Φανταστείτε την εικόνα: μεταπολεμικά χρόνια στην Αθήνα, ένας πιτσιρικάς που αγαπάει το ποδόσφαιρο μετράει τις δραχμές στην παλάμη του για να δει αν του φτάνουν για να αγοράσει ένα χαρτάκι με το πρόσωπο των αγαπημένων του παικτών. «Δεν είχαμε λεφτά τότε», θυμάται σήμερα ο Τότης Φυλακούρης, 79 ετών, μέλος της ομάδας του Παναθηναϊκού που έφτασε στον τελικό του Γουέμπλεϊ το 1971. «Ψάχναμε να βρούμε μια δραχμή, ένα πενηνταράκι, για να πάρουμε ένα κομμάτι τσίχλα ή μια σοκολάτα που να έχει μέσα έναν ποδοσφαιριστή. Όταν μαζεύαμε έναν αριθμό, ας πούμε μέχρι 100, μας έδιναν ένα δώρο».
Για να δημιουργήσει τις ενδεκάδες ιστορικών ελληνικών συλλόγων, κολλούσε, όπως λέει, με τους φίλους του τα χαρτάκια στον τοίχο, κι όταν κάποιο περίσσευε, ερχόταν η ώρα των ανταλλαγών. «“Μου το δίνεις;” ρωτούσαμε. Εάν είχες δύο φορές για παράδειγμα τον Λουκανίδη, τον αντάλλασσες με κάποιον άλλον, έλεγες: “Έχω Παπαεμμανουήλ, Σιδέρη, Δομάζο, αλλάζουμε;”. Υπήρχε βέβαια και ο Πελέ, ο Πούσκας. Όπως και τώρα τα παιδιά αναζητούν τα ινδάλματά τους, έτσι συνέβαινε και τότε».

Ουγγαρία, δηλαδή Magyarország
Την ίδια περίπου στιγμή ξεκινούσε στη Μόντενα η οικογενειακή επιχείρηση των αδερφών Πανίνι, οι οποίοι πήραν την αγάπη των παιδιών για τους ποδοσφαιρικούς τους ήρωες και την έκαναν παγκόσμια μανία – το 1970 η Panini παρουσίασε το πρώτο άλμπουμ με αυτοκόλλητα για το Μουντιάλ του Μεξικού. «Εγώ ξεκίνησα να μαζεύω από το 1974 και για πάρα πολλά χρόνια μάζευα ανελλιπώς», θυμάται σήμερα ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος. «Με εξαίρεση 1-2 παίκτες, μπορώ να πω ότι τα περισσότερα τα είχα συμπληρώσει. Από το 2002 και μετά, μου τα πρόσφερε η εταιρεία. Ήταν μια ιεροτελεστία εκείνα τα χρόνια».
Για τους αμύητους, η ζέση για τα χαρτάκια περιορίζεται στο επίπεδο του ποδοσφαιρικού πάθους. Ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος μας δίνει και μια άλλη διάσταση: «Εκείνα τα χρόνια ήταν η ευκαιρία μας να ανακαλύψουμε τον κόσμο και ειδικά τις χώρες εκτός της Ευρώπης. Ήταν σημείο αναφοράς αυτά τα χαρτάκια. Μάθαινες για χώρες μακρινές, που βρίσκονταν στην Αφρική, στην Ασία ή στην Ωκεανία. Κάτι επίσης ενδιαφέρον που οι περισσότεροι ενδέχεται να μην το γνωρίζουν: στο άλμπουμ του ’74 οι ονομασίες των χωρών είχαν γραφτεί με τη γλώσσα της κάθε χώρας. Επομένως, έβλεπες φέρ’ ειπείν την Ουγγαρία να έχει γραφτεί ως Magyarország. Κάτι που αμέσως σε έβαζε σε μια διαδικασία να γνωρίσεις, έστω και έτσι, ξένες λέξεις». Εκτός από τη γεωγραφία, τα χαρτάκια της Panini καθιστούσαν οικείους τους παίκτες στους νεαρούς φιλάθλους. Ειδικά σε εποχές που δεν υπήρχαν τα μέσα για να είναι παγκοίνως αναγνωρίσιμοι. «Ήταν η μοναδική ευκαιρία να μάθεις αυτούς τους παίκτες, να τους δεις πώς ήταν στο πρόσωπο. Μετά το ’90, αυτό ήταν πιο εύκολο, αλλά χάρη στα χαρτάκια μπορώ ακόμη να ανακαλέσω παίκτες που μου έκαναν εντύπωση εκείνα τα χρόνια. Θυμάμαι, για παράδειγμα, τον Αϊτινό επιθετικό Εμανουέλ Σανόν που, ενώ δήλωνε εικοσάρης, στη φωτογραφία έδειχνε τουλάχιστον 55 ετών! Θυμάμαι επίσης τον Λεονάρντο Κουεγιάρ, που έπαιξε με το Μεξικό το ’78, τους μουστακαλήδες της δεκαετίας του ’80 και αργότερα τον Βαλντεράμα με το περίεργο μαλλί.

