Το εργοστάσιο που έδινε φως στην Αθήνα

Το 1986 η Μελίνα Μερκούρη ανακήρυξε το εργοστάσιο του φωταερίου διατηρητέο ιστορικό μνημείο και σήμερα, 40 χρόνια μετά, οι άνθρωποι που δούλευαν εκεί θυμούνται ιστορίες γεμάτες κάρβουνο, σκληρή δουλειά και αλληλεγγύη, αλλά και μια γειτονιά που δεν θυμίζει σε τίποτα το σημερινό Γκάζι

το-εργοστάσιο-που-έδινε-φως-στην-αθήνα-564216214 Η οδός Πειραιώς στο ύψος της Τεχνόπολης. (Φωτογραφία: Περικλής Μεράκος)
Η οδός Πειραιώς στο ύψος της Τεχνόπολης. (Φωτογραφία: Περικλής Μεράκος)
Φόρτωση Text-to-Speech...

Είναι 4 Ιανουαρίου του 1978. Ένας νεαρός φοιτητής Νομικής περνάει την πύλη της Δημοτικής Επιχείρησης Φωταερίου Αθηνών επί της οδού Πειραιώς· εκεί όπου μονίμως κρέμεται η επιγραφή «Ζητούνται προσωρινοί εργάτες». Για τον επόμενο έναν χρόνο ο Γιώργος Λάμπρου, 67 ετών σήμερα, θα εργαστεί στα Καθαρτήρια, ένα από τα πιο δύσκολα και ανθυγιεινά πόστα του εργοστασίου, όπου αφαιρούσαν την πίσσα, τη ναφθαλίνη, την αμμωνία και το υδρόθειο από το φωταέριο. Λίγα χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1982, στο εργοστάσιο ξεκινά και ο 22χρονος Δημήτρης Αναγνώσταρος. «Ήμουν ηλεκτρολόγος, αλλά εκείνη την εποχή είχαν πέσει οι δουλειές στην οικοδομή», θυμάται σήμερα. «Ήρθα εδώ προσωρινά, μέχρι να βρω κάτι άλλο, καθώς είχα μόλις παντρευτεί και οι ανάγκες ήταν πολλές». Εκείνος δουλεύει για ενάμιση χρόνο στους Φούρνους, τους κλιβάνους δηλαδή, όπου θερμαινόταν ο λιθάνθρακας για να παραγάγει το φωταέριο. Όμως, ουδέν μονιμότερον του προσωρινού: και οι δύο συνέδεσαν τη ζωή τους με το Γκάζι, τη Δημοτική Επιχείρηση Φωταερίου Αθηνών και τις εταιρείες που τη διαδέχθηκαν, ενώ συνταξιοδοτήθηκαν από την Enaon πριν από δύο και επτά χρόνια αντίστοιχα.

Μια επέτειος με πολλές μνήμες

Τους συνάντησα το πρωί του Σαββάτου στο καφέ της Τεχνόπολης, μαζί με δύο νεότερους συναδέλφους τους, τον Βασίλη Τζαβόπουλο και τον Κώστα Πετρούτσο, που θα συνταξιοδοτηθούν το προσεχές διάστημα. Φέτος ολοκληρώνονται 40 χρόνια από την ανακήρυξη του ιστορικού εργοστασίου φωταερίου σε διατηρητέο μνημείο και, μοιραία, οι συζητήσεις σχετικά με τη λειτουργία της εμβληματικής επιχείρησης στην καρδιά της Αθήνας έχουν πάρει… φωτιά. «Η πόλη θυμάται και τιμά τους ανθρώπους που δούλεψαν σκληρά για να την κρατήσουν ζωντανή. Οι εργάτες του Φωταερίου, μέσα από τον μόχθο τους, σε δύσκολες και απαιτητικές συνθήκες, έδωσαν ενέργεια, κίνηση και προοπτική σε μια Αθήνα που μεγάλωνε και άλλαζε. Πίσω από κάθε φως που άναβε στην πόλη, υπήρχαν άνθρωποι, που αξίζουν όχι μόνο την αναγνώρισή μας, αλλά και την ευγνωμοσύνη μας», σχολιάζει ο δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας.

