Στον κόσμο της κλασικής αυτοκίνησης υπήρχε κάποτε ένας απαράβατος κανόνας που επέβαλλε την απόλυτη προσήλωση στην εργοστασιακή κατάσταση. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από τις προδιαγραφές που όρισε ο κατασκευαστής πριν από μισό αιώνα θεωρούνταν σχεδόν ιεροσυλία από τους φανατικούς συλλέκτες. Αυτό το συντηρητικό δόγμα ανατρέπεται πλέον λόγω μιας σύγχρονης τάσης, αυτής του restomod. Ο όρος προκύπτει από τον συνδυασμό των λέξεων «restoration» και «modification» και περιγράφει μια συμφιλίωση της αθάνατης αισθητικής του χθες με την τεχνολογία του σήμερα.
Ένα αυθεντικό restomod διατηρεί εξωτερικά τις εμβληματικές γραμμές που μετέτρεψαν μοντέλα όπως την Porsche 911, την Alfa Romeo Giulia, το Mini κ.ά. σε παγκόσμια πολιτιστικά είδωλα. Κάτω από το μέταλλο, όμως, η εικόνα αλλάζει ριζικά και το αυτοκίνητο αποκτά μια εντελώς νέα προσωπικότητα. Τα αναχρονιστικά φρένα δίνουν τη θέση τους ακόμα και σε κεραμικούς δίσκους και οι αναρτήσεις φτάνουν να ρυθμίζονται ακόμα και ηλεκτρονικά για να προσφέρουν κράτημα ανάλογο σημερινού supercar.

Δεύτερη νιότη
Οι κινητήρες είτε αναβαθμίζονται με σύγχρονα συστήματα ψεκασμού είτε αντικαθίστανται από πανίσχυρα ηλεκτρικά μοτέρ που προσφέρουν ακαριαία επιτάχυνση. Αυτή η διαδικασία δεν αποτελεί μια απλή αναπαλαίωση, αλλά μια πλήρη επανεφεύρεση του οχήματος. Το αποτέλεσμα εγγυάται στον κάτοχο ενός τέτοιου αυτοκινήτου οδήγηση χωρίς το διαρκές άγχος για την αξιοπιστία του κινητήρα ή την αποτελεσματικότητα στο φρενάρισμα και, επιπλέον, συμβάλλει στη μακροημέρευση ενός κατά τα άλλα «ηλικιωμένου» μοντέλου. Αν το restomod ήταν αντικείμενο πολυτελείας, θα έμοιαζε με έναν vintage χρονογράφο που κρύβει μέσα του τον εξελιγμένο μηχανισμό ενός σημερινού Patek Philippe.
Αυτή η μοναδική σύζευξη έχει, φυσικά, το ανάλογο οικονομικό τίμημα, που απευθύνεται σε μια πολύ συγκεκριμένη κατηγορία αγοραστών. Οι τιμές ξεκινούν από 150.000 ευρώ για μια ποιοτική ανακατασκευή ενός Land Rover Defender και εκτοξεύονται πάνω από το ένα εκατομμύριο ευρώ για τις δημιουργίες των κορυφαίων οίκων του εξωτερικού.
Έχει κόστος η τελειότητα
Η εξήγηση γι’ αυτό το δυσθεώρητο κόστος κρύβεται στις χιλιάδες ώρες εργασίας στο χέρι που απαιτούνται για κάθε μονάδα. Δεν μιλάμε για μια απλή γραμμή παραγωγής, αλλά για ένα εξειδικευμένο «ατελιέ υψηλής ραπτικής», όπου κάθε βίδα τοποθετείται με το χέρι από κορυφαίους τεχνικούς. Το συνολικό κόστος περιλαμβάνει την επίπονη εύρεση ενός σπάνιου και υγιούς σασί, καθώς και τη χρήση εξωτικών υλικών, όπως το ανθρακόνημα και το τιτάνιο. Στην κορυφή αυτής της πυραμίδας κυριαρχεί η αμερικανική Singer Vehicle Design, η οποία έχει μετατρέψει την Porsche 911 σε ένα κινητό έργο τέχνης. Οι δικές της δημιουργίες ξεκινούν από 600.000 δολάρια, ενώ το κορυφαίο μοντέλο DLS αγγίζει το 1,8 εκατομμύρια δολάρια. Η παγκόσμια ζήτηση είναι τόσο μεγάλη, που οι λίστες αναμονής ξεπερνούν πλέον τα τρία χρόνια και τα αυτοκίνητα ανατιμώνται διαρκώς στη δευτερογενή αγορά ως συλλεκτικά κειμήλια.