Σε εκείνα τα πρώτα άλμπουμ μαθαίναμε ακόμα πώς προκρίθηκαν οι ομάδες στο Μουντιάλ, ενώ στα άλμπουμ του ’74 και του ’78 υπήρχαν ακόμα και οι χώρες που δεν είχαν καταφέρει να προκριθούν στο Μουντιάλ. Κάπως έτσι, μάθαινες πως η Πορτογαλία του Εουσέμπιο δεν θα ήταν παρούσα στην τελική φάση», συμπληρώνει ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος.
Τότε μανία, τώρα συγκίνηση
Από μικρός στην τρέλα με τα χαρτάκια Panini δηλώνει και ο δημοσιογράφος Γιώργος Λυκουρόπουλος. «Ξεκίνησα με το Μουντιάλ του ’78 και έχω ακόμη το συμπληρωμένο άλμπουμ. Μεγαλώνοντας σταμάτησα να μαζεύω συστηματικά, αλλά πάντα είχα τη λόξα. Εννοείται πως έμπαινα στη διαδικασία ανταλλαγής με τα διπλά και εννοείται πως όλη αυτή η ιστορία είναι σήμερα συγκινητική για μας που θυμόμαστε τώρα πώς ήταν τα πράγματα όταν μεγαλώναμε. Επιπλέον, αυτά τα άλμπουμ συνιστούν τρομερό αρχείο για ειδικούς και μη, είναι ένα ντοκουμέντο».

Ο Γιώργος Λυκουρόπουλος είχε την τύχη να ξαναβιώσει τη «λατρεία» με τα χαρτάκια και ως επαγγελματίας. «Το 2018, όταν ήμουν διευθυντής του αθλητικού τμήματος της ΕΡΤ, είχα προτείνει στη διοίκηση να προσφέρουμε στους τηλεθεατές της εκπομπής που παρουσιάζαμε για το Μουντιάλ της Ρωσίας τα άλμπουμ της Panini. Όπερ και εγένετο, με αποτέλεσμα να γίνει χαμός. Έως και εργαζόμενοι της ΕΡΤ μάς παρακαλούσαν να τους βρούμε ένα άλμπουμ. Ήταν τόσο ωραίο ό,τι συνέβη εκείνες τις ημέρες. Ήταν σαν να γίναμε ξανά παιδιά!». Αργότερα είχε την τύχη να δει από κοντά το «αρχηγείο» της Panini στη Μόντενα, έπειτα από πρόσκληση της ιταλικής εταιρείας. «Η Panini είναι μια οικογενειακή επιχείρηση, οργανωμένη όμως πολύ καλά. Είδα παλιά άλμπουμ, αφίσες με εμβληματικούς παίκτες, εκδόσεις για πάρα πολλές διοργανώσεις, ορισμένες από αυτές αποκλειστικά ιταλικές. Ήταν μια φανταστική ξενάγηση. Ούτε που φανταζόμουν, όταν ήμουν πιτσιρίκι και μάζευα χαρτάκια, ότι θα βρισκόμουν στην καρδιά της επιχείρησης που τα φτιάχνει».
Μια αγορίστικη υπόθεση;
«Πολύ λίγα κορίτσια μάζευαν τέτοια αυτοκόλλητα, όπως και πολύ λίγα έπαιζαν μπάλα. Κυρίως μάζευα με τα αγόρια, με τα οποία κάναμε περισσότερη παρέα», θυμάται η Ζωή Νάση, τερματοφύλακας και αρχηγός της ομάδας ποδοσφαίρου γυναικών του Παναθηναϊκού. «Είναι μια πολύ συγκεκριμένη ανάμνηση, που τώρα που τη φέρνω στον νου μου νιώθω μεγάλη νοσταλγία», μας λέει. «Κάθε φορά πριν από κάποιο τουρνουά, Μουντιάλ ή Γιούρο, μαζευόμασταν σε κάποιο μίνι μάρκετ και προσπαθούσαμε να συμπληρώσουμε το ποσό για να αγοράσουμε λίγα φακελάκια. Το σκεφτόμασταν όλη τη μέρα, περιμέναμε να τελειώσει το σχολείο για να πάμε μετά να αγοράσουμε αυτοκόλλητα».
«Πολύ λίγα κορίτσια μάζευαν αυτοκόλλητα, όπως και πολύ λίγα έπαιζαν μπάλα. Κυρίως μάζευα με τα αγόρια, με τα οποία κάναμε περισσότερη παρέα». – Ζωή Νάση
Τα παλιά άλμπουμ τα έχει κρατήσει μέχρι σήμερα και αντικατοπτρίζουν, όπως λέει, την τρέλα της παιδικής ηλικίας. «Παίζαμε μπάλα, βλέπαμε τηλεόραση, περιμέναμε το Μουντιάλ, το Γιούρο, ανυπομονούσαμε να έρθει η στιγμή να ξεκινήσουν τα ματς. Ήμασταν πραγματικά κολλημένοι», λέει. «Μέχρι να τελειώσει το κάθε τουρνουά, δεν σταματούσαμε να σκεφτόμαστε το άλμπουμ. Θυμάμαι ειδικά την ανυπομονησία, τη στιγμή που σκίζεις το φακελάκι για να δεις τι σου έτυχε, ήταν από τα πιο ωραία συναισθήματα».

Τότε ακόμη που πιστεύαμε σε θαύματα
Λευτέρης Καλοσπύρος, συγγραφέας
Ως παιδιά είμαστε μεθοδικοί και οργανωτικοί – συχνά, περισσότερο απ’ ό,τι ως ενήλικες. Θέλουμε να έχουμε τον έλεγχο των πραγμάτων γύρω μας, να βάζουμε μια τάξη στο χάος. Τα άλμπουμ με τα χαρτάκια Panini εξυπηρετούσαν κατ’ αρχάς αυτόν τον σκοπό: μια άτυπη, ιδιότυπη, μικρή μα οργανωμένη στατιστική υπηρεσία, με όλα τα στοιχεία που είχαμε ανάγκη να γνωρίζουμε ως προς τους παίκτες και τις εθνικές ομάδες, τα στάδια της διοργάνωσης και τη χωρητικότητά τους, τους ένδοξους προηγούμενους κατόχους του τροπαίου. Μπορούσαμε κι εμείς να συμμετέχουμε στην οργάνωση και στην επεξεργασία αυτών των στατιστικών: σημειώναμε τα σκορ, σημειώναμε τους σκόρερ, αξιόπιστοι καταγραφείς, επικυρώναμε ανεπίσημα τα αποτελέσματα.
Όμως τα άλμπουμ με τα αυτοκόλλητα Panini ήταν και κάτι άλλο, ακόμα υψηλότερο για εμάς: ένα μικρό πολύχρωμο λειτουργικό ιερό, στο οποίο καταφέρναμε να εξευμενίσουμε τις τρομερές θεότητες του ποδοσφαίρου που μας γοήτευαν, μας φόβιζαν, μας συγκινούσαν. Στο χέρι μας δεν κρατούσαμε ένα χαρτάκι-αυτοκόλλητο του διάσημου αστέρα· κρατούσαμε την εικονίτσα ενός αγίου. Ο Ζιντάν, ο Ματέους, ο Μπάτζιο, ο Ρομάριο, ο Φαν Μπάστεν, ο Μαραντόνα – η χαρά μας δεν μειωνόταν όταν, ανοίγοντας τα φακελάκια, τους πετυχαίναμε για δεύτερη και τρίτη φορά. Προσωπικά, δίσταζα να ανταλλάξω όσους παίκτες αγαπημένους τούς «κατείχα» δύο φορές. Θα ήταν ίσως υπερβολικό να το πω, αν δεν ήταν πέρα για πέρα αληθινό: δεν ξεκινούσε το Μουντιάλ, δεν υφίστατο Μουντιάλ, αν δεν προμηθευόμουν, λίγους μήνες πριν από την έναρξή του, τα πολύτιμα χαρτάκια Panini, τεκμήρια και απομεινάρια μιας εποχής, μιας ηλικίας, ενός ολόκληρου πολιτισμού ενεργού συμμετοχής. Τότε ακόμη που πιστεύαμε σε θαύματα.

Παίζοντας τον Λόταρ Ματέους στις «τάπες»
Βασίλης Δανέλλης, συγγραφέας
πριν από το ίντερνετ και το YouTube, αυτά τα χαρτάκια ήταν, τη δεκαετία του ’90, η μόνη ουσιαστική πηγή πληροφόρησης που είχαμε για τις ομάδες και τους παίκτες. Ειδικά τις χρονιές που είχε Μουντιάλ και συμμετείχαν «εξωτικές» ομάδες, όπως το Καμερούν του Ροζέ Μιλά ή η Κολομβία του Ρενέ Χιγκίτα, τις οποίες δεν είχαμε δει ποτέ πριν. Στο δημοτικό, λοιπόν, όλοι είχαμε χαρτάκια· αν και εγώ δεν κατάφερα ποτέ να γεμίσω ένα ολόκληρο περιοδικό. Πρώτον, γιατί δεν ήμουν συνεπής, ώστε να γίνω συλλέκτης, και δεύτερον γιατί έχανα τα χαρτάκια μου στις «τάπες». Αυτές ήταν ένα παιχνίδι, τύπου κορόνα-γράμματα, που παίζαμε στα διαλείμματα όταν δεν κλοτσούσαμε ένα πατημένο κουτάκι αναψυκτικού. Και οι μάρκες μας; Τα χαρτάκια της Panini. Καθαρός τζόγος!
O Κάμπος, ο Ματέους και o Γκοϊκοετσέα αλλάζαν χέρια με απίστευτη ταχύτητα και χάνονταν ολόκληρες «περιουσίες».
*Το άλμπουμ της Panini για το Παγκόσμιο Κύπελλο 2026 θα κυκλοφορήσει μαζί με την Καθημερινή της Κυριακής στις 17 Μαΐου.