Το εργοστάσιο που έδινε φως στην Αθήνα-1
Η καθημερινότητα στους Φούρνους του εργοστασίου στις αρχές της δεκαετίας του ’80. (Φωτογραφία: Συλλογή Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου | Αρχείο Γ. Μαχαίρα) 

«Η πρώτη φορά που μπήκα στον χώρο ήταν το 1979, για να φέρω κολατσιό στον πατέρα μου», θυμάται ο κ. Τζαβόπουλος. «Ήταν τόσο μαύρος από το κάρβουνο, που τον αναγνώρισα μόνο από τα δόντια και τα μάτια». Τότε, ορκίστηκε ότι ο ίδιος θα έκανε μια διαφορετική δουλειά μεγαλώνοντας. Μια υπόσχεση που κρατήθηκε μόνο εν μέρει: εντάχθηκε στο δυναμικό της εταιρείας το 1986, στη νέα δηλαδή φάση λειτουργίας της, όταν πλέον είχε σταματήσει η παραγωγή πρώτης ύλης και στον χώρο έφτανε νάφθα, ένα παράγωγο του πετρελαίου, από τα Διυλιστήρια Σκαραμαγκά.

Η επανάσταση του φωταερίου

Είχε προηγηθεί η λειτουργία του εργοστασίου με βάση την απόσταξη του λιθάνθρακα για περίπου 120 χρόνια. Ξεκίνησε το 1862, αφού πρώτα είχε υπογραφεί συμβόλαιο συνεργασίας ανάμεσα στον Δήμο της Αθήνας και τον Γάλλο Φρανσουά-Τεοφίλ Φεράλντι το 1857. Ο Δημήτρης Βούλγαρης, υπουργός Εσωτερικών τότε, χαρακτήριζε από το βήμα της Βουλής το φωταέριο ως «μία από τις πιο καινοτόμες επινοήσεις της εποχής». Χάρη σε αυτό, το κλεινόν άστυ μεταμορφώθηκε: καθιερώθηκε ο δημόσιος φωτισμός της πόλης, από το Παγκράτι έως του Ζωγράφου, αλλά και στην «κοσμική» παραλία, τα νοικοκυριά απέκτησαν τη δυνατότητα να έχουν θέρμανση, φωτισμό, ζεστό νερό αλλά και συσκευές μαγειρεύματος με φωταέριο, απελευθερώνοντάς τα από την ταλαιπωρία του κάρβουνου. Φυσικά, για πολλές δεκαετίες αυτό αποτελούσε προνόμιο των λίγων. «Όταν έγινε η μετάβαση στο ναφθαέριο, είχαμε συνολικά 8.000 πελάτες, εκ των οποίων οι 6.500 ήταν στο Κολωνάκι», σημειώνει ο κ. Λάμπρου. Εκεί, άλλωστε, επωλείτο και το κωκ, παραπροϊόν της παραγωγής φωταερίου από λιθάνθρακα, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αστοί στις σόμπες τους.

Το εργοστάσιο που έδινε φως στην Αθήνα-2
Οι δύο μονάδες υδαταερίου προστέθηκαν συν τω χρόνω στο εργοστάσιο. Αυτές αξιοποιούσαν το κωκ, παραπροϊόν του φωταερίου. (Φωτογραφία: Συλλογή Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου | Αρχείο Γ. Μαχαίρα).

«Η παρουσία μονάδων παραγωγής μέσα στον αστικό ιστό συνηθιζόταν όταν επρόκειτο για μικρές επιχειρήσεις, όπως βιοτεχνίες, επιπλοποιεία, σιδεράδικα», υπενθυμίζει ο Γιάννης Στογιαννίδης, αναπληρωτής καθηγητής με ειδίκευση στα Ιστορικά Αρχεία στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής. «Το εργοστάσιο φωταερίου χτίστηκε εκτός των ορίων της πόλης. Η ευρύτερη περιοχή τότε καλυπτόταν από τον Ελαιώνα και μικρά έλη». Η δουλειά στο Γκάζι ήταν βαριά και ανθυγιεινή. «Στα Καθαρτήρια δουλεύαμε από τις πέντε το πρωί έως τις δώδεκα το μεσημέρι», θυμάται ο κ. Λάμπρου. «Μέσα στη ρουτίνα της δουλειάς ήταν το ντους και η αλλαγή ρούχων, αλλά και ένα λίτρο γάλα που μας έδιναν να πιούμε ως σημαντικό αντίδοτο σε όσα, μοιραία, εισπνέαμε». 

