Η Μαντόνα παραμένει ζωντανή στη σκηνή, σαν ροκ συγκρότημα, όπως απέδειξε προ ημερών με την γκεστ εμφάνισή της στη σκηνή της Κοατσέλα, πλάι στη Σαμπρίνα Κάρπεντερ. Η Σελίν Ντιόν μάλλον έχει αρχίσει να την «παλεύει» με το σύνδρομο δύσκαμπτου ανθρώπου, καθώς πρόσφατα ανακοίνωσε για το φθινόπωρο 16 συναυλίες στην αρένα La Défense του Παρισιού. Ο Πρινς, πάλι, είναι εδώ και 10 χρόνια νεκρός. Παρότι ο τελευταίος δεν σηκώθηκε από τον τάφο του, όλοι τους, μέσα σε πέντε ημέρες, κυκλοφόρησαν από ένα νέο σινγκλ.
Μια περίεργη «συναστρία»
Στις 17 Απριλίου η Μαντόνα έκανε διαθέσιμο το «I feel so free» από το επερχόμενο άλμπουμ της «Confessions II», που θα κυκλοφορήσει στις 4 Ιουλίου, προκαλώντας πανζουρλισμό με τον house χαρακτήρα του. Στα σόσιαλ μίντια, μάλιστα, κάποιος περιέγραψε την αναμονή του από τους γκέι ως ανάλογη με εκείνη για την έλευση της Δευτέρας Παρουσίας. Την ίδια ημέρα, η Σελίν Ντιόν, που σύμφωνα με έναν ευρέως διαδεδομένο αστικό μύθο είναι μακρινή ξαδέρφη της «βασίλισσας της ποπ», κυκλοφόρησε το «Dansons», μια εύθραυστη μπαλάντα που θα μπορούσε να είχε «ξεμείνει» από το άλμπουμ της «D’eux», του 1995.
Τέσσερις μέρες μετά, έσκασε μύτη στο Spotify το «With this tear» που ηχογράφησε ο Πρινς το 1991 και στη συνέχεια το παραχώρησε στη… Σελίν Ντιόν, η οποία το συμπεριέλαβε στο ενδέκατο στούντιο άλμπουμ της, που κυκλοφόρησε το 1992 και είχε ως τίτλο το όνομά της. Είναι κάπως παράξενη και γι’ αυτό γοητευτική η «συναστρία» αυτής της τριάδας, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έκανε ταυτόχρονα comeback στη δισκογραφία. Κι αν η κυκλοφορία του Πρινς δεν σήκωσε το hype εκείνων της Μαντόνα και της Σελίν Ντιόν, δεν πέρασε ακριβώς στο «ντούκου».
Επιτυχία ή hype;
Στο δια ταύτα, βέβαια, ούτε το «I feel so free», ούτε το «Dansons» έχουν γίνει, μέχρι τώρα, mega hits. Πέντε ημέρες μετά την κυκλοφορία τους, το επίσημο visualizer του πρώτου πλησιάζει μόλις το 1,8 εκατομμύριο προβολές στο YouTube, ενώ το βιντεοκλίπ του δεύτερου, στο οποίο δεν εμφανίζεται η Σελίν Ντιόν, τα 2,4 εκατομμύρια. Αυτοί οι αριθμοί, για την πορεία τους στα charts, για την οποία δεν έχουμε ακόμη εικόνα, δεν προμηνύουν κάτι ευοίωνο. Γιατί, λοιπόν, κάθε φορά που κάνουν «κάτι νέο» καλλιτέχνες όπως η Μαντόνα, μοιάζει να μιλάει όλος ο κόσμος για εκείνους;
Σε αυτό το ερώτημα, μπορούν να δοθούν πολλές απαντήσεις. Για παράδειγμα, γιατί να μην αποδώσει κάποιος το hype που σηκώνουν στη newstalgia ή στο ότι το Spotify έχει καταστήσει την «παλαιότερη μουσική» και τους καλλιτέχνες της άμεσα προσβάσιμους από τις νεότερες γενιές;
Μία, όμως, βγάζει περισσότερο νόημα κι αυτό διότι οι «βίντατζ» καλλιτέχνες που κάνουν γκελ δεν είναι π.χ. εκείνοι των ’60s αλλά όσοι γνώρισαν μεγάλη ακμή κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Αυτή η εποχή ήταν η τελευταία «χρυσή» για την παγκόσμια δισκογραφία, πριν έρθουν τα πάνω κάτω αρχικά με την ψηφιακή πειρατεία και στη συνέχεια με τη διάδοση του γρήγορου ίντερνετ και του streaming, που αποκέντρωσαν και κομμάτιασαν σε υπερστοχευμένα target groups το μουσικό star system.
Το λυκόφως των ειδώλων
Καλλιτέχνες όπως η Σελίν Ντιόν, ο Πρινς, η Μαντόνα και ο Μάικλ Τζάκσον –που η βιογραφική ταινία για τη ζωή του έκανε πρεμιέρα στις 23 Απριλίου, λες και τα είχε κανονίσει με τον Πρινς να επανέλθουν με διαφορά ημερών στη μετά θάνατον δημοσιότητα– αποτέλεσαν τα τελευταία μέγκα είδωλα με παγκόσμια, διαγενεακή απήχηση και μακρά διάρκεια που έβγαλε η μουσική βιομηχανία.
Ακόμα και αν τα 00s μάς άφησαν τη Lady Gaga ή την Τέιλορ Σουίφτ, μετά από αυτές, ποιος, αλήθεια, θα μπορούσε να συγκριθεί με τη Μαντόνα; Οι Blackpink ή η Μπίλι Άιλις; Το ερώτημα δεν είναι απαραιτήτως ρητορικό.

