Οι «Επτά σαμουράι» του Ακίρα Κουροσάβα σύστησαν, κατά κάποιον τρόπο, στη Δύση τον κόσμο των σαμουράι. Μιλάμε για μια καθοριστική στιγμή στην Ιστορία και για μια ταινία που σήμερα θεωρείται κλασική, παρά το γεγονός ότι, όταν κυκλοφόρησε, το 1954, γνώρισε απλώς μέτρια επιτυχία και μόνο στην Ιαπωνία. Η αξία της έγκειται στο τι σήμαινε για τον υπόλοιπο κόσμο. Λειτούργησε σαν μια πόρτα που άνοιξε τρίζοντας, για να αποκαλύψει μια γοητευτική και μυστηριώδη τάξη πολεμιστών, η οποία γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της πριν από τριακόσια χρόνια, παρότι είχε πίσω της μια ιστορία περίπου χιλίων ετών. Τα όπλα, η ενδυμασία, ο κώδικας τιμής, το πολιτικό υπόβαθρο και η αβρότητα με την οποία πετύχαιναν τους στόχους τους οι σαμουράι, γοήτευσαν το κοινό. Οι ίδιοι έδειχναν μυστηριώδεις και η ύπαρξή τους έμοιαζε να είναι επινοημένη – αποτελούσαν μια ομάδα γενναίων πολεμιστών που διαφέντευαν τα νησιά της Ιαπωνίας με αξιοπρέπεια και πολιτισμό. Ήταν, όμως, πέρα για πέρα αληθινή. Πριν από έναν ταραγμένο, για την Ιαπωνία, αιώνα, που σημαδεύτηκε από τον μιλιταρισμό, τον επεκτατισμό και έναν καταστροφικό Παγκόσμιο Πόλεμο ο οποίος κορυφώθηκε με τη ρίψη της ατομικής βόμβας, κάπως έτσι, γεμάτος σαμουράι, ήταν ο φεουδαρχικός κόσμος της Ιαπωνίας.

Από τον Κουροσάβα στον Νταρθ Βέιντερ
Η ταινία προβλήθηκε σε μια κομβική περίοδο για την ιστορία της Ιαπωνίας, καθώς τότε έμπαινε σε μια νέα εποχή. Σχεδόν μία δεκαετία μετά την ήττα της από τις ΗΠΑ, έβλεπε την οικονομία της να αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς και αναδεικνυόταν στην πρώτη «Ασιατική Τίγρη», τη στιγμή που η Κίνα και οι υπόλοιπες «τίγρεις της Ασίας» βρίσκονταν ακόμη βυθισμένες στη φτώχεια. Στον τότε «νέο», μεταπολεμικό κόσμο, η Ιαπωνία, έχοντας αγκαλιάσει την τεχνολογία και τις επιστήμες, είχε καταστεί ηγέτιδα χώρα στην παραγωγή όλων όσα απαιτούσαν οι τότε σύγχρονες κοινωνίες: αυτοκίνητα, τηλεοράσεις, υπολογιστές, walkman, τρένα υψηλής ταχύτητας. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, δε, είχε αρχίσει να θεωρείται περισσότερο φίλος παρά εχθρός της Δύσης, στην οποία οι άνθρωποι, πλέον, είχαν ξεκινήσει να αγαπούν πολλά ιαπωνικά «πράγματα», όπως την αρχιτεκτονική, τα κινούμενα σχέδια και την τέχνη της, ενώ τα δυτικά νοικοκυριά προμηθεύονταν προϊόντα «made in Japan». Μάλιστα, με τα χρόνια, αυτή η αγάπη για την ιαπωνική κουλτούρα και την ιστορία της «Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου» μεγάλωσε.
Δεν αποτελεί, λοιπόν, έκπληξη το γεγονός ότι η εξαιρετικά επιτυχημένη έκθεση Samurai του Βρετανικού Μουσείου, σε μια πρόσφατη επίσκεψή μας, αποδείχθηκε γεμάτη ενθουσιασμένους και όλο προσδοκίες φαν της Ιαπωνίας, συμπεριλαμβανομένου –παραδόξως– αρκετού κόσμου από την υπόλοιπη Ασία, τον Καναδά, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ο οποίος «χαράμιζε» μία ημέρα από το ταξίδι του στο Λονδίνο για να δει κάτι ιαπωνικό αντί για το Μπιγκ Μπεν και τα άλλα βρετανικά αξιοθέατα.

