Κάθε μεταβολή ενός βασικού οικονομικού μεγέθους διχάζει. Για παράδειγμα, η αύξηση των επιτοκίων, ένα θέμα επίκαιρο λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή και των επιπτώσεων στον πληθωρισμό, μπορεί να προκαλέσει −πόσο παράξενο;− χαμόγελα σε αποταμιευτές με διαθέσιμη ρευστότητα. Αντίστοιχα, όμως, είναι ικανό να δημιουργήσει έναν ακόμα πονοκέφαλο σε όσους εξυπηρετούν δάνεια, ειδικά στεγαστικά, όπου τα ποσά είναι μεγάλα. Και αυτό διότι η δόση γίνεται αυτομάτως μεγαλύτερη (αν το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο), επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Η αύξηση του κόστους του χρήματος είναι το φάρμακο που χρησιμοποιούν οι κεντρικές τράπεζες (στη δική μας περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) για να συγκρατήσουν τις τιμές αγαθών και υπηρεσιών. Όταν ο πληθωρισμός τροφοδοτείται από τη μείωση της προσφοράς, όπως συμβαίνει αυτή την περίοδο, το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει έντονες παρενέργειες, οδηγώντας τα νοικοκυριά στο να κόψουν βίαια την κατανάλωση.
Οι αναπροσαρμογές της νομισματικής πολιτικής δεν προαναγγέλλονται. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και περιθώρια για προβλέψεις, πόσω μάλλον όταν οι ίδιοι οι κεντρικοί τραπεζίτες αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο με τις δηλώσεις τους. Στην παρούσα φάση, οι αγορές ποντάρουν στο ενδεχόμενο να υπάρξει μια αύξηση της τάξεως του 0,25% τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο και να γίνει ακόμα μία μέχρι το τέλος του χρόνου.
Η στάση που θα τηρήσουν οι πολίτες; Εξαρτάται από το ποια πλευρά βρίσκονται, των καταθετών ή των δανειοληπτών:
1. Οι δανειολήπτες έχουν τη δυνατότητα να μετατρέψουν το επιτόκιο του δανείου τους σε σταθερό ώστε να προστατευτούν από την επόμενη αύξηση. Αποδεικνύεται αυτή η επιλογή πάντοτε συμφέρουσα; Προφανώς και όχι. Διότι η απόφαση που θα ληφθεί σήμερα μπορεί να επηρεάζει το ύψος της μηνιαίας δόσης για πολλά χρόνια. Δεν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να κάνει πρόβλεψη για το κόστος του χρήματος σε βάθος χρόνου. Ο δανειολήπτης οφείλει, όμως, να κάνει την έρευνά του και τη σύγκριση της μηνιαίας δόσης με το κυμαινόμενο και το σταθερό επιτόκιο. Το πλεονέκτημα του σταθερού επιτοκίου έχει να κάνει με το να εξασφαλίζει προβλεψιμότητα στην κατάρτιση του οικογενειακού προϋπολογισμού. Η δόση κλειδώνει και αναλογικά με το εισόδημα γίνεται ολοένα και μικρότερη σε βάθος χρόνου λόγω του πληθωρισμού αλλά και των αυξήσεων που αυτός επιφέρει στον μισθό. Το κυμαινόμενο επιτόκιο, από την άλλη, μπορεί για συγκεκριμένες χρονικές περιόδους να προσφέρει χαμηλότερη δόση. Έχει όμως ρίσκο.
2. Για τους καταθέτες, σε περιόδους επικείμενης αύξησης των επιτοκίων, συνιστάται υπομονή μερικών εβδομάδων. Διότι, όταν η εκτίμηση γίνει γεγονός, αποταμιευτικά εργαλεία (προθεσμιακοί λογαριασμοί, έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου) μπορεί να προσφέρουν μεγαλύτερες αποδόσεις. Βέβαια, το να μένουν τα χρήματα στον απλό λογαριασμό ταμιευτηρίου επί μακρόν και ενόψει αύξησης επιτοκίων ουσιαστικά κάνει ζημιά λόγω του πληθωρισμού. Συνήθως προτείνεται η δέσμευση των χρημάτων για σύντομη χρονική περίοδο (π.χ. τρεις μήνες) ώστε να μπορέσει κάποιος να εκμεταλλευτεί και την επόμενη αύξηση επιτοκίων.