Ο Δημήτρης Βούλγαρης, υπουργός Εσωτερικών τότε, χαρακτήριζε από το βήμα της Βουλής το φωταέριο ως «μία από τις πιο καινοτόμες επινοήσεις της εποχής».

Λόγω υψηλής θερμοκρασίας οι πόροι του δέρματος άνοιγαν και εισερχόταν η μυρωδιά από το καμένο κάρβουνο. Τα ρούχα της δουλειάς, όπως χαρακτηριστικά περιγράφουν όλοι, τα έβγαζαν στο τέλος της βάρδιας και αυτά κρέμονταν αυτόματα σε μια τροχαλία με στόχο απλώς να αεριστούν, όχι όμως να πλυθούν. «Κάποτε ένας συνάδελφος, ο Γιώργος, έφυγε με τα ρούχα δουλειάς υπό μάλης, αποφασισμένος ότι θα τα πάρει σπίτι του να τα πλύνει», διηγείται ο κ. Τζαβόπουλος. «Προσπαθήσαμε να τον μεταπείσουμε, αλλά μάταια. Τελικά, λίγο αργότερα επέστρεψε αποκαρδιωμένος, καθώς τον είχαν πετάξει έξω από το λεωφορείο λόγω μυρωδιάς…» Ο κ. Αναγνώσταρος θυμάται ότι, «όσο και να πλενόμασταν, η μυρωδιά έμενε». Εξ ου και πολλοί χρησιμοποιούσαν σε μεγάλες ποσότητες κολόνια «Μυρτώ» πριν περάσουν από την καγκελόπορτα στον έξω κόσμο.

Το εργοστάσιο που έδινε φως στην Αθήνα-3
Ίχνη από την ιστορία του εργοστασίου στους σημερινούς χώρους της Τεχνόπολης. (Φωτογραφία: Άγγελος Γιωτόπουλος)

Οι Φούρνοι και το Καθαρτήριο

Στα τέλη του ’70, δεν είχε ακόμα κατοχυρωθεί η πενθήμερη εργασία ούτε το οκτάωρο. «Εμείς, σταδιακά, στα Καθαρτήρια γίναμε μια εξαιρετικά αποδοτική ομάδα αποτελούμενη από φοιτητές και, καθώς ήμασταν γρήγοροι, τελειώναμε τις διαδικασίες γύρω στις δέκα και μισή», σημειώνει ο κ. Λάμπρου, ο οποίος συνέχιζε για τα αμφιθέατρα στη Σόλωνος. «Ευτυχώς, οι περισσότερες διαλέξεις ήταν το απόγευμα· θυμάμαι ακόμα στα μαθήματα του Μαγκάκη να επικρατεί το αδιαχώρητο». Έναν χρόνο αργότερα, τον φώναξαν από τη Διεύθυνση και τον… έλουσε κρύος ιδρώτας. «Πίστεψα ότι τελείωσαν όλα», σχολιάζει ο ίδιος, που από εκείνη την ημέρα άφησε το Καθαρτήριο και μετατέθηκε στις υπηρεσίες: στο λογιστήριο, στη μισθοδοσία, στη νομική υπηρεσία, στη διεύθυνση καταναλωτών, στην εκπαίδευση προσωπικού, ενώ μάλιστα έφθασε στις μετέπειτα εταιρείες (ΕΔΑ, ΕΠΑ) να γίνει διοικητικός διευθυντής και σύμβουλος διοίκησης.

«Μέσα στη ρουτίνα της δουλειάς ήταν το ντους και η αλλαγή ρούχων, αλλά και ένα λίτρο γάλα που μας έδιναν να πιούμε ως σημαντικό αντίδοτο σε όσα, μοιραία, εισπνέαμε», θυμάται ο Γιώργος Λάμπρου.