Γιατί λοιπόν μας γοητεύει τόσο πολύ ένας τρόπος ζωής ο οποίος έχει, ουσιαστικά, εκλείψει; Τι το ξεχωριστό έχουν οι σαμουράι και μας γοητεύουν περισσότερο από ό,τι, για παράδειγμα, οι Ευρωπαίοι ιππότες; Είναι προφανώς πιο εξωτικοί, μας ελκύουν λόγω της διαφορετικότητάς τους. Στην πραγματικότητα όμως φαίνεται να μας μαγνητίζουν εξαιτίας του σύνθετου τρόπου με τον οποίο συνδυάζουν ένα σύνολο από κανόνες με τη δύναμη, τους μύθους και τα εντυπωσιακά κοστούμια τους. Οι ιστορίες που αφηγούνται σήμερα οι ταινίες του Χόλιγουντ μοιάζουν, επίσης, με αναδιατυπώσεις έργων που έχουν για πρωταγωνιστές σαμουράι. Ειδικά οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας, με το Star Wars να αποτελεί το απόλυτο σχετικό παράδειγμα. Όπως είναι μάλιστα αναμενόμενο, το κοστούμι του Νταρθ Βέιντερ βρίσκεται στο επίκεντρο της έκθεσης στο Λονδίνο, υπενθυμίζοντάς μας ότι οι ταινίες του συγκεκριμένου φραντσάιζ έχουν επηρεαστεί τόσο από την Ιαπωνία όσο και από την ιδέα ενός γαλαξία που βρίσκεται πολύ πολύ μακριά. Ο Τζορτζ Λούκας και οι σχεδιαστές που εργάστηκαν για το Star Wars βασίστηκαν με προφανή τρόπο στην πολεμική ενδυμασία των σαμουράι για τον σχεδιασμό του κοστουμιού του Νταρθ Βέιντερ και ειδικά για το τρομακτικό κράνος του, με τα «πρωτότυπα» να μπορεί κανείς να τα δει σε άλλο σημείο της έκθεσης. Ο Λούκας, μάλιστα, εμπνεύστηκε την πρώτη πλοκή του Star Wars από το Μυστικό φρούριο, μια ταινία του Ακίρα Κουροσάβα από το 1958.

Σαμουράι χριστιανοί;
Πριν ο Βέιντερ υπάρξει καν ως ιδέα στο μυαλό του Λούκας, το έτος 1613 ο αυτοκράτορας Τοκουγκάουα χάριζε στον βασιλιά Ιάκωβο Α΄ της Αγγλίας και της Σκωτίας μια πραγματική πανοπλία εκπληκτικής ποιότητας. Επρόκειτο για ένα δώρο που επισφράγιζε την ειρήνη, αλλά ταυτόχρονα έστελνε το μήνυμα «Είμαστε πολεμιστές, μην τα βάζετε μαζί μας». Η Ιαπωνία, όπως είναι γνωστό, αντιστάθηκε επί αιώνες στον ευρωπαϊκό αποικισμό, με το μιλιταριστικό της πνεύμα να γοητεύει ανέκαθεν τους Δυτικούς. Τα σπαθιά των σαμουράι σήμερα θεωρούνται εμβληματικά και το να δει κανείς από κοντά αυθεντικά τους δείγματα αποτελεί μοναδική εμπειρία. Οι σαμουράι μπορούσαν να αγοράσουν τα καλύτερα σπαθιά, από τους πιο ταλαντούχους κατασκευαστές. Οι, δε, πανοπλίες τους μας γοητεύουν και για το ότι μοιάζουν μικροσκοπικές, σχεδόν παιδικές. Οι πολεμιστές μπορεί να μην ήταν μεγαλόσωμοι, αλλά ήταν «σκληρά καρύδια».
Τα σπαθιά των σαμουράι σήμερα θεωρούνται εμβληματικά και το να δει κανείς από κοντά αυθεντικά τους δείγματα αποτελεί μοναδική εμπειρία.
Ωστόσο, η έκθεση αφηγείται και λιγότερο γνωστές ιστορίες, όπως εκείνη του χριστιανού σαμουράι Χασέκουρα Τσουνεναγκά, ο οποίος πέρασε δύο χρόνια από τη ζωή του ταξιδεύοντας μέχρι τη Ρώμη, σε μια προσπάθεια να έρθει σε επαφή με την Ευρώπη. Επρόκειτο για μια μακρά αποστολή χωρίς ουσιαστικό όφελος, καθώς επέστρεψε στην πατρίδα του το έτος 1620 για να διαπιστώσει πως ο χριστιανισμός είχε απαγορευτεί. Θα περνούσαν εκατοντάδες χρόνια μέχρι η Ιαπωνία να εγκαταλείψει την πολιτική της απομόνωσής της, ερχόμενη τελικά σε επαφή με τη Δύση και τον υπόλοιπο κόσμο.

