Η πλατεία Μαβίλη είναι τα παραγεμισμένα σάντουιτς της καντίνας της, τα ποτά στις μεγάλες και τις μικρές μπάρες της, οι τυρόπιτες και τα γλυκά του Μικέ στη γωνία της Σούτσου, τα ξένα περιοδικά στο μοναδικό της περίπτερο, η πρασινάδα του Flower που φέρνει σε κληματαριά, το καϊμάκι του Epik, οι δικηγόροι, οι γιατροί, οι κυρίες και τα παιδιά που την περιδιαβαίνουν, τα περιστέρια, η προτομή της αγέραστης Βουγιουκλάκη και η προτομή του ποιητή Λορέντζου Μαβίλη, στον οποίο οφείλει το όνομά της. Και φυσικά το σιντριβάνι της, που επαναλειτούργησε το 2021. Όμως, τώρα ακόμα, είναι ένα απλό πρωί Κυριακής και η ιστορία μοιάζει να χάνεται μέσα στα καλαμάκια των φρέντο.

Τα παιδιά παίζουν στο σιντριβάνι. Τα μισά τσαλαβουτούν εντός του και τα άλλα μισά περιμένουν το πρώτο τίναγμα του νερού. Ενθουσιάζονται και μαζί τους ενθουσιάζονται και τα περιστέρια, που έχουν αράξει περιμετρικά. Τα καφέ είναι γεμάτα από remote workers, τουρίστες και κατοίκους μιας πόλης που ψάχνει λίγο πράσινο και λίγο φως. Το Flower έχει σχεδόν καταλάβει την πλατεία και όσοι δεν βρίσκουν θέση κάθονται στο Athina. Οι υπάλληλοι των καταστημάτων σταματούν έξω από τους κάδους, σαν να συνεχίζουν μια κουβέντα που δεν τελειώνει ποτέ. Η στάση επί της Βασιλίσσης Σοφίας είναι γεμάτη κόσμο. Μαζί με τους περαστικούς μοιάζουν να περιμένουν και τα αγάλματα. Αυτοκίνητα και ταξί στριμώχνονται στη Σούτσου και τα μπαρ αρχίζουν να προετοιμάζονται για τη βάρδια που ακολουθεί. Το Λώρας έκλεισε. Η ταμπέλα κατέβηκε. Κανείς δεν ξέρει τι θα ανοίξει στη θέση του. Κατά τα άλλα, η ζωή συνεχίζεται.

Οι παλιοί και οι νέοι των μπαρ
Ο κύριος Χρήστος βρίσκεται στο Athina, στον αριθμό 3 της Σούτσου, εδώ και 35 χρόνια. Μαζί με τους καφέδες τον βλέπω να ετοιμάζει και ένα ουίσκι. Κάποιος στο βάθος τού φωνάζει πως το Athina θυμίζει μπαρ-βενζινάδικο στην Αριζόνα. Εκείνος χαίρεται. Στριφογυρίζει το μπουκάλι στο χέρι του και μοστράρει τις κινήσεις ενός έμπειρου μπάρμαν. «Παλιά, τα μπαράκια τα λέγαμε ιδρύματα. Ήμουν κι εγώ τακτικός θαμώνας τότε κι έτσι προέκυψε η ιδέα να ανοίξω ένα δικό μου μπαρ. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Η γειτονιά όμως δεν έχει αλλάξει και πολύ, ή τουλάχιστον εγώ παρέμεινα ο ίδιος». Μου εξηγεί πως το μαγαζί δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί. «Βλέπεις, είναι το Μέγαρο Μουσικής εδώ, οπότε πάντα δουλεύαμε με τους καλλιτέχνες, Έλληνες και ξένους. Παλιά, ερχόταν εδώ η Βίκυ Μοσχολιού, σαν τώρα τη θυμάμαι». Απαριθμεί πελάτες και εποχές. Θαμώνες και ποτά που έχει σερβίρει. «Στην εστίαση, για να αντέξεις, πρέπει να είσαι τίμιος. Να προσφέρεις την καλύτερη δυνατή ποιότητα και να μην κοροϊδεύεις το κοινό σου».