Κατά γενική ομολογία, οι πρώτες τοποθετήσεις των άρτι προσληφθέντων είχαν τη μορφή δοκιμασίας. «Είχα έρθει έπειτα από προτροπή δύο ξαδελφών μου που εργάζονταν ήδη εδώ», θυμάται ο κ. Αναγνώσταρος, που είχε φτάσει στα 15 του στην πρωτεύουσα από την Τζια. «Τη δεύτερη ημέρα στους Φούρνους δυσκολεύτηκα καθότι δεν ήμουν αρκετά ψηλός, όταν ο υπεύθυνος με είδε να ζητάω βοήθεια από άλλους μου έκανε επίπληξη· κόντεψα δηλαδή να απολυθώ προτού καλά καλά ξεκινήσω». Οι Φούρνοι δούλευαν όλο το 24ωρο και καλύπτονταν από εναλλασσόμενες βάρδιες.

«Τα Σαββατοκύριακα, άπαξ και ο τεχνικός διευθυντής ήταν ήπιος, οι εργάτες περνούσαν καλά, γιατί έψηναν κρέατα και έτρωγαν στο ενδιάμεσο κοψίδια», επισημαίνει ο κ. Τζαβόπουλος. Λόγω της μεγάλης επικινδυνότητας, έκαναν συχνά διαλείμματα. «Επίσης, είχαν μέσω των σχετικών επιδομάτων καλύτερες αποδοχές από τους υπόλοιπους εργάτες – όταν το μεροκάματο στην οικοδομή ήταν 25 δραχμές, εκείνοι εισέπρατταν 80». 

Το εργοστάσιο που έδινε φως στην Αθήνα-4
Ο Γιώργος Λάμπρου και ο Δημήτρης Αναγνώσταρος περιεργάζονται τα ρούχα εργασίας που βρίσκουν στον χώρο. 

Ξορκίζοντας το κακό 

Το πρώτο πράγμα που όλοι άκουγαν όταν προσλαμβάνονταν εδώ, ήταν: «Από εδώ σύνταξη μην περιμένεις να πάρεις», ένας αφορισμός που περιλάμβανε μια μεγάλη αλήθεια. «Έχω δει πολλούς ανθρώπους που ξεκινούσαν στους Φούρνους να φεύγουν από τη δεύτερη κιόλας ημέρα, λιποθυμούσαν και έρχονταν τα ασθενοφόρα να τους πάρουν», περιγράφει ο Χρήστος Ηλιάδης, ο οποίος από έξι ετών ερχόταν συχνά στον χώρο εργασίας του πατέρα του. Μέχρι το 1968, η ΔΕΦΑ απασχολούσε και γιατρό. «Δεν ήταν αστικός μύθος ότι οι άνθρωποι δεν προλάβαιναν να βγουν στη σύνταξη, θυμάμαι τουλάχιστον 60 εργαζομένους από τη γενιά του πατέρα μου που πέθαναν πολύ νέοι, 35 έως 50 ετών· τρεις θείοι της οικογένειάς μας πέθαναν από καρκίνο προτού συνταξιοδοτηθούν». Ο κ. Ηλιάδης δεν κρύβει τη χαρά του που ο πατέρας του αποτέλεσε εξαίρεση και έφτασε μέχρι τα 83.

«Έχω δει πολλούς ανθρώπους που ξεκινούσαν στους Φούρνους να φεύγουν από τη δεύτερη κιόλας ημέρα, λιποθυμούσαν και έρχονταν τα ασθενοφόρα να τους πάρουν», περιγράφει ο Χρήστος Ηλιάδης.

Οι εργαζόμενοι ήθελαν να ξορκίσουν τη θανάσιμη απειλή που ήταν συνυφασμένη με τη δουλειά τους. «Πίσω από τη ΔΕΦΑ βρισκόταν ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε φέρετρα», λέει ο κ. Τζαβόπουλος. «Όταν κάποιος εργαζόμενος κατάφερνε να βγει στη σύνταξη, οι συνάδελφοί του, εν είδει αποχαιρετισμού, αγόραζαν μια κάσα και τον έβαζαν μέσα». Η ιδιότυπη αυτή πομπή έκανε τον γύρο του εργοστασίου σαν άλλο γύρο του θριάμβου. «Μου πήρε καιρό να καταλάβω το χιούμορ των περισσότερων, που  ήταν ομολογουμένως ιδιόρρυθμο», ομολογεί ο Κώστας Πετρούτσος, που εντάχθηκε στο δυναμικό το 1988, μετά τη μετάβαση στο ναφθαέριο. «Ορισμένα αστεία ήταν έως παρεξηγήσιμα. Αντιλήφθηκα, όμως, ότι αποτελούσαν έναν τρόπο εκτόνωσης από την μεγάλη πίεση της καθημερινότητας».

Το εργοστάσιο που έδινε φως στην Αθήνα-5
Το συνδικαλιστικό περιοδικό κυκλοφορούσε από το 1947 έως το 1967. (Φωτογραφία: Άγγελος Γιωτόπουλος)

Δυναμικές απεργίες, σκοτεινή Αθήνα

Με τόσο ρίσκο εν ώρα εργασίας αλλά και τόση αβεβαιότητα για το μέλλον της επιχείρησης, θα ήταν αδύνατον να μην αναπτυχθεί στο Γκάζι συνδικαλιστικό κίνημα. Ήδη το 1914 ίδρυσαν τον Σύνδεσμο Εργατών Αεριόφωτος Αθηνών. Οι απεργοί είχαν έναν ισχυρό μοχλό πίεσης, καθώς, όταν σταματούσαν να παράγουν φωταέριο, η πόλη παρέλυε: οι δρόμοι έμεναν χωρίς φωτισμό, τα σπίτια και οι βιομηχανίες χωρίς ενέργεια. Έτσι, οι εργαζόμενοι στο Φωταέριο στην Αθήνα, στον Πειραιά και στον Βόλο κατόρθωσαν το 1921 να διπλασιάσουν τους μισθούς τους, ενώ το 1929 πραγματοποίησαν πολυήμερη απεργία διεκδικώντας 13ο μισθό. Η επόμενη μεγάλη απεργία, που συντάραξε την Αθήνα, έγινε το 1958. Πριν από το 1981, ωράριο δεν υπήρχε κατοχυρωμένο, οπότε οι εργαζόμενοι δούλευαν εξαήμερο και ώρες βάσει συνεννόησης με την εργοδοσίας. «Τον πατέρα μου ουσιαστικά τον έβλεπα μόνο τις Κυριακές», θυμάται ο κ. Ηλιάδης. Μετά το ’81 και τις νομοθετικές αλλαγές που εισηγήθηκε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, κατοχυρώθηκαν το οκτάωρο, οι υπερωρίες, ανέβηκαν οι μισθοί, αλλά, πρωτίστως, θεσπίστηκαν ορισμένα απαραίτητα μέτρα προστασίας των εργαζομένων, τα οποία σε άλλες χώρες είχαν ενταχθεί από τη δεκαετία του ’30 στην καθημερινότητα των εργοστασίων. Σταδιακά άρχισαν να τους παρέχουν μάσκες, κράνη, φόρμες και ειδικά παπούτσια, καθώς τα συμβατικά δεν άντεχαν και έλιωναν.

Μια μικρή πολιτεία

Οι οδηγίες του πατέρα του Χρήστου, όταν εκείνος ως πιτσιρικάς ερχόταν από την Αργυρούπολη, όπου έμεναν, να τον βρει στη δουλειά, ήταν σαφείς: «Κατέβα στους Στύλους του Ολυμπίου Διός και ακολούθησε τον καπνό». Δεν ήταν το μόνο παιδί που βρισκόταν στον περιβάλλοντα χώρο του εργοστασίου. «Οι εργάτες μάς πρόσεχαν πολύ. Τους θυμάμαι όμως πάντοτε κουρασμένους, μαυρισμένους και ρυτιδιασμένους· ακόμα και 40άρηδες έμοιαζαν 70 χρονών». Οι σχέσεις, ωστόσο, που σφυρηλατήθηκαν κυριολεκτικά μέσα στις κακουχίες, ήταν ιδιαίτερα ισχυρές. «Ο πατέρας μου είχε πολλούς φίλους και κουμπάρους, τους θυμάμαι να τρώνε όλοι μαζί στη γειτονιά μετά τη λιτανεία της εικόνας της Αγίας Βαρβάρας [σ.σ. προστάτιδα του εργοστασίου], να μας επισκέπτονται στο νησί μας, τη Μυτιλήνη, ή να πηγαίνουμε εμείς διακοπές στην Αίγινα, σε σπίτι συναδέλφου». Μέχρι και σήμερα ο κ. Ηλιάδης, που εργάζεται στο «Αθηναϊκό Αέριο», δέχεται τηλεφωνήματα από τους άνδρες με τα «σκαμμένα πρόσωπα», τους φίλους του πατέρα του. «Η φύση της δουλειάς λοιπόν και οι πολλές απώλειες είχαν ως συνέπεια πάντοτε να υπάρχει έλλειμμα εργαζομένων», διευκρινίζει ο κ. Ηλιάδης. «Σχετική ταμπέλα δεν κρεμόταν μόνο επί της Πειραιώς, αλλά και στο λιμάνι του Πειραιά».

Το εργοστάσιο που έδινε φως στην Αθήνα-6
Ο Κώστας Πετρούτσος. (Φωτογραφία: Άγγελος Γιωτόπουλος)

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολύ μεγάλο ποσοστό των εργαζομένων να προέρχονται από τα νησιά του Αιγαίου, ενώ από τη δεκαετία του ’60 στο δυναμικό του εργοστασίου εντάχθηκαν πολλά μέλη της μουσουλμανικής κοινότητας της Θράκης, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στα πέριξ, όπου κατοικούν μέχρι και σήμερα απόγονοί τους. «Θυμάμαι χαρακτηριστικά πάρα πολλούς Ναξιώτες», υπογραμμίζει. «Είχαν μάλιστα τη δυνατότητα να μένουν και να τρώνε εδώ. Εκεί όπου σήμερα είναι οι τουαλέτες της Τεχνόπολης, υπήρχαν ντιβάνια, όπου οι εργαζόμενοι κοιμούνταν εναλλάξ, βάσει της βάρδιάς τους». Λειτουργούσε, επίσης, κουρείο για τον «ευπρεπισμό» των εργατών, οι οποίοι μπορούσαν να προμηθευτούν από το κυλικείο και μαγειρεμένο φαγητό. 

Για πάνω από 100 χρόνια στο σημείο αυτό λειτουργούσε, λοιπόν, μια ιδιότυπη πολιτεία 800 ανθρώπων που σταδιακά μειώνονταν, για να φτάσουν στους 350. Υπήρχε μια σαφής διάκριση βάσει του αντικειμένου: ήταν οι εργάτες παραγωγής, οι εργαζόμενοι του δικτύου, οι τεχνικοί, οι χημικοί, οι διοικητικοί υπάλληλοι. Μεταξύ αυτών στο εργοστάσιο προσλαμβάνονταν και γυναίκες, ειδικά σε θέσεις γραφείου, και όχι μόνο. Η ιστορία της Γωγώς, μιας σχεδιάστριας (σχεδίαζε το δίκτυο), αντικατοπτρίζει τη νοοτροπία της εποχής. «Η κοπέλα είχε εκτός των πυλών μια παρεξήγηση και έκανε μήνυση σε έναν κύριο, ο οποίος ήρθε κατόπιν στο εργοστάσιο για να ζητήσει τα “ρέστα”», διηγείται ο κ. Τζαβόπουλος. «Έφυγε από το εργοστάσιο κακήν κακώς και δεν την ξαναενόχλησε». Οι εργάτες ενώπιον απειλών γίνονταν μια «γροθιά», οι δε γυναίκες, λόγω της φύσης της δουλειάς, είχαν αποκτήσει ένα ιδιότυπο «τσαγανό». «Για πολλά χρόνια είχαμε υπεύθυνη λειτουργίας εργοστασίου μια γυναίκα χημικό μηχανικό, που επιβαλλόταν απόλυτα στους υφισταμένους της, εξ ου και την είχαμε ονομάσει “Σιδηρά Κυρία”, όπως τη Θάτσερ».

