρω του και κάποιος αναφώνησε ότι «το καινούργιο παιδί είναι καλλιτέχνης». «Θυμάμαι να σκέφτομαι: Ουάου. Άρα αυτό σημαίνει να είσαι καλλιτέχνης. Ήμουν απλώς καλός στο να αντιγράφω πράγματα, αλλά αυτή η ταυτότητα μου έδωσε δύναμη, ένιωσα ότι ανήκα κάπου και συνέχισα».

«Ο τρόπος που ντυνόμαστε, η καθημερινότητά μας, όλα περιστρέφονται γύρω από την άνεση. Η δυσφορία είναι κάτι που αποφεύγουμε».
Από την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας στο σχολείο, στις ιστορίες που αφορούσαν τον ίδιο και την κοινότητά του στην ενήλικη ζωή. Τελικά, η τέχνη λειτουργεί σαν ξυπνητήρι; «Η τέχνη μάς βοηθά να μη λειτουργούμε σαν πρόβατα, να αναπτύσσουμε κριτική σκέψη και να μη βιαζόμαστε να κατατάξουμε τα πράγματα σε καλά και κακά. Να ξέρουμε πώς η μυθοπλασία και η αλήθεια συνυπάρχουν και να θέτουμε διαρκώς ερωτήματα, αφιερώνοντας χρόνο». Είναι δύσκολη περίοδος αυτή για τις Ηνωμένες Πολιτείες; «Νομίζω πως ναι, αλλά είναι και κυκλικό φαινόμενο. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, έχουμε περάσει παρόμοιες περιόδους και στο παρελθόν. Η διαφορά είναι ότι σήμερα η κατάσταση μοιάζει πιο έντονη εξαιτίας της δύναμης των κοινωνικών δικτύων, μπορούμε να δούμε τα γεγονότα τη στιγμή που συμβαίνουν, αλλά ταυτόχρονα μπορούμε και να αρνηθούμε ότι συμβαίνουν. Αυτό είναι το επικίνδυνο. Το νέο στοιχείο είναι ότι μπορείς να επαναλαμβάνεις ένα ψέμα ξανά και ξανά μέχρι οι άνθρωποι να αρχίσουν να το πιστεύουν».
Η έκθεση Nari Ward: Until that day παρουσιάζεται στα Σφαγεία Ύδρας από 23 Ιουνίου έως 31 Οκτωβρίου. deste.gr