Το πραγματικό ατού της έκθεσης είναι το ότι υπενθυμίζει στο κοινό πως η ζωή των σαμουράι δεν ήταν μόνο μάχες. Οι σαμουράι απέφευγαν τις συγκρούσεις όπως ο διάβολος το λιβάνι, ενώ τα πολιτικά, τα δικαστικά και τα αποδίδοντα τιμές συστήματά τους είχαν στόχο τη διατήρηση μιας εύθραυστης ειρήνης, η οποία θα ήταν πιο ωφέλιμη για όλους από έναν αδιάκοπο πόλεμο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα διαφωτισμού, να σημειωθεί, ο πολιτισμός στην Ιαπωνία γνώρισε μεγάλη άνθηση. Στο Βρετανικό Μουσείο υπάρχουν μερικές εκπληκτικές αφίσες και πίνακες που απεικονίζουν σαμουράι επί σκηνής. Πρόκειται, θα λέγαμε, για την πιο ανάλαφρη «στιγμή» της έκθεσης, καθώς βλέπουμε άνδρες ηθοποιούς ντυμένους γυναίκες να παίζουν σε κωμωδίες του παραδοσιακού ιαπωνικού θεάτρου καμπούκι, ενός είδους που παρουσιάζει συγγένειες με την παντομίμα, ακόμα και με τα μιούζικαλ του Μπροντγουέι. Η δημιουργικότητα που χαρακτηρίζει τον πολιτισμό της εποχής φαίνεται, επίσης, μέσα από τους χάρτες, τους πίνακες, τα έπιπλα και τη μόδα του καιρού των σαμουράι.

Οι σαμουράι, ως κάστα, δεν ήταν τόσο ανδροκρατούμενη όσο φανταζόμαστε. Οι οικογένειες των σαμουράι ονομάζονταν «μπούκε» και δεν αποτελούσαν ποτέ περισσότερο από το 10% του πληθυσμού της χώρας. Ουσιαστικά, επρόκειτο για την αριστοκρατία της Ιαπωνίας, τους αντίστοιχους «δούκες», «κόμηδες» και «βαρώνους», που στην ιεραρχία βρίσκονταν ακριβώς κάτω από τη βασιλική οικογένεια και πολύ πιο πάνω από τον απλό πληθυσμό. Τα μισά μέλη της κάστας των σαμουράι ήταν γυναίκες, οι οποίες μάλιστα δημιούργησαν κάποια αξιομνημόνευτα έργα τέχνης. Οι γυναίκες σαμουράι μεταφέρονταν από μέρος σε μέρος με παλανκίνα – αυτά τα φορητά καθίσματα για τη μεταφορά των ευγενών που τα βαστούσαν οι ρωμαλέοι άνδρες της συνοδείας τους. Θεωρούνταν, βλέπετε, πολύ «ουράνιες» για να ασχοληθούν με το «γήινο τελετουργικό του περπατήματος».

