24 ώρες στο Γκάζι: Από τις γκαλερί μέχρι τα μπουζούκια

24 ώρες στο Γκάζι: Από τις γκαλερί μέχρι τα μπουζούκια

Η πλατεία, το μετρό, τα λοφτ, η Τεχνόπολη, τα καφέ και τα κλαμπ, τα θέατρα, οι γλώσσες, οι γεύσεις, η μουσική: Όσα συμβαίνουν σήμερα στη γειτονιά

24-ώρες-στο-γκάζι-από-τις-γκαλερί-μέχρι-τ-564222553 (Φωτογραφίες: Περικλής Μεράκος)
(Φωτογραφίες: Περικλής Μεράκος)
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Στο Γκάζι; Τι πας να κάνεις, παιδάκι μου, εκεί πρωινιάτικα;» με ρωτάει έκπληκτος ο ταξιτζής όταν του ανακοινώνω τον προορισμό μου και, όσο προχωράμε, τον ακούω να μονολογεί για τις αναμνήσεις του από την περιοχή. Θυμάται εργάτες, πρόσωπα, αγορές και μαγαζιά, «αλλά όλα αυτά είναι πια παρελθόν. Ποτέ δεν την κατάλαβα αυτή τη γειτονιά, ούτε και το όνομά της. Τι λέξη είναι αυτή; Δεν σου ακούγεται κάπως ξένη;» με ρωτάει. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω να του δώσω καμία απάντηση. Αναζητώ το σχετικό λήμμα στο κινητό κι έτσι μαθαίνω ότι το «γκάζι» προέρχεται από το γαλλικό «gaz» (στα ελληνικά: φωταέριο), το οποίο αποτελεί μετεξέλιξη της αρχαιοελληνικής λέξης «χάος». Στο σάιτ «Αρχείον Πολιτισμού», ο Ξενοφών Τζοβάρας, πρόεδρος της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας, εξηγεί ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερη σημασιολογική διαδρομή με κέντρο της την έννοια της «άμορφης ύλης», αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση. «Ας πούμε ότι έχει να κάνει με το χάος», λέω τελικά στον οδηγό λίγο πριν κατέβω στην Πειραιώς.

Στο πάρκο της Ιεράς Οδού, μερικοί Βορειοευρωπαίοι τουρίστες διαβάζουν την αρχαιολογική επιγραφή δίπλα στο φανάρι. Πίσω τους, δεκάδες οικογένειες Ρομά έχουν απλώσει πετσέτες και αντικείμενα πάνω στο γρασίδι. Τα παιδιά κάνουν σούζες με τα ποδήλατά τους και μας ζητούν φωτογραφίες. «Εδώ είμαστε κάθε μέρα. Τυπώστε τες και ελάτε να μας βρείτε», φωνάζει από το βάθος μία από τις μαμάδες, ενώ την ίδια στιγμή δυναμώνει τη μουσική στο ηχείο. Ο δρόμος μοιάζει παράταιρα ήσυχος. Στη στάση «Παλαιά Αγορά», δύο κυρίες περιμένουν το 838. Δίπλα τους προστίθενται τώρα κάποιες οικογένειες που βγαίνουν από την Τεχνόπολη, όπου τους τελευταίους μήνες στεγάζεται μια έκθεση για την ιστορία του εργοστασίου. Φέτος συμπληρώνονται 40 χρόνια από τότε που η Μελίνα Μερκούρη, ως υπουργός Πολιτισμού, διέσωσε το εργοστάσιο ως διατηρητέο ιστορικό μνημείο.

24 ώρες στο Γκάζι: Από τις γκαλερί μέχρι τα μπουζούκια-1
Σύγχρονη και «παραδοσιακή» αθηναϊκή αρχιτεκτονική δίπλα δίπλα στο Γκάζι.