Το εργοστάσιο που έδινε φως στην Αθήνα-7
Ο Βασίλης Τζαβόπουλος θυμάται ιστορίες από τα παλιά. (Φωτογραφία: Άγγελος Γιωτόπουλος)

Κόντρες και καψόνια

«Το 1992 είχα μόλις πάρει καινούργιο αυτοκίνητο μέσω της απόσυρσης. Την πρώτη ημέρα που το έφερα, το πήρα πίσω το μεσημέρι με χαρακιές· νομίζω ότι κάποιος συνάδελφος δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον φθόνο του…», λέει ο Κώστας Πετρούτσος, παρουσιάζοντας και μια άλλη πτυχή του εργοστασίου, όπου οι κόντρες και οι αντιζηλίες βρίσκονταν σε ημερήσια διάταξη. Η απόσταση στην ιεραρχία αλλά και το μορφωτικό επίπεδο ενίσχυαν τα στερεότυπα. «Οι τεχνίτες λέγαμε τους υπαλλήλους γραφείου “γραβατάκηδες” και εμάς που δουλεύαμε εκτός εργοστασίου και είχαμε επαφή με πελάτες, μας φώναζαν “αριστοκράτες”», λέει ο κ. Πετρούτσος, ο οποίος, όπως και ο κ. Τζαβόπουλος, πέρασαν από το δίκτυο, την εξυπηρέτηση πελατών, την ενεργοποίηση συνδέσεων και την καταμέτρηση. 

Τα «γυμνάσια», λοιπόν, δεν έλειψαν ούτε στη δεύτερη περίοδο του εργοστασίου. «Οι μεγαλύτεροι συνάδελφοι με έπεισαν ότι έπρεπε να πάω στις 8 π.μ. στο σπίτι της Αλίκης Βουγιουκλάκη, την οποία τελικά ξύπνησα για ασήμαντο λόγο», περιγράφει ο κ. Τζαβόπουλος. «Αντίστοιχο χουνέρι έπαθα όταν με έστειλαν στην πρεσβεία των ΗΠΑ για να μετρήσω την κατανάλωση αερίου και –όπως ήταν φυσικό– επέστρεψα άπραγος και ντροπιασμένος». Τα ευτράπελα δεν είχαν τέλος. «Μία από τις πρώτες “αποστολές” μου ήταν να πάω να ζητήσω τα χρωστούμενα από έναν πελάτη που σκηνοθετούσε το έμφραγμά του όποτε εμφανιζόταν κάποιος από την εταιρεία», περιγράφει ο κ. Πετρούτσος, ενώ αλησμόνητη του έχει μείνει μια ιδιότυπη ομηρεία του από πελάτες. «Με κλείδωσαν στην κουζίνα του εστιατορίου τους και με απείλησαν ότι δεν θα έφευγα, αν δεν υπέγραφα την ανανέωση του συμβολαίου τους».  

Το εργοστάσιο που έδινε φως στην Αθήνα-8
Οι Φούρνοι όπως τους βλέπουμε σήμερα υπήρξαν το πιο απαιτητικό πόστο στο εργοστάσιο. (Φωτογραφία: Άγγελος Γιωτόπουλος)

Τίτλοι τέλους 

Από το 1885 ο ημερήσιος Τύπος έκανε λόγο για «τους πυρετούς του Γκαζοχωρίου», ενώ μέχρι το 1950 υπήρχαν αναφορές για υψηλά ποσοστά φυματίωσης, πολλά κρούσματα ελονοσίας και ευλογιάς. Το εργοστάσιο είχε απέναντί του την τοπική κοινωνία, η οποία ασκούσε πιέσεις στην πολιτική ηγεσία προκειμένου να πάψει η καύση του λιθάνθρακα. «Ήταν ένα δίκαιο αίτημα», ομολογούν οι άνθρωποι που δεν μπορούν μέχρι σήμερα να ξεχάσουν τις αναθυμιάσεις. 

«Οι τεχνίτες λέγαμε τους υπαλλήλους γραφείου “γραβατάκηδες” και εμάς που είχαμε επαφή με πελάτες μάς φώναζαν “αριστοκράτες”», θυμάται ο Κώστας Πετρούτσος. 

Το 1982, διαδηλωτές γκρέμισαν τμήμα της μάντρας του εργοστασίου ως ένδειξη διαμαρτυρίας, όπως υπενθυμίζεται στο βιβλίο που έχει εκδώσει το Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου. Παράλληλα, η ζήτηση για φωταέριο έβαινε μειούμενη. Ο ηλεκτρισμός και το υγραέριο κέρδιζαν όλο και περισσότερο τους καταναλωτές και ήδη από τη δεκαετία του ’60 η ΔΕΦΑ αναζητούσε ένα plan B για να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητά της. «Θυμάμαι σαν τώρα τον πατέρα μου όταν επί επταετίας γύρισε σπίτι πικραμένος: Ο Παττακός είχε επισκεφθεί συνοδεία αστυνομίας το εργοστάσιο και τους είχε ανακοινώσει ότι σε έναν μήνα θα έκλεινε», διηγείται ο κ. Ηλιάδης.