Προτού φύγω, θυμάται να μου πει πως η πλατεία παλιά λεγόταν «Στέγη Πατρίδος», λόγω των προσφυγικών πολυκατοικιών του Ομώνυμου Οργανισμού που βρισκόταν σε μικρή απόσταση. «Από ένα λάθος άλλαξε το όνομα. Είναι ιστορικό το μέρος», επιμένει και με αποχαιρετά καθώς τοποθετεί τα ποτήρια στον δίσκο. Περνάω έξω από τη θολή τζαμαρία του Λώρα. Το περίγραμμα της επιγραφής και το χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα στα κουφώματα είναι τα μόνα που προδίδουν πως εκεί κάποτε υπήρξε ένα ιστορικό μπαρ. Από το 1967, ο Λώρας αποτέλεσε τη δεύτερη παλαιότερη μπάρα της Αθήνας, με τον αργό θάνατό του να έχει ξεκινήσει λίγο μετά την κρίση. Παραδίπλα, συναντώ τα παιδιά του Salvador, το οποίο άνοιξε το 2021. Πίσω από το μπαρ βρίσκεται η Άννα, κάποτε θαμώνας και πλέον υπάλληλος του μαγαζιού. «Είναι κάπως μαγική αυτή η πλατεία», μου αποκαλύπτει. «Κάθε μαγαζί έχει άλλο vibe, αλλά όλα συνδέονται μεταξύ τους. Τι να σου πω; Από το μεταμεσονύχτιο πάρτι και το πρωινό φως μέχρι τον καφέ δίπλα στο σιντριβάνι και το πράσινο, κάθε ώρα στην πλατεία έχει κάτι το ξεχωριστό. Αλλά το πιο ωραίο είναι το γεγονός πως σχεδόν όλα τα μαγαζιά έχουν τακτικούς θαμώνες. Γι’ αυτό, άλλωστε, ξεκίνησα να έρχομαι εδώ και γι’ αυτό επέλεξα και να δουλέψω», συμπληρώνει.

Μια στάση για γλυκό και αλμυρό
Τα κορναρίσματα στη Σούτσου, με το πρώτο άναμμα του φαναριού, χάνονται πίσω από τις φωνές του προποτζίδικου. Στη γωνία με τη Δορυλαίου, έξω από τον Μικέ, τα αυτοκίνητα σταματούν με αλάρμ για να προμηθευτούν τα γλυκά του κυριακάτικου τραπεζιού. Μερικοί περαστικοί σταματούν τις συζητήσεις για τις πάστες, ζητώντας την πλέον φημισμένη κουρού. Εκεί και ο Θάνος, ο οποίος δουλεύει στο κατάστημα περίπου τρία χρόνια τώρα. «Σκέψου ότι ο Μικές άνοιξε το 1956. Μετά από τόσα χρόνια, έχει πολλούς σταθερούς πελάτες, ακόμα και τρίτης γενιάς, που έρχονται για να πάρουν τα γλυκά τους. Θυμάμαι κάποιες κυρίες που μου έλεγαν πως έρχονταν εδώ από παιδιά μαζί με τους γονείς τους για να πάρουν τούρτες, βουτήματα και γλυκά. Πολλοί έρχονται ακόμα και από τα βόρεια και τα νότια προάστια, γιατί ξέρουν την ποιότητα και παραμένουν σταθερά ικανοποιημένοι μες στα χρόνια».

Όση ώρα βρίσκομαι μαζί του, τα λόγια του επιβεβαιώνονται. Άνθρωποι όλων των ηλικιών σταματούν μπροστά από τις γυάλινες προθήκες και σκανάρουν προσεκτικά τα γλυκά της ημέρας. Μαζί τους κι εγώ, που δεν μπορώ να αντισταθώ στην τελευταία τυρόπιτα. Ρωτάω τον Θάνο πώς βλέπει εκείνος την πλατεία μέσα στα χρόνια που βρίσκεται εδώ και μου απαντά πως θα τη χαρακτήριζε ως «πέρασμα». «Είναι πολυσύχναστη όλες τις ώρες της ημέρας. Από τα γραφεία και τα ιατρεία μέχρι τα ιστορικά μαγαζιά της, υπάρχουν πολλοί λόγοι για να κάνει κάποιος μια στάση στη Μαβίλη». Η ουρά έξω από την τζαμαρία επί της Δορυλαίου όλο και μεγαλώνει. Πίσω, ο Λυκαβηττός μοιάζει από εδώ ακόμα πιο επιβλητικός. Από τη μία πλευρά του δρόμου ένα μανάβικο, ένα φαρμακείο και ένα new age ψαράδικο. Από την άλλη, πολυώροφα γραφεία, ένα σουβλατζίδικο, ένα υπόγειο πάρκινγκ, τα σάντουιτς του Μόντακιου και το Θέατρο που πήρε τη θέση του Faz. Μόλις τρία χρόνια στον αριθμό 10 της Δορυλαίου, από το 1989 μέχρι το 1992, με ισπανικό όνομα και λονδρέζικο αέρα, το Faz υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο της νύχτας. Το νέο κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα, από τους μουσικόφιλους στους στιλίστες και από τους ηθοποιούς στους δημοσιογράφους. Μέχρι που έκλεισε.