Στο ίδιο τραπέζι

Το 1857 ιδρύθηκε η Εταιρεία Αεριόφωτος και οι σχετικές υποδομές για τις ανάγκες δημόσιου φωτισμού της πόλης, με 60.000 κατοίκους τότε. Η συνοικία που αναπτύχθηκε ανάμεσα στην Πειραιώς και την Ιερά Οδό άρχισε να αποκαλείται Γκάζι, Γκαζοχώρι ή Φωταέριο. Το 1910 εγκαταστάθηκαν στην περιοχή και οι οίκοι ανοχής. Γκαζοχωρίτης αποκαλούνταν πια ο τακτικός θαμώνας τους και Γκαζοχωρίτισσα η κάθε σεξεργάτρια. Περίπου την ίδια περίοδο λειτουργούσε στο Γκάζι και η Λαχαναγορά, ενώ από το 1939 και μετά τη θέση των πάγκων άρχισαν να παίρνουν τα συνεργεία αυτοκινήτων, τα σιδηρουργεία και τα μηχανουργεία. Στα τέλη των ’60s έφτασαν και οικογένειες μουσουλμάνων από τη Βόρεια Ελλάδα, λόγω των δύσκολων οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν τότε στις πόλεις τους. Αυτή ήταν η κατάσταση όταν το εργοστάσιο έπαψε πια να λειτουργεί. Οι καμινάδες παρέμειναν στη θέση τους, ως μια υπενθύμιση της πρότερης ζωής, έστω κι αν τον γύρω χώρο είχε καταλάβει πια η τέχνη. Από το 1990 και μετά, το Γκάζι αποτέλεσε καλλιτεχνική κοιτίδα, ένα ζωντανό και παλλόμενο κέντρο δημιουργίας. Ζωγράφοι και εικαστικοί μετέτρεψαν τις αποθήκες και τα χαμόσπιτα σε ατελιέ και οι επιχειρηματίες πέταξαν τις ζάντες από τα συνεργεία για να δημιουργήσουν θέατρα. 

«Το συμβόλαιο του σπιτιού μου γράφει ακόμη και σήμερα “Γκαζοχώρι”», μου λέει η Ήρα, μεσίτρια στο επάγγελμα και κάτοικος της περιοχής εδώ και 22 χρόνια, την οποία συναντώ σε ένα καφέ στη Βουτάδων. «Θεωρούσα τότε την περιοχή ανερχόμενη, χωρίς όμως να χάνει τον χαρακτήρα της γειτονιάς που αναζητούσα. Τα τελευταία τέσσερα-πέντε χρόνια, που έχουν έρθει οι απρόσωποι επενδυτές και χτίζουν ή ανακαινίζουν τα ήδη υπάρχοντα κτίρια, αυτός ο χαρακτήρας έχει επηρεαστεί. Αν και, ευτυχώς, όσοι επιλέγουν να μείνουν στη γειτονιά είναι άνθρωποι με ανησυχίες. Η δημιουργικότητα και το κουίρνες πάντα συνυπήρχαν στο Γκάζι. Δεν έχω ακούσει ποτέ κανέναν να σχολιάζει κάποιον άλλον αρνητικά. Είμαστε ένα χωριό, είναι η αλήθεια. Από τους ανθρώπους που δουλεύουν στα ανταλλακτικάδικα μέχρι εκείνους που εργάζονται στα θέατρα, όλοι μας καθόμαστε να φάμε στο ίδιο τραπέζι».

24 ώρες στο Γκάζι: Από τις γκαλερί μέχρι τα μπουζούκια-2
Εξω από το Gazarte, ένα ιστορικό live stage της περιοχής. 

Όσο μιλάμε, χαρτογραφεί χονδρικά και τις αλλαγές που η ίδια είδε να συμβαίνουν στη γειτονιά: «Το Γκάζι δεν είχε την οικιστική ανάπτυξη που είχαν άλλες περιοχές. Για πολλά χρόνια χαρακτηριζόταν από τις οικογενειακές διπλοκατοικίες, πολλές Πομάκων και μουσουλμάνων, ενώ κανείς δεν ήθελε να μείνει εδώ λόγω των εργατών και του εργοστασίου. Αυτό άρχισε να αλλάζει περίπου το 2004, όταν μερικοί κατασκευαστές συνειδητοποίησαν την προοπτική και ειδικά τη θέα της Ακρόπολης. Από εδώ τη βλέπεις κατά τα τρία τέταρτα, το λεγόμενο καλό της προφίλ, και αυτό είναι κάτι που επενδυτικά έχει μεγάλη αξία. Το 2006 έφτασε και η μόδα των λοφτ. Δεν ήταν μια παράλογη τάση, αν το καλοσκεφτείς. Από τη μία ήταν ο βιομηχανικός χαρακτήρας της περιοχής και από την άλλη οι ανάγκες του νέου πληθυσμού που είχε αρχίσει να καταφθάνει. Το Γκάζι δεν αφορούσε ποτέ την κλασική οικογένεια, οπότε και τα κτίρια έπρεπε να ανταποκριθούν σε αυτό. Έχει ακόμη να δώσει πολλά σε επενδυτικό επίπεδο η περιοχή, παρόλο που δεν είναι πια τόσο φθηνή. Αλλά ποια γειτονιά είναι σήμερα φθηνή στην Αθήνα;».