Αντίστοιχα η βρετανική Alfaholics προσφέρει την εκπληκτική GTA-R 290 με κόστος που αγγίζει τις 375.000 ευρώ. Πρόκειται για μια Alfa Romeo κατασκευασμένη σχεδόν εξ ολοκλήρου από carbon (ανθρακονήματα). Στην ίδια ακριβή κατηγορία η εταιρεία Eagle εξειδικεύεται στην αναγέννηση της Jaguar E-Type, απαιτώντας πάνω από οκτώ χιλιάδες ώρες εργασίας για κάθε Lightweight GT που κοστίζει περίπου 930.000 ευρώ. Ακόμα και η σουηδική Cyan Racing συμμετέχει σε αυτόν τον χορό των εκατομμυρίων με το Volvo P1800 Cyan, που συνδυάζει την αγωνιστική τεχνολογία παγκόσμιων πρωταθλημάτων και τιμή κοντά στις 700.000 δολάρια.

Η ελληνική πραγματικότητα
Στην Ελλάδα το φαινόμενο του restomod αρχίζει να αποκτά το δικό του κοινό, παρά τις ιδιαιτερότητες της εγχώριας αγοράς. Μέχρι πρόσφατα, το αυστηρό πλαίσιο για τα ιστορικά οχήματα περιόριζε τις δυνατότητες εκσυγχρονισμού, καθώς κάθε αλλαγή μπορούσε να στερήσει την πιστοποίηση αυθεντικότητας. Ωστόσο η νέα νομοθεσία για τις μετατροπές και η αυξανόμενη εμπειρία εξειδικευμένων ελληνικών συνεργείων έχουν ανοίξει τον δρόμο. Ήδη παρατηρούμε αξιόλογες προσπάθειες σε κλασικά μοντέλα, όπως το Mini Cooper ή παλαιότερα το Toyota Land Cruiser, τα οποία ανακατασκευάζονται με σύγχρονα μηχανικά μέρη για να αντεπεξέλθουν στους ελληνικούς δρόμους. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως σε οχήματα που συνδυάζουν το στιλ με τη χρηστικότητα, καθώς ο Έλληνας ιδιοκτήτης αναζητά ένα κλασικό αυτοκίνητο που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μια απόδραση το Σαββατοκύριακο χωρίς τον φόβο της οδικής βοήθειας.
Στη χώρα μας παρατηρούμε αξιόλογες προσπάθειες σε κλασικά μοντέλα, τα οποία ανακατασκευάζονται για να αντεπεξέλθουν στους ελληνικούς δρόμους.
Επένδυση και βιωσιμότητα
Πέρα από την καθαρή οδηγική απόλαυση, το φαινόμενο «restomod» αποδεικνύεται μια εξαιρετικά ισχυρή επενδυτική κίνηση για το μέλλον. Ενώ ένα καινούργιο supercar χάνει αμέσως μεγάλο μέρος της αξίας του μόλις βγει από το εργοστάσιο, τα restomods περιορισμένης παραγωγής λειτουργούν ως κινητά περιουσιακά στοιχεία υψηλής απόδοσης. Επιπλέον, η αναπτυσσόμενη τάση μετατροπής τους σε EVs προσθέτει μια σημαντική πτυχή βιωσιμότητας, αφού επιτρέπει στους προνομιούχους κατόχους τους να κυκλοφορούν ελεύθερα στα κέντρα των μεγάλων πόλεων, όπου τα κλασικά οχήματα σύντομα θα απαγορευτούν λόγω ρύπων.
Ως προς το αν το restomod αποδειχθεί μια περαστική μόδα για λίγους εκκεντρικούς, μόνο το μέλλον θα δείξει. Κάνοντας πάντως λόγο για το σήμερα, αναμφίβολα είναι η απόδειξη ότι στο αυτοκίνητο, όπως και στη μόδα, το στιλ παραμένει διαχρονικό, ενώ η τεχνολογία οφείλει να εξελίσσεται διαρκώς.

