Kyle Buchanan, Joe Coscarelli και Jon Caramanica / c.2026 The New York Times Company / Απόδοση: Διονύσης Μαρίνος
Μετά τη μεγάλη επιτυχία που γνώρισε ως έφηβη με την ταινία της Disney Το ημερολόγιο μιας πριγκίπισσας, η Αν Χάθαγουεϊ κατάφερε να ισορροπήσει επιδέξια στο Χόλιγουντ. Υπήρξαν εμπορικές επιτυχίες (Ο διάβολος φοράει Prada), ταινίες βραβείων (Οι άθλιοι, για την οποία κέρδισε Όσκαρ Β΄ γυναικείου ρόλου το 2013) και έργα σπουδαίων δημιουργών (Η Ρέιτσελ παντρεύεται του Τζόναθαν Ντέμι, πιο γνωστού από τη Σιωπή των αμνών). Όμως, εν μέσω προσωπικής εξάντλησης, μιας οικογένειας που μεγάλωνε και μιας περίεργης αρνητικής αντίδρασης από το κοινό, η Χάθαγουεϊ, 43 ετών τώρα, έκανε ένα βήμα πίσω τα τελευταία χρόνια, βρίσκοντας μια πιο ήσυχη ισορροπία. «Νόμιζα ότι βρισκόμουν στη μικρή, περίεργη indie φάση της καριέρας μου», είπε στους New York Times.
Φέτος, όμως, πρωταγωνιστεί σε τρεις εντελώς διαφορετικές ταινίες, ξεκινώντας με το Mother Mary, ένα σκοτεινό πορτρέτο, από τον σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λόουερι, μιας ποπ σταρ τύπου Τέιλορ Σουίφτ – Lady Gaga, η οποία περνά μια δύσκολη περίοδο. Την ίδια σχεδόν στιγμή επέστρεψε σε έναν από τους πιο αγαπημένους της ρόλους, αυτόν της άλλοτε αγχωμένης βοηθού Άντι Σακς στο Ο διάβολος φοράει Prada 2. Και βέβαια τον Ιούλιο θα εμφανιστεί ως Πηνελόπη στην Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν, ενώ αναμένονται δύο ακόμα ταινίες της έως το τέλος του χρόνου.
«Έκανα ένα βήμα πίσω και είπα: Εντάξει, είμαι έτοιμη για ό,τι φέρνει η επιτυχία, ό,τι φέρνει η ανάγκη για το παγκόσμιο κοινό», εξήγησε. «Πριν, ένιωθα ότι δεν ήμουν έτοιμη ούτε ως άνθρωπος ούτε ως καλλιτέχνις. Χρειαζόμουν εξέλιξη, αλλιώς θα με “κατάπινε” όλο αυτό». Αυτή η πιο ώριμη φάση της καριέρας της –μαζί με την αυτοπεποίθηση να μην την απασχολεί αν τα διαδικτυακά σχόλια στρέφονται εναντίον της– την έφερε ένα βήμα πιο κοντά στην προσωπική γαλήνη. «Παλιά ήμουν πολύ φοβισμένος άνθρωπος», είπε. «Είχα ένα υπερενεργό σύστημα άμυνας, σαν ηλεκτρικό φράχτη· δεν με ενδιαφέρει πια αυτό. Κάτι συνέβη όταν έγινα 40 και συνειδητοποίησα ότι ζούσα τη ζωή μου σαν πρόβα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν η παράσταση».
ΤΖΟ ΚΟΣΚΑΡΕΛΙ: Πώς προσέγγισες τον χαρακτήρα της βασανισμένης ποπ σταρ στο Mother Mary; Έκανες έρευνα ή χρησιμοποίησες απλώς τη φαντασία;
ΑΝ ΧΑΘΑΓΟΥΕΪ: Και τα δύο. Από την πρώτη ανάγνωση είχα μια αίσθηση για τον χαρακτήρα – την ευαλωτότητά της, όλα όσα είχαν να κάνουν με τους διαλόγους και την υποκριτική. Όλα τα υπόλοιπα ήταν αποτέλεσμα εντατικής έρευνας. Χρειάστηκε μια διαδικασία πολλών μηνών για να μάθω πώς να είμαι ποπ σταρ.

ΤΖ.ΚΟ.: Στην ταινία Mother Mary τραγουδάς τραγούδια των Charli XCX, FKA twigs και Τζακ Αντόνοφ, αλλά, όταν ξεκίνησες, δεν είχες ιδέα πώς θα ακουγόταν η φωνή σου.
Α.Χ.: Ο Τζακ μού έστειλε μήνυμα να πάω να «βρούμε το vibe». Ήξερα τη λέξη, αλλά αναρωτήθηκα αν είναι τεχνικός όρος! Δεν είχα σκεφτεί ποτέ την τέχνη με βάση το vibe. Για μένα ο κινηματογράφος και η υποκριτική βασίζονται σε κάτι πολύ διαφορετικό. Προς μεγάλη μου απογοήτευση, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ιδέα πώς να τραγουδήσω σε μικρόφωνο, γιατί όλη μου η εκπαίδευση ήταν για τη σκηνή, όπου χρειάζεται προσπάθεια για να προκύψει η ένταση. Η ποπ μουσική είναι το αντίθετο: δύναμη χωρίς προσπάθεια, που δεν είναι καθόλου το στιλ μου. Για μένα όλα έχουν να κάνουν με την προσπάθεια [γέλια].
ΤΖΟΝ ΚΑΡΑΜΑΝΙΚΑ: Η μητέρα σου ήταν ηθοποιός και σπουδαία τραγουδίστρια θεάτρου. Ήταν η ποπ «απαγορευμένη»;
Α.Χ.: Σε μεγάλο βαθμό, ναι. Η ποπ δεν είχε αξία στο σπίτι μας. Οι «αληθινοί» τραγουδιστές ήταν στο Μπρόντγουεϊ. Μεγάλωσα με μουσική θεάτρου. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου άκουγε ραπ και μετά hardcore, και φυσικά τον ακολουθούσα. Στο λύκειο ήρθαν οι πριγκίπισσες της ποπ και το MTV «TRL». [Σ.τ.Μ.: Το Total Request Live του MTV υπήρξε το απόλυτο μουσικό σόου για την ποπ κουλτούρα, αναδεικνύοντας κορυφαίες γυναικείες φωνές της εποχής.) Ένιωθα μπερδεμένη, γιατί αγαπούσα πολύ την Μπρίτνεϊ Σπίαρς, αλλά άκουγα τη φωνή των γονιών μου να λέει μέσα στο μυαλό μου: «Ο Στίβεν Σόντχαϊμ είναι η πραγματική μουσική».
ΤΖ.ΚΟ.: Τι συζητούσατε με τον Ντέιβιντ Λόουερι για τις ποπ αναφορές;
Α.Χ.: Ο Ντέιβιντ φαίνεται ξεκάθαρα goth –μαύρα νύχια, μπλούζες με νεκροκεφαλές– αλλά είναι φανατικός Swiftie [Σ.τ.Μ.: οπαδός της Τέιλορ Σουίφτ]. Είχε μια τεράστια playlist με τα πάντα: από άγνωστους καλλιτέχνες μέχρι το Green Light της Lorde και μουσική του Μαξ Ρίχτερ. Στη μέση ήταν το Anti-Hero. Εκεί κατάλαβα πόσο ιδιοφυΐα είναι η Τέιλορ Σουίφτ.
ΤΖ.ΚΟ.: Έχεις αγαπημένη περίοδο της Τέιλορ Σουίφτ;
Α.Χ.: Όχι, θεωρώ μάλιστα ότι όλες συνδέονται μεταξύ τους. Μου φαίνεται όμως απίστευτη η περίοδος του «Eras», το πώς έκανε μια τέτοια αναδρομή και δημιούργησε τον χώρο που ήθελε σε τόσο νεαρή ηλικία.

ΤΖ.ΚΟ.: Γιατί αντιμετωπίζουμε διαφορετικά τους ποπ σταρ από τους ηθοποιούς;
Α.Χ.: Όταν τελειώσαμε τα γυρίσματα του Mother Mary, συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι ποπ σταρ. Αυτό που μου αρέσει να κάνω είναι να μοιράζομαι όσα έχω ζήσει, τα πιο κρυφά κομμάτια της ψυχής μου, αλλά μέσα από ένα φίλτρο, μέσα από ένα άβαταρ, έναν χαρακτήρα με τον οποίο μπορώ να ταυτίζομαι ιδιωτικά και μυστικά. Έτσι δεν χρειάζεται ποτέ να μιλήσω ανοιχτά ούτε να αποκαλυφθώ πραγματικά. Αντίθετα, όταν είσαι ποπ σταρ, η εικόνα που δείχνεις βασίζεται άμεσα στον ίδιο σου τον εαυτό. Με λίγα λόγια, είσαι ο ίδιος το άβατάρ σου.
ΤΖ.ΚΟ.: Έχεις κρατήσει την προσωπική σου ζωή πιο ιδιωτική. Ο κόσμος νομίζει ότι σε ξέρει, αλλά δεν υπάρχουν πολλά που μπορεί κανείς να σκεφτεί για σένα όταν σε βλέπει σε αυτούς τους εμβληματικούς ρόλους.
Α.Χ.: Μου συνέβη κάτι καταπληκτικό στην αρχή της καριέρας μου: βρέθηκα σε μια κλασική ταινία που μια ολόκληρη γενιά την αγκάλιασε με πάθος και δεν την άφησε ποτέ, και σχεδόν 30 χρόνια μετά, ακόμα αναφερόμαστε σ’ αυτήν. Εννοώ το Ημερολόγιο μιας πριγκίπισσας. Οπότε δεν σκέφτομαι τον εαυτό μου ως κάτι εμβληματικό. Σκέφτομαι τον εαυτό μου όπως πάντα, δηλαδή ως ηθοποιό. Ήμουν τόσο τυχερή που ήμουν μέρος κάποιων ταινιών που προσέφεραν χαρά στους ανθρώπους. Προσπάθησα να κάνω το καλύτερο δυνατό για να σεβαστώ και να προστατέψω την κληρονομιά αυτών των ταινιών, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσομαι ως καλλιτέχνις αλλά και ως άνθρωπος που μπορεί να περπατήσει στον δρόμο και να είναι απλώς πολύ, πολύ, πολύ φυσιολογικός, όσο φυσιολογική μπορώ να είμαι.
ΤΖ.ΚΟ.: Βλέπω μερικά μοτίβα στους χαρακτήρες που σε ελκύουν. Έπαιξες στο Ημερολόγιο μιας πριγκίπισσας και στο πρώτο Ο διάβολος φοράει Prada – μια νεαρή γυναίκα, «καινούργια» στον κόσμο, με πολλούς περιορισμούς, η οποία ακούει ότι αυτό που χρειάζεται είναι αυστηρότητα. Από την άλλη, υπάρχει το Mother Mary ή Ο αρχάριος, χαρακτήρες πολύ σφιγμένοι που πρέπει να μάθουν να «ξεκολλάνε», να βρουν λίγη απαλότητα ή την ξεγνοιασιά μέσα τους.
Α.Χ.: Όταν βγήκε το πρώτο Ο διάβολος φοράει Prada, ήταν τεράστια επιτυχία και μου συνέβη το εξής: ξαφνικά μού έστελναν ένα σωρό σενάρια και σκέφτηκα: «Ω, όλα αυτά είναι ο ίδιος χαρακτήρας». Ήμουν 24 ετών, νομίζω, και θυμάμαι να σκέφτομαι: «Έτσι σε βλέπουν, είναι η ώρα να αντισταθείς». Ήμουν τυχερή που έπαιξα σε εκείνες τις ταινίες, ήταν τόσο σημαντικές, αλλά κατάλαβα ότι αν έκανα κι άλλες, θα ήταν κάπως σαν μια απομίμηση.
ΤΖ.ΚΟ.: Έπαιξες στο Μυστικό του Brokeback Mountain του Ανγκ Λι, στο Η Ρέιτσελ παντρεύεται του…
Α.Χ.: …Τζόναθαν Ντέμι. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που νιώθω τέτοια συμπάθεια για τον Ντέιβιντ Λόουερι ως καλλιτέχνη. Κατάλαβα ότι ίσως η αισθητική μου ταιριάζει πιο πολύ με τους indie σκηνοθέτες, αλλά ήθελα πάλι να κρατήσω μια ισορροπία. Έτσι, κάθε λίγα χρόνια σκέφτεσαι ότι μάλλον είναι καιρός να κάνεις μια Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. [Σ.τ.Μ.: Mέινστριμ ρομαντική κομεντί του Γκάρι Μάρσαλ, 2010].

ΤΖ.ΚΟ.: Επιστρέφοντας στους εμβληματικούς χαρακτήρες με τις ταινίες Ο διάβολος φοράει Prada 2 και To ημερολόγιο μιας πριγκίπισσας 3, η οποία βρίσκεται στα σκαριά, είχες κάποιες επιφυλάξεις για το αν θέλεις να συμμετάσχεις;
Α.Χ.: Δεν τα σκέφτομαι πια αυτά τα πράγματα. Και είμαι έκπληκτη που συμβαίνει αυτό. Νόμιζα ότι βρισκόμουν στο μικρό, περίεργο indie κομμάτι της καριέρας μου. Νόμιζα ότι εκεί θα έμενα. Οπότε απλώς είμαι αρκετά χαρούμενη που κάποιος μου ζήτησε να επιστρέψω και να κάνω κάτι που να θυμίζει περιοδεία σε μεγάλα στάδια.
Επειδή απομακρύνθηκα και έκανα τα δικά μου, τώρα πια μπορώ να εκτιμήσω, με έναν τρόπο που δεν μπορούσα εκτιμήσω όταν ήμουν νεότερη, την καλλιτεχνική αξία εκείνων των επιτυχιών. Υπάρχει λόγος που αγαπήθηκαν. Είναι πραγματικά, πραγματικά καλές. Το Ο διάβολος φοράει Prada είναι μια υπέροχη ταινία.
ΤΖ.ΚΟ.: Σου αρέσει αυτός ο ρυθμός δουλειάς –πέντε ταινίες για φέτος που εκτείνονται σε διαφορετικούς αιώνες και έχουν διαφορετικό ήφος– ή μήπως απλώς λες «πρέπει να τις κάνω όσο έρχονται οι προτάσεις»;
Α.Χ.: Αυτός ο ρυθμός είναι μη βιώσιμος, ειδικά τώρα. Έχω μικρά παιδιά. Απλώς βλέπω τα τελευταία τρία χρόνια ως μια ανωμαλία. Δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν να μου προσφέρει τόση δουλειά όταν θα πλησιάζω τα 60 μου. Οπότε το βλέπω σαν μια ειδική περίπτωση αυτό που συμβαίνει τώρα και το απολαμβάνω επειδή δεν πρόκειται να ξανασυμβεί ποτέ.
*Οι ταινίες Ο διάβολος φοράει Prada 2 (διανομή Feelgood) και Mother Mary (διανομή Spentzos Film) προβάλλονται αυτή τη στιγμή στις ελληνικές αίθουσες.