Η Στρέλλα και η Μικρασία

Καθώς προσπερνάω τα καφέ της πλατείας, τα πρόσωπα αλλάζουν. Μετράω τα κλειστά μαγαζιά, τα νεόδμητα κτίρια, τα παρκαρισμένα πατίνια και τις μηχανές. Οι ηλικιωμένοι διαβάζουν ατάραχοι την εφημερίδα τους και τα παιδιά ψάχνουν τρόπο να αγοράσουν τσιγάρα από το περίπτερο. Από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνω πως έχουν κάνει κοπάνα από το σχολείο. Μπροστά τους περνάει μια κοπέλα με μαντίλα και την ποδιά του εστιατορίου όπου δουλεύει. Σε λίγες ώρες ξεκινά η βάρδιά της και εκείνη τώρα κάθεται απέξω χαζεύοντας βίντεο στο κινητό της. Περπατάω κατά μήκος της Κωνσταντινουπόλεως, αναζητώντας θραύσματα της γειτονιάς. Τα παλιά κτίρια έχουν σχεδόν κατεδαφιστεί. Στη θέση τους βρίσκονται πια γυμναστήρια, νυχάδικα, λογιστήρια και μεσιτικά γραφεία. Η εικόνα μοιάζει παράταιρη, αλλά κανείς δεν φαίνεται να δίνει σημασία. 

24 ώρες στο Γκάζι: Από τις γκαλερί μέχρι τα μπουζούκια-3
Ο Δημήτρης, ιδιοκτήτης του σπιτιού όπου γυρίστηκε η Στρέλλα (2009).

Όσο πλησιάζω προς την Ευμολπιδών και στο οινομαγειρείο Κανέλλα, φέρνω στον νου μου εικόνες από τη Στρέλλα (2009) του Πάνου Χ. Κούτρα. Αναρωτιέμαι μήπως το κτίριο της γωνίας ήταν αυτό που στέγασε την ιστορία της. Η ταμπέλα που γράφει «Mono Kimono» με διαψεύδει προσώρας. Στην εξώπορτα του καταστήματος βρίσκω τον Δημήτρη και τον πάντα φιλικό Λίο. «Μη φοβάσαι, δεν δαγκώνει», με προλαβαίνει ο Δημήτρης και μέσα σε λίγα λεπτά έχει ξεκινήσει να αφηγείται μια ιστορία τεσσάρων γενεών. «Αυτό που βλέπεις είναι το πατρικό μου. Εδώ γεννήθηκα εγώ, εδώ και η κόρη μου. Το σπίτι το έχτισαν ο παππούς μου ο Δημήτρης και η γιαγιά μου η Ευγενία όταν ήρθαν στην Ελλάδα από τη Μικρασία. Έκτοτε το κτίριο δεν έπαψε ούτε στιγμή να είναι συνυφασμένο με αυτήν. Το 2001, όταν επέστρεψα από τη Νέα Υόρκη όπου ζούσα 15 χρόνια, άνοιξα το μπαρ Μicraasia. Τότε γινόταν χαμός εδώ, φαντάσου μας είχαν γράψει μέχρι και στο CNN και στο Paris Match. Το μαγαζί άντεξε περίπου μέχρι την πανδημία και έπειτα αποφάσισα να ασχοληθώ με το όνειρό μου, που ήταν το σχέδιο ρούχου», μου λέει και με ξεναγεί στο κατάστημά του. Στις ράγες πολύχρωμα κιμονό, σε όλα τα σχέδια και τα μήκη, αφηγούνται μια δική τους παράλληλη ιστορία. Πίσω από το ταμείο παρατηρώ μερικά παραδοσιακά μικρασιατικά προϊόντα, ενώ στο πλάι μια φωτογραφία του παππού Δημήτρη και της γιαγιάς Ευγενίας.

«Η μόδα των λοφτ έφτασε το 2006. Το Γκάζι δεν αφορούσε ποτέ την κλασική οικογένεια, οπότε και τα κτίρια έπρεπε να ανταποκριθούν σε αυτό», λέει η Ήρα, μεσίτρια και κάτοικος της περιοχής.