Ό,τι ανεβαίνει, κατεβαίνει
Η περίοδος κυριαρχίας των σαμουράι υπήρξε μακρά. Με αφετηρία το σογκουνάτο (φεουδαρχικό, στρατιωτικό καθεστώς) της Καμακούρα (παραθαλάσσια πόλη της Ιαπωνίας) κατά τον 12ο αιώνα, οι σαμουράι «άντεξαν» μέχρι τη Μεταρρύθμιση Μεϊτζί του 1868, με την οποία η εξουσία συγκεντρώθηκε ξανά στα χέρια ενός Ιάπωνα αυτοκράτορα. Η περίοδος Έντο, που ξεκίνησε τον 17ο αιώνα, σήμανε την τελευταία τους εποχή ακμής, η οποία θα διαρκούσε έως τον 19ο αιώνα, οπότε θα παρήκμαζαν. Κατά τη διάρκεια όλου αυτού του διαστήματος κυριαρχούσε μια ιδέα που συνόψιζε το πνεύμα των σαμουράι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Ήταν εκείνη του μπουσίντο, που θα μπορούσε να μεταφραστεί ελεύθερα ως «δρόμος του πολεμιστή» και αποτελούσε έναν ηθικό κώδικα.

Μια ρατσιστική αμερικανική ταινία, που αποτελεί κομμάτι της έκθεσης, λέει πολλά για το πώς έβλεπε η Δύση την Ιαπωνία και τους Ιάπωνες τη δεκαετία του 1940. Πρόκειται για το Know your enemy: Japan! (του Φρανκ Κάπρα, σκηνοθέτη, μεταξύ άλλων, του Μια υπέροχη ζωή), ένα φιλμ που έμεινε στην ιστορία για όλους τους λάθος λόγους και ήταν μία από τις πολλές προπαγανδιστικές ταινίες οι οποίες προβάλλονταν στα αμερικανικά στρατεύματα που πολεμούσαν εναντίον των Δυνάμεων του Άξονα. Σε αυτές, οι Γερμανοί και οι Ιάπωνες παρουσιάζονται ως ψεύτες με υπολογιστικούς τρόπους, περνώντας στους στρατιώτες το μήνυμα ότι έπρεπε να είναι επιφυλακτικοί κατά τις συναναστροφές τους με τους ντόπιους. Το μπουσίντο, μάλιστα, στην προαναφερθείσα ταινία παρουσιάζεται λανθασμένα ως ένας κώδικας που προωθεί τη χειριστικότητα και τα πισώπλατα μαχαιρώματα, ενώ ήταν κάτι σαν νομικό σύστημα που συντηρούσε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η κοινωνία των σαμουράι.

Κατά τη διάρκεια της ταραγμένης περιόδου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι Ιάπωνες στρατιώτες είχαν σχεδόν υποστεί πλύση εγκεφάλου για να πολεμούν μέχρι θανάτου σε μάχες που ήταν αδύνατον να κερδηθούν και γκρεμίζονταν από τους βράχους του ηφαιστειογενούς νησιού Ίβο Τζίμα αρνούμενοι να παραδοθούν, οι στρατιωτικοί ηγέτες της Ιαπωνίας επικαλούνταν το πνεύμα των σαμουράι για να μεταφέρουν στους Ιάπωνες νεοσύλλεκτους στρατιώτες ένα αίσθημα γενναιότητας και ιστορικότητας, ώστε να τους πείσουν πως ήταν, τάχα μου, οι σύγχρονοι σαμουράι που πήγαιναν στη μάχη. Σήμερα, γίνεται επίκληση στο πνεύμα των σαμουράι για πράγματα όπως το Πρωτάθλημα Αγώνων Σαμουράι, ένα «ανταγωνιστικό» άθλημα των Αγώνων Μεικτών Πολεμικών Τεχνών, το οποίο περιλαμβάνει παρομοίως αποτρόπαια σε αυτούς επίπεδα βίας και η δημοτικότητά του έχει εκτοξευθεί από το πουθενά για να γίνει τεράστιο φαινόμενο στο Ηνωμένο Βασίλειο, με τους μαχητές του να βγάζουν νοκ άουτ ο ένας τον άλλον για να γίνουν «σαμουράι πρωταθλητές».