Το εργοστάσιο που έδινε φως στην Αθήνα-9
Λόγω της πολύ υψηλής θερμοκρασίας που επικρατούσε στους Φούρνους, οι εργαζόμενοι έκαναν συχνά διαλείμματα. (Φωτογραφία: Συλλογή Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου | Αρχείο Γ. Μαχαίρα).

Η ανακοίνωση δεν ήταν ρεαλιστική, καθώς εκείνη τη στιγμή από το εργοστάσιο εξαρτώνταν όλα τα μεγάλα ξενοδοχεία της Αθήνας αλλά και ο «Ευαγγελισμός». Μεγάλη κόντρα είχαν οι εργαζόμενοι και με τον τότε υπουργό Bιομηχανίας, το διάστημα 1977-1980, Μιλτιάδη  Έβερτ. «Ερχόταν να μας ανακοινώσει και εκείνος το κλείσιμο, αλλά δεν τον αφήσαμε καν να εισέλθει στον χώρο, καθώς παρατάξαμε μπουλντόζες στην είσοδο», περιγράφει ο κ. Τζαβόπουλος. Τον Μάρτιο του 1978 κατατέθηκε η πρόταση μετατροπής του εργοστασίου σε παραγωγική μονάδα σχάσης νάφθας, με απώτερο σκοπό να λειτουργήσει ως μια μεταβατική περίοδος, μέχρι να ξεκινήσει η εισαγωγή φυσικού αερίου από την Ανατολική Ευρώπη. Παρά τη διάχυτη ανησυχία στους κόλπους των εργαζομένων και τις ποικίλες καθυστερήσεις, το σχέδιο αυτό υλοποιήθηκε.

Το Γκάζι σήμερα

Οι μνήμες των χιλιάδων ανθρώπων που εργάστηκαν εδώ στις διάφορες περιόδους λειτουργίας του εργοστασίου αναβιώνουν ποικιλοτρόπως στα κτίρια του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, στη σημερινή Τεχνόπολη. «Πρόκειται για ένα μοναδικό βιομηχανικό μνημείο, που διασώζει σχεδόν όλα τα κτίρια της γραμμής παραγωγής, όπως και τον μηχανολογικό εξοπλισμό του. Τα τελευταία 13 χρόνια, το Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου, διατηρώντας μια πλούσια συλλογή τεκμηρίων, έχει ως βασικό του στόχο την ανάδειξη της ιστορίας του, του τρόπου λειτουργίας του και των εργαζομένων του. Η ανάδειξη ταυτόχρονα της βιομηχανικής μας κληρονομιάς είναι υψίστης σημασίας, καθώς συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη της βιομηχανίας στην πόλη», σχολιάζει η Μαρία Φλώρου, υπεύθυνη Μουσείων Τεχνόπολης Δήμου Αθηναίων. Η Τεχνόπολη ως πολυχώρος πολιτισμού έχει κερδίσει τους Αθηναίους. «Οι χώροι της εξακολουθούν να πάλλονται από ζωή», αναφέρει ο Κωστής Παπαϊωάννου, πρόεδρος της Τεχνόπολης. «Στο πιο σημαντικό βιομηχανικό μνημείο της πόλης αναπτύσσουμε ευρύ φάσμα δράσεων για όλες τις ηλικίες και κοινωνικές ομάδες. Προάγουμε τη διά βίου μάθηση, τη δημιουργικότητα, την ενεργή συμμετοχή. Στηρίζουμε δυναμικά τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, προσφέρουμε χώρο και ευκαιρίες σε νέους και καταξιωμένους καλλιτέχνες. Το εργοστάσιο που φώτιζε την Αθήνα με ενέργεια από το φωταέριο, συνεχίζει να φωτίζει με πολιτισμό και γνώση».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT