Αν ο Ουίλιαμ Γκάντις έγραψε αυτό το βιβλίο το 1998, προβληματισμένος για την εκμηχάνιση της τέχνης και την υποβάθμιση του καλλιτεχνικού δημιουργήματος σε ψυχαγωγικό προϊόν, φοβάμαι ότι θα απελπιζόταν με τα σημερινά κατορθώματα της τεχνητής νοημοσύνης. Το θέτω υποθετικά γιατί ο Γκάντις πέθανε λίγο μετά την ολοκλήρωση του περί ου ο λόγος βιβλίου, Αγάπη χαίνουσα (εκδ. Ποταμός), σε ηλικία 75 ετών. Ήταν άρρωστος, ήξερε ότι θα ήταν το τελευταίο του μυθιστόρημα και ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής του εν μέρει ταυτίζεται με τον ίδιο: ένας άνθρωπος ετοιμοθάνατος προσπαθεί να βάλει σε τάξη τις σημειώσεις και τις σκέψεις του. Να ολοκληρώσει ένα τελευταίο έργο. «Αυτό είναι το θέμα του έργου μου», αναφέρει εξαρχής, «το κατρακύλισμα των πάντων, του περιεχομένου, της γλώσσας, των αξιών, της τέχνης, αταξία και αποσυγκρότηση όπου κι αν γυρίσεις το βλέμμα […]».

Είναι όμως μυθιστόρημα; («Ένα αυτοβιογραφικό παραλήρημα με προσχηματικό φόντο δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί κάτι μυθιστοριογραφία», γράφει στην ωραία του εισαγωγή ο συγγραφέας και πανεπιστημιακός Σβεν Μπίρκερτς.) Ναι και όχι. Δεν υπάρχει τυπική πλοκή, αλλά μόνο η ταραγμένη φωνή ενός ανθρώπου που φιλοσοφεί διακόπτοντας τον εαυτό του. Είναι ένα διακειμενικό παιχνίδι με ήρωες τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, τον Πλάτωνα, τον Τολστόι, αρκετούς ακόμα και, κυρίως, τον Τόμας Μπέρνχαρντ, με τον οποίο μοιάζει να βρίσκεται σε μόνιμο διάλογο. Παρ’ όλα αυτά, ο τρόπος του είναι λογοτεχνικός και από την ιδιόμορφη δοκιμιακή μυθοπλασία του προκύπτει συναίσθημα. Πέρα από το προφανές, που σχετίζεται με τη σωματική φθορά και την αγωνία του υποκειμένου για λίγη ζωή ακόμα, έστω κι αν αυτή η ζωή είναι ένας θρηνητικός μονόλογος, κλείνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης θα νιώσει – ας διακόψω όμως κι εγώ τον εαυτό μου. Θα μιλήσω για μένα: Κλείνοντας το βιβλίο, ένιωσα μια βαθιά απογοήτευση για τη σπατάλη μας, τον πεταμένο χρόνο, τη ζωή που κυλάει μηχανικά και χωρίς τόλμη.
Ο Γκάντις μεταφράζεται για πρώτη φορά στη γλώσσα μας και το όνομά του ίσως δεν λέει πολλά στον Έλληνα αναγνώστη, ωστόσο υπήρξε μεγάλο κεφάλαιο για τη μεταπολεμική λογοτεχνία των Ηνωμένων Πολιτειών, από τους αρχιερείς του μεταμοντερνισμού, ένας νεαρός προφήτης όταν πρωτοεμφανίστηκε το 1955 με το Recognitions και ένας από τους μόλις έξι που έχουν κερδίσει πάνω από μία φορά το Εθνικό Βραβείο (για τα J R και A Frolic of His Own). Αυτές εδώ είναι οι τελευταίες του ανησυχίες, οι τελευταίες του σκέψεις.
Το Αγάπη χαίνουσα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός, σε μετάφραση Γιώργου Μπέτσου. Εισαγωγή Σβεν Μπίρκερτς, επίλογος Τζόζεφ Τάμπι.