«Τους επάνω ορόφους τούς παραχωρώ στον Σύλλογο Μικρασιατών για διάφορες εκδηλώσεις και ενίοτε τους νοικιάζω. Σήμερα, για παράδειγμα, έχουν κλείσει την ταράτσα κάποια παιδιά για να κάνουν το πάρτι τους. Τον μεσαίο όροφο, το “Strella’s house”, συνήθως τον νοικιάζω σαν σπίτι». Προτού καν του το ζητήσω, με ξεναγεί στον χώρο όπου γυρίστηκε η ταινία. Διαφέρει αρκετά, αλλά η αίσθηση είναι η ίδια. «Όταν ο Πάνος μού ζήτησε το σπίτι, εγώ δεν ήξερα ακόμη την ιστορία, την έμαθα τελικά στην πρεμιέρα. Για μένα είναι ιδιαίτερα συγκινητική, γιατί έχει πολλά στοιχεία δικά μου. Από τον ήχο του κλειδιού στην αυλόπορτα, ήχο που είχα ταυτίσει με τον πατέρα μου, μέχρι το δωμάτιο του μωρού, όπου κοιμόταν και η δική μου κόρη, η ταινία μίλησε με τον πιο γλυκό τρόπο για μια ανορθόδοξη οικογένεια που δεν διέφερε πολύ και από τη δική μου, αν σκεφτείς πως είχα παντρευτεί μια Τουρκάλα».

24 ώρες στο Γκάζι: Από τις γκαλερί μέχρι τα μπουζούκια-4
Μια στάση στις καντίνες της Ιεράς Οδού.

Επιστρέφοντας στην πλατεία, βλέπω ανθρώπους να στήνουν μια μεγάλη τέντα. Σε μια αφίσα αναγράφεται πως πρόκειται για ανοιχτή κουζίνα. Η Κλίμακα, όπως μαθαίνω, είναι ένας φορέας ψυχικής υγείας που έχει κάτω από την «ομπρέλα» του οικοτροφεία, ξενώνες και τη γραμμή υποστήριξης για την αυτοκτονία. Στεγάζεται στην Ευμολπιδών και κάθε Παρασκευή διοργανώνεται αυτή η ανοιχτή κουζίνα στο Γκάζι, για τους αστέγους και τους ψυχικά ασθένεις της περιοχής, μου εξηγεί η υπεύθυνη, Ελευθερία Κουμαλάτσου. Προτού το φαγητό φτάσει στον πάγκο, δίπλα του έχει στηθεί μια μικρή γωνιά όπου η γιατρός της ομάδας, η Ναταλί, υποδέχεται ανθρώπους για να ελέγξει την κατάσταση και την αγωγή τους. «Στόχος μας είναι να ενδυναμώσουμε τους ανθρώπους, γι’ αυτό και βγάζουμε και ένα περιοδικό όπου αφηγούνται τις ιστορίες τους και από όπου μπορούν να ενημερώνονται για θέματα υγείας», προσθέτει η Ελευθερία και επιστρέφει στον συντονισμό των δράσεων.

Όταν πέφτει η νύχτα

Χάνομαι στα στενά γύρω από την πλατεία. Τα χαμόσπιτα, τα νεόδμητα πολυτελή διαμερίσματα και τα τυπικά κτίσματα του ’60 μοιάζουν να γίνονται ένα καθώς ο ήλιος δύει. Συνεννοήσεις για τα ραντεβού της βραδιάς και βόλτες με το GPS ανοιχτό καθορίζουν τη νυχτερινή ζωή της πλατείας. Στο περίπτερο δημιουργούνται σιγά σιγά ουρές. Μπίρες, τσίχλες, νερά, προφυλακτικά και τσιγάρα ρίχνονται σε τσέπες και τσαντάκια. «Από τις οκτώ το απόγευμα επικρατεί πανικός. Αγοράζουν τα πάντα. Είμαι μόλις τρεις μήνες εδώ και έχω δει ό,τι μπορείς να φανταστείς», μου λέει η κοπέλα πίσω από το ταμείο. Το ρολόι δείχνει περίπου εννιά. Ο δρόμος μπροστά από το Gazarte έχει ήδη γεμίσει, ενώ στα μπουζούκια στην Ιερά Οδό ακριβά αυτοκίνητα αφήνουν τους τακτικούς θαμώνες που ετοιμάζονται για το κλείσιμο της σεζόν. Άνθρωποι όλων των ηλικιών στήνονται έξω από το Nox και ανάμεσά τους μια νύφη που έχει έρθει για το bachelorette της.

24 ώρες στο Γκάζι: Από τις γκαλερί μέχρι τα μπουζούκια-5
Λοφτ, καμινάδες, χαμόσπιτα και γκράφιτι.