Η συνέχεια επί της οθόνης
Τα τελευταία χρόνια, η εκρηκτική αύξηση της δημοτικότητας των μάνγκα και των άνιμε έχει επίσης αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον του κοινού για τους σαμουράι. Στη σειρά Μπάκι Ντου: Ο αήττητος σαμουράι, που είναι μία από τις πρόσφατες μεγάλες επιτυχίες του Netflix στην κατηγορία των άνιμε, οι μαχητές αναμετρούνται κόντρα σε έναν πολεμιστή των σαμουράι ο οποίος έχει επανέλθει στη ζωή αιώνες μετά τον θάνατό του. Παρομοίως, νέες σειρές που είναι διαθέσιμες στο Netflix, όπως ο Τελευταίος επιζών σαμουράι, απολαύουν τεράστιας επιτυχίας. Η συγκεκριμένη σειρά, που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2025, έχει γίνει παγκόσμιο «χιτ» και έχει περιγραφεί ως «εκεί που το Shōgun συναντά το Παιχνίδι του καλαμαριού». Πολλοί άνθρωποι που δεν είχαν ακούσει ποτέ πριν για τον θρύλο των σαμουράι, αφού πέσουν πάνω στη σειρά, αρχίζουν και διαβάζουν για την ιστορία που κρύβεται πίσω από αυτήν. Με φόντο το έτος 1878, δέκα χρόνια μετά την απαγόρευση των σαμουράι, αυτή η ιαπωνική παραγωγή αφηγείται την ιστορία των απένταρων και παροπλισμένων πρώην πολεμιστών που προσπαθούν να βρουν (και παλεύουν γι’ αυτό) τον δρόμο τους σε έναν νέο κόσμο. Για τη συγκεκριμένη σειρά έχει παρατηρηθεί πως η απήχησή της μπορεί να βασίζεται στο ότι η κεντρική της πλοκή βγάζει νόημα ανάμεσα στους νέους σήμερα, διότι κι εκείνοι αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα σε έναν σκληρό κόσμο με υψηλό κόστος ζωής, ελάχιστες προοπτικές βελτίωσης, πολέμους και περιβαλλοντικά προβλήματα – μια κατάσταση που αντικατοπτρίζει εκείνη του 1878.

Στην έκθεση προβάλλεται ένα βίντεο από τον Τελευταίο επιζώντα σαμουράι κι εγώ παρατηρώ έναν νεαρό ξανθό Ευρωπαίο να παρακολουθεί καθηλωμένος έναν σαμουράι που πολεμάει μια ντουζίνα εχθρούς του στη μεγάλη οθόνη. Σκέφτομαι ότι ίσως αυτή να είναι η «γενέθλια μέρα» της εμμονής του με τους σαμουράι. Αυτή η εμμονή μπορεί να έχει χίλιες δύο άλλες αφορμές, ανάλογα με τον άνθρωπο. Βρίσκουμε τους σαμουράι συναρπαστικούς επειδή μπορούν να μας αποκαλύψουν, πραγματικά, πολλά πράγματα για τον εαυτό μας, όπως και για τον δικό τους μυστηριώδη κόσμο, που ανήκει στο παρελθόν, μια χρονική σφαίρα στην οποία, πλέον, μπορούμε να ταξιδέψουμε μέσα από τις ιστορίες και τον υλικό πολιτισμό που άφησαν πίσω τους, τις τηλεοπτικές παραγωγές για εκείνους, αλλά και επισκεπτόμενοι την ίδια την Ιαπωνία.
*Η έκθεση Samurai συνεχίζεται στο Βρετανικό Μουσείο έως τις 4 Μαΐου. Britishmuseum.org