Τα αστέρια δεν πεθαίνουν ποτέ
«Σαράντα χρόνια, εγώ εδώ μεγάλωσα, εντός του καταστήματος», λέει ο Κωνσταντίνος Φλαμής, ιδιοκτήτης του ανθοπωλείου Άνθη Carafti. «Πρόκειται για ένα αντικείμενο που δεν είναι πρώτης ανάγκης και καθημερινότητας. Παλιά, το λουλούδι ήταν στην καθημερινότητά μας. Σήμερα αυτό έχει αλλάξει». Μιλά για τους ανθρώπους που περνούν από το ανθοπωλείο: διάσημους, καθημερινούς, γιατρούς, επισκέπτες, ερωτευμένους. Για τα ακριβά ενοίκια και τα σπίτια που μένουν άδεια. «Αυτό φταίει που έχει αλλάξει τόσο η γειτονιά. Όταν δεν μπορείς πια να ενοικιάσεις ένα σπίτι εδώ, πώς μπορούμε καν να συζητήσουμε για τη ζωή στη γειτονιά; Τα μαγαζιά και τα σπίτια είναι ντουβάρια», λέει. «Οι άνθρωποι είναι αυτοί που τα φτιάχνουν. Και οι άνθρωποι γύρω γύρω έχουν αλλάξει κι αυτοί. Παλιά η πλατεία δεν ήταν μπαρ, μπαρ, μπαρ. Ήταν χρυσοχοεία, κάβες και μαγαζιά με ρούχα».

«Από τα γραφεία και τα ιατρεία μέχρι τα ιστορικά μαγαζιά της, υπάρχουν πολλοί λόγοι για να κάνει κάποιος μια στάση στη Μαβίλη». -Θάνος, εργαζόμενος στον Μικέ
Το Μπρίκι ήταν παντοπωλείο, το Cigar κοσμηματοπωλείο και το MG ζαχαροπλαστείο. Το θέατρο ήταν κάποτε το Highway, μια φημισμένη ντισκοτέκ, που μετά έγινε Faz. Ύστερα υπήρχε και το Τέξας με τον Κηλαηδόνη. «Το μπαρ σαν μόδα το ξεκίνησε ο Λώρας στα τέλη του ’80», λέει. «Πολύ ωραίο ποτό, χωρίς μεζούρα. Μόνο 105 δραχμές. Και γέμιζε. Μετά, ήρθαν οι υπόλοιποι». Θυμάται το Μπρίκι ως το μόνο μέρος που ήξερε να φτιάχνει σωστό φρέντο καπουτσίνο με «τριμμένο πάγο». Θυμάται το Epik όταν ήταν μαγαζί με ρούχα και τη στοά, εκεί όπου είναι σήμερα ο Κύριος, να έχει ένα κουρείο, ένα ραφείο και ένα τοστάδικο. Το δικό του μαγαζί το κληρονόμησε από την αδελφή της μητέρας του. «Η πλατεία Μαβίλη είναι υπερεκτιμημένη», σχολιάζει γελώντας και ύστερα προσθέτει σχεδόν ψιθυριστά: «Τα τριαντάφυλλα στον έρωτα μονά. Όταν πας σε κηδεία, ζυγά».

Μου δείχνει την πλατεία και το άγαλμα της Βουγιουκλάκη. «Κάποτε, η πλατεία έφτανε μέχρι τα ΚΑΦΑΟ. Λόγω του μετρό και των έργων, επεκτάθηκε μέχρι εδώ. Στον αριθμό 5 έμενε και η μάνα της Αλίκης, η κυρία Έμι, ακόμη τη θυμάμαι. Το ξέρεις πως κάποια στιγμή στη θέση της προτομής είχαν βάλει μια σιδερώστρα;» με ρωτά όλο υπονοούμενο. Διαβάζω πως στα αποκαλυπτήρια του αγάλματος από τον γλύπτη Νίκο Κοτζιαμάνη το 2000, ανέμιζαν ελληνικές σημαίες, ενώ μόλις τέσσερις ημέρες μετά η Αλίκη κλάπηκε από αγνώστους, που στη θέση της άφησαν μια σιδερώστρα, κρύβοντας το πιο λαμπρό αστέρι του ελληνικού σινεμά πίσω από μια συστάδα της πλατείας. Έτσι, η υλοποίηση του έργου −φόρου τιμής στην παλιά γειτονιά της ηθοποιού− μετατέθηκε χρονικά για το 2005, φέροντας πια την υπογραφή του Βασιλείου Διονυσόπουλου. Γυρνάω προς το μέρος της. Τα μαλλιά της είναι ριγμένα στα δεξιά και στον αριστερό της ώμο κάθεται τώρα ένα περιστέρι.

Η τριλογία της Δορυλαίου
Στο σημείο όπου η Βασιλίσσης Σοφίας συναντά τη Δορυλαίου, ξεκινά άτυπα και η μικρή τριλογία της οδού. Ένας μοντέρνος Κύριος, ένα επικό παγωτό (Epik) και ένα λουλούδι (Flower) που φυτρώνει επί της πλατείας. Τρία μαγαζιά μεσοτοιχία, κάτω από την ίδια διεύθυνση, που καθόρισαν την ταυτότητα της γειτονιάς. Ο Βασίλης είχε έρθει κάποτε στον Κύριο για ένα ποτό και τελικά τον κέρδισε η μπάρα. Μετά από μερικά χρόνια θητείας στο κλασικό μπαρ της πλατείας, βρέθηκε να διευθύνει το Flower. Ένα μαγαζί σαράντα τετραγωνικών, που ζυμώνει πίτσες από το 1973. Για τον ίδιο, η πλατεία ήταν ανέκαθεν ένα διευρυμένο στέκι. «Το πρωί απολαμβάνεις τον καφέ σου με την ηρεμία σιντριβανιού και το βράδυ είναι από τα καλύτερα μέρη για ποτό». Το ίδιο επιβεβαιώνει και μια μεγάλη παρέα, που κάθεται κάτω από τις μουριές της πλατείας, παραγγέλνοντας το ένα Άπερολ μετά το άλλο. «Δες τι όμορφα που είναι. Ζεστή πίτσα πάνω στο ξύλο κοπής, καθαρά ποτά και μέρη για χορό. Τι άλλο θες;» μου λέει μία από τις κοπέλες του τραπεζιού. «Και βρίσκεις και εύκολα πάρκινγκ!» προσθέτει αμέσως η διπλανή της.

Έξω από το Epik, ένας ηλικιωμένος κύριος επιδεικνύει με περίσσιο ενθουσιασμό το καϊμάκι στους φίλους του. «Τέτοιο καϊμάκι έχω να φάω από τότε που ήμουν παιδί στη Δράμα», λέει και ο Μανώλης Πυργιανάκης, υπεύθυνος του καταστήματος, συμπληρώνει πως αυτή είναι και η πρόθεσή τους. «Όλα τα προϊόντα μας είναι φυσικά, χωρίς συντηρητικά. Δεν είναι industrialised, τα φτιάχνουμε εμείς», σχολιάζει. Οι ιδιοκτήτες ξεκίνησαν με άλλα μαγαζιά στην πλατεία και μετά ήρθε η ιδέα για το παγωτατζίδικο. Κάπως έτσι, άνοιξε πριν από πέντε χρόνια το Epik, ένας μικρός προορισμός για «ψαγμένες και ξεχασμένες» γεύσεις. Λουκούμι, καϊμάκι, γιαούρτι, σαλέπι αληθινό μπαίνουν πρώτα στη λίστα του pastry chef Παναγιώτη Τσιάμου. Όσο τα παγωτά λιώνουν στα χέρια, ο Κύριος δίπλα ετοιμάζεται να υποδεχτεί τη νυχτερινή φουρνιά της πλατείας − το ίδιο και το Μπρίκι.

Βρόμικο και καθαρό
«Σε είδα ξανά, ήσουν στα μαύρα ντυμένη, πλατεία Μαβίλη τέσσερις παρά…». Προτού το σκεφτώ, κάποιος οδηγός με προλαβαίνει. Τα ηχεία στη διαπασών, και είναι ακόμη απόγευμα. Έξω από την Καντίνα υπάρχει ήδη αναμονή. Σάντουιτς με λουκάνικα, λάχανο και καραμελωμένο κρεμμύδι, κοτομπουκιές και πατάτες με σος, παραγεμισμένες παραγγελίες και αλουμινόχαρτα καλυμμένα με μουστάρδες. Με έτος ίδρυσης το 1989, η καντίνα άφησε μετά το 2015 τις ρόδες της για να πάρει τη μόνιμη θέση της στην αρχή της Σούτσου. Εκεί και ο κύριος Γιάννης, ο οποίος μιλά για μια άλλη Αθήνα. Για τη νύχτα που δεν είναι πια ίδια, για την οικονομική κρίση, για δάνεια, υποχρεώσεις, ντελίβερι και παραγγελίες. «Μετά την κρίση, η νύχτα άλλαξε. Όχι μόνο η νύχτα, τα πάντα άλλαξαν. Μέρα και νύχτα ήταν πια κάτι άλλο από αυτό που ξέραμε. Ζούσαμε λες και ήταν η τελευταία μέρα, αλλά δεν ήταν τελικά η τελευταία». Έχει την πείρα ενός ανθρώπου της νύχτας. Ομιλητικός όσο πρέπει, υπέρ το δέον ευγενικός και σε όλα τυπικός. Ο κύριος Γιάννης, πέρα από καλό βρόμικο −έστω κι αν το πρώτο όνομα ήταν «Ο Καθαρός»−, κάνει και πολύ καλές συζητήσεις. Τα μπαρ έχουν αρχίσει να γεμίζουν. Ο ήλιος έχει πέσει για τα καλά. Η νύχτα φαντάζει μεγάλη και ο έρωτας μια γλυκιά πιθανότητα. Σταματάω έξω από το Μπρίκι. Ένα αγόρι στρίβει το τσιγάρο του με δάχτυλα που τρέμουν. Απέναντί του κάθεται μια κοπέλα που φαίνεται να του αρέσει. Και είναι μόλις δέκα το βράδυ.

Μέσα στο μαγαζί, παίζει το soundtrack μιας άλλης ταινίας. Κλασικά rock, alternative και blues κομμάτια καταλήγουν πάνω στην ξύλινη μπάρα. Μια γεύση από τα παλιά και μια γοητεία που θυμίζει καλό παλαιωμένο ποτό. Τα τραπέζια του έχουν ήδη γεμίσει. Νέοι και παλιοί, θαμώνες και περαστικοί μετατρέπουν τώρα τη Δορυλαίου και τη Σούτσου σε μια αυτοσχέδια ανοιχτή μπάρα. Τα ποτά αφήνονται πάνω στα πεζούλια και στα καπό και τις περισσότερες φορές ξεχνιούνται εκεί. Το τσιγάρο επιβάλλει την επέκταση στον δρόμο. Ανάμεσα στους καπνούς και τις φωνές, δυο τρεις ψιθυριστές κουβέντες είναι αρκετές για να πάρει η βραδιά άλλη τροπή. Εδώ το φλερτ μοιάζει φυσικό, σχεδόν αναγκαίο.

Οι δρόμοι έχουν γεμίσει για τα καλά. Τα κάγκελα της πλατείας γίνονται παγκάκια και το πεζοδρόμιο τασάκι. Από μακριά, νομίζεις πως είναι ένα μόνο μαγαζί που δεν παύει να επεκτείνεται, ένας χορός στον οποίο συμμετέχουν όλοι. Και κάπως έτσι κυλάνε οι ώρες μέχρι που το άφτερ δεν παίρνει άλλη αναβολή. Το Salvador κινείται τώρα σε ποπ ρυθμούς και το MG αρχίζει να γεμίζει. Στους τοίχους του, τα κάδρα με τα κολάζ από εισιτήρια συναυλιών μοιάζουν με σημαντικό αρχείο. Μέσα στα λίγα τετραγωνικά του, προσπαθούν να χωρέσουν θαμώνες πολλών ετών − το στέκι του Μίμη και του Γιάννη είναι διαχρονικά από τα πιο κλασικά αφτεράδικα της πόλης. Σε λίγο θα έχει πια ξημερώσει. Σκέφτομαι αν όλοι εκείνοι που μέχρι πρότινος χόρευαν έχουν μαζί τους γυαλιά ηλίου. Τα καφέ έχουν ανοίξει. Ίσως η βραδιά τους συνεχιστεί εκεί. Ίσως η μέρα τους μπλεχτεί με εκείνη όσων φορούν ήδη γυαλιά ηλίου.