Οι καντίνες ζεσταίνουν τις ψησταριές τους και προετοιμάζουν τα υλικά για το βράδυ που θα ακολουθήσει. «Ο περισσότερος κόσμος έρχεται γύρω στις τέσσερις-πέντε ή ακόμη και στο κλείσιμο. Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα κυλήσει η βάρδια, εξαρτάται από τον κόσμο που θα βγει το κάθε βράδυ. Μπορεί να είναι όλοι ευδιάθετοι ή όλοι τρελοί. Θέλει σκληρό στομάχι η νύχτα και υπομονή. Κάποιοι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι και γι’ αυτό καλό είναι να μην προκαλείς. Προσπαθώ να σέβομαι όσους έρχονται να φάνε, αλλά πόσο χαμογελαστός να είσαι; Δεν είμαστε και ρομπότ. Κανείς δεν μας ρωτάει εάν η μέρα μας είναι καλή ή όχι. Η εστίαση έχει γίνει ένα πολύ δύσκολο πράγμα τα τελευταία χρόνια, και το λέω δουλεύοντας συνειδητά σε αυτήν από τα 14 μου», θα μου πει μια κοπέλα καθώς ετοιμάζει τα χοτ ντογκ.

Οι μαρκίζες έχουν ανάψει. Τα θέατρα έχουν γεμίσει, το ίδιο και τα μπαρ. Σκέφτομαι τους στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου στο Ανθρώπων έργα, το οποίο αποτελεί και μία από τις πρώτες παραστάσεις που ανέβηκαν στο Γκάζι, το 1993: «Αδιόρθωτα τα μάτια και οι καρδιές/ με κουμπιά και φερμουάρ κατεστραμμένα», τραγουδούσε τότε η Άλκηστις Πρωτοψάλτη σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη. Τώρα, το μόνο που ακούγεται στη γειτονιά είναι πειραγμένη ποπ σε διάφορες γλώσσες. Τουρίστες, επίδοξοι εραστές και ένα πλήθος κουίρ ατόμων σχηματίζουν μικρές, αυτοτελείς κοινότητες έξω από τα μπαρ και τα κλαμπ. Ακόμα και στα πρότερα στέκια της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν αποτελεί πια διαχωριστική γραμμή. «Τα πρώτα νυχτοπερπατήματά μου στο Γκάζι τα έκανα όταν ήμουν περίπου 16 χρονών. Εδώ ήταν που έμαθα για την κουλτούρα των σόου, για το voguing [χορός της κουίρ κοινότητας] και για όσα συνέβαιναν στην αθηναϊκή νύχτα. Εδώ ήταν που ερωτεύτηκα πρώτη φορά και εδώ ήταν που έζησα την πλήρη αποδοχή τόσο ως Άνταμ όσο και ως Τέρψη», θα μου πει η Τερψιχόρη, η οποία είναι μοντέλο και περφόρμερ. Είναι πια αργά. Ο κόσμος έχει αρχίσει να σπάει και η κίνηση να μειώνεται. Γυρνώντας σπίτι, περνάω από το Οινομαγειρείο της Αλεξάνδρας, στη Δεκελέων. Από το υπόγειο φτάνουν στον δρόμο οι φωνές, τα τσουγκρίσματα και τα γέλια. Στέκομαι για λίγο εκεί και παρατηρώ το πλαστικό τραπέζι με τις δύο καρέκλες που βρίσκεται ακριβώς απέναντι. Το φωτογραφίζω. «Ωραίο δεν είναι;» με ρωτάει σε σπαστά ελληνικά μια κυρία. Η Μυρτώ, με καταγωγή από την Τουρκία, ζει 40 χρόνια στο ίδιο σπίτι, με το τραπεζάκι και την καρέκλα της στην άκρη του δρόμου. «Άλλοι φύγανε, άλλοι πεθάνανε, αλλά εγώ δεν θα πήγαινα ποτέ κάπου αλλού· ούτε και σε πολυκατοικία. Αυτή είναι η χαρά μου: να κάθομαι εδώ και να βλέπω τον κόσμο να περνάει. Μπορώ να καθίσω μέχρι τις τρεις και τις τέσσερις το πρωί εδώ. Γιατί να με ενοχλεί; Αυτό είναι ζωή. Ο κόσμος και οι φωνές». Ο κόσμος και οι φωνές, επαναλαμβάνω και την καληνυχτίζω.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT