Η Γαλλοελβετίδα μέτζο-σοπράνο Μαρίνα Βιότι είναι ενθουσιασμένη που θα έρθει στην Ελλάδα. Είχε επισκεφθεί τη χώρα μας με τους γονείς και τα αδέλφια της όταν ήταν δέκα ετών, αλλά παραδέχεται ότι δεν θυμάται πολλά. Περιμένω να με ρωτήσει για την Ακρόπολη, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το κοινό της όπερας στην Ελλάδα. Εκείνη, όμως, με ρωτάει πότε ακριβώς εμφανίζονται οι Metallica στο Ολυμπιακό Στάδιο.
Aν δεν γνωρίζεις τη σχέση της με τη heavy metal σκηνή, αυτή η ερώτηση μπορεί να σε αιφνιδιάσει. Η Βιότι, όμως, είναι η μεσόφωνος που εντυπωσίασε όλη την υφήλιο όταν τραγουδούσε μπροστά από την Κονσιερζερί το περίφημο Ah! ça ira της Γαλλικής Επανάστασης, διασκευασμένο σε μια δυναμική εκδοχή heavy metal με οπερατικά στοιχεία –τραγουδούσε στίχους από τη Ηabanera–, σε συνεργασία με τo συγκρότημα Gojira, κατά τη διάρκεια της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού· γι’ αυτή τη συνεργασία, μάλιστα, κέρδισε ένα Γκράμι. Στον ρόλο της Κάρμεν, για τον οποίο έχει λάβει εξαιρετικές κριτικές, θα τη γνωρίσουμε και στην Αθήνα, στην παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Πρόκειται για ανασύνθεση της ιστορικής πρώτης παρουσίασης του έργου στην Όπερα Κομίκ του Παρισιού, το 1875. «Όταν ξεκίνησα να τραγουδάω στην όπερα, σκεφτόμουν ότι μπορεί να έμοιαζε περίεργη η ενασχόλησή μου με τη μέταλ σκηνή, αλλά ανακάλυψα ότι οι περισσότεροι ασχολούνται και με κάποιο άλλο μουσικό είδος. Άλλοι είναι σε γεωργιανές χορωδίες, κάποιοι αγαπούν την παραδοσιακή μουσική, άλλοι την τζαζ, η Ανίτα Ρατσβελισβίλι [σ.σ. επίσης, υποδύεται την Κάρμεν στη συγκεκριμένη παράσταση] ήταν κι αυτή σε μέταλ μπάντα. Σε κάθε παραγωγή, θα βρεις τουλάχιστον έναν μεταλλά», εξηγεί.
Στο βιογραφικό σας αναφέρεται ότι η Κάρμεν ανήκει στους signature ρόλους σας. Πόσο σας δεσμεύει αυτός ο χαρακτηρισμός;
Το ίδιο θα μπορούσε να πει κάποιος και για τη Ροζίνα από τον Κουρέα της Σεβίλλης ή τη Σαρλότ από τον Βέρθερο του Μασνέ. Δεν θέλω να είμαι από τις λυρικές τραγουδίστριες που συνδέουν το όνομά τους με έναν ρόλο, δεν σκοπεύω να τραγουδάω μόνο Κάρμεν για το υπόλοιπο της ζωής μου, κάνω και άλλα πράγματα, μπαρόκ μουσική, μπελ κάντο. Όμως, η Κάρμεν ήταν για μένα στόχος με το που ξεκίνησα τη διαδρομή μου. Η εμφάνισή μου και η φωνή μου ώθησαν αρκετούς να μου προτείνουν τον συγκεκριμένο χαρακτήρα από πολύ νωρίς, αρνήθηκα όμως. Είπα πέντε ή έξι φορές όχι, μέχρι να αισθανθώ έτοιμη.

Έτοιμη τεχνικά;
Όχι μόνο τεχνικά, γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο δύσκολος ρόλος, αλλά κυρίως ως μια γυναίκα που νιώθει καλά με το σώμα της, που έχει αυτό το ταμπεραμέντο, αυτή την προσωπικότητα. Και ξέρεις, είναι opéra comique, οπότε πρέπει πραγματικά να «παίξεις» και με το κείμενο. Ήθελα πολύ να είμαι σίγουρη ότι μπορώ να κάνω όλα όσα θα ήθελα πάνω στη σκηνή. Επίσης, δεν ήθελα να υποδυθώ μια πόρνη, μια χυδαία Κάρμεν, κάτι που είναι πολύ διαδεδομένο αυτή την περίοδο. Ήθελα μια πιο κομψή εκδοχή ή έστω μια πιο νεανική, πιο δυναμική. Έτσι περίμενα τη σωστή παραγωγή, τη σωστή στιγμή, το σωστό θέατρο, ώστε να μη χρειαστεί να πιεστώ ή να κάνω εκπτώσεις. Την πρώτη φορά που την ερμήνευσα ήταν εντάξει, και έναν χρόνο μετά, πέρυσι, έκανα την παραγωγή που θα δείτε στην Αθήνα. Είδα τεράστια διαφορά και σκέφτηκα: «Φοβερό, αυτός είναι ένας ρόλος που θα ερμηνεύω σχεδόν κάθε χρόνο από εδώ και πέρα». Και θα συνεχίσει να εξελίσσεται γιατί η φωνή ωριμάζει, το σώμα αλλάζει, θα συνεχίσω να ανακαλύπτω νέες αποχρώσεις, νέους τρόπους.
«Δεν θέλω να είμαι από τις λυρικές τραγουδίστριες που συνδέουν το όνομά τους με έναν ρόλο, δεν σκοπεύω να τραγουδάω μόνο Κάρμεν για το υπόλοιπο της ζωής μου».
Οι επιλογές της Κάρμεν ακόμα και σήμερα μπορεί να ξαφνιάσουν, να προκαλέσουν σχόλια. Τελικά, έχει προχωρήσει ο κόσμος;
Έχουμε εξελιχθεί, αλλά όχι τόσο πολύ. Εξαρτάται από την κουλτούρα και τη χώρα. Όταν είσαι δυναμική, συναντάς ακόμα εμπόδια· το έχω βιώσει και η ίδια. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου ριζοσπαστική φεμινίστρια, αλλά βλέπω ότι το να είσαι χειραφετημένη, να έχεις καριέρα, να βγάζεις χρήματα και να βρίσκεσαι στο προσκήνιο κάνει τους άνδρες να φοβούνται. Όχι όλους, αλλά μερικές φορές είναι σαν να σου λένε ότι υπερβαίνεις τα όρια. Αυτό με εκνευρίζει. Στον κόσμο της όπερας, η έννοια της πριμαντόνα είναι ακόμα σεβαστή, αλλά στη ζωή βλέπω πως μπορεί ακόμα να είναι δύσκολο. Ακόμα και για να βρεις σύντροφο· ας ξεκινήσουμε από αυτό. Πλέον μια γυναίκα μπορεί να σταθεί και χωρίς άνδρα, μπορεί να τα κάνει όλα μόνη της. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το θέλει. Πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τον ρόλο του καθενός στη σημερινή κοινωνία. Και νομίζω ότι μερικές φορές οι άνδρες είναι κάπως χαμένοι μέσα σε αυτή τη νέα συνθήκη και δεν μπορώ να τους κατηγορήσω – οι αλλαγές έγιναν πολύ γρήγορα. Είναι σαν να νιώθουν άχρηστοι… Προφανώς, όμως, δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτούς.
Πώς ασχοληθήκατε με τη μουσική;
Και οι δύο γονείς μου ήταν μουσικοί, ο πατέρας μου μαέστρος και η μητέρα μου βιολονίστρια. Όταν ήμουν παιδί, ο πατέρας μου μόλις ξεκινούσε την καριέρα του και δεν είχαν πολλά χρήματα, οπότε με έπαιρναν μαζί τους στο θέατρο, ακόμη και μέσα στον χώρο της ορχήστρας, γιατί δεν υπήρχε κάποιος να με κρατήσει. Στη συνέχεια ο πατέρας μου έκανε μεγάλη καριέρα και τον ακολουθούσαμε παντού στον κόσμο· είχαμε έρθει μάλιστα και στην Αθήνα όταν ήμουν περίπου δέκα ετών. Ζούσαμε μια κάπως νομαδική ζωή: είχαμε τη βάση μας στη Γαλλία, αλλά πηγαίναμε μαζί του σε κάθε μεγάλη παραγωγή. Η μητέρα μου σταμάτησε το βιολί μετά το τρίτο παιδί – είμαστε τέσσερα αδέλφια. Τελικά, όλοι γίναμε μουσικοί. Παρότι θα μπορούσε να φαίνεται σαν μονόδρομος, στην πραγματικότητα ήταν επιλογή. Δεν μας πίεσαν ποτέ, εμείς το ζητήσαμε. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αδελφή μου, μόλις τριών ετών, αποφάσισε ότι θέλει να παίξει κόρνο! Και επέμενε· στα τέσσερα, στα πέντε, στα έξι, μέχρι που τελικά της έγινε το χατίρι. Ο αδελφός μου ξεκίνησε ως ντράμερ πριν γίνει μαέστρος, ενώ εγώ έπαιζα φλάουτο, γιατί ήθελα να τραγουδήσω, αλλά ήμουν πολύ μικρή για να αρχίσω. Έτσι ο πατέρας μου μου πρότεινε το φλάουτο, για να μάθω να αναπνέω, κάτι που αποδείχθηκε πολύ σημαντικό. Και έπειτα το γύρισα στο τραγούδι: τζαζ, γκόσπελ, χέβι μέταλ.

Tι σας προσφέρουν αυτά τα είδη που δεν βρίσκετε στην όπερα;
Πολλά, κυρίως όμως με προετοίμασαν για την όπερα. Το να τραγουδάς σε γκόσπελ χορωδία σού χαρίζει μια αίσθηση ελευθερίας και άμεσης επικοινωνίας με το κοινό. Μαθαίνεις να ακούς τους άλλους και να αφήνεις χώρο στον αυτοσχεδιασμό, κάτι που καλλιεργεί πολύ τη μουσικότητα και το ένστικτο. Από την άλλη, το μέταλ, με το οποίο ξεκίνησα στα δεκαέξι μου και εξακολουθώ να αγαπώ, είναι η μουσική που ακούω κάθε μέρα. Είναι ενέργεια, επικοινωνία με το κοινό, το να έχεις δυνατή σκηνική παρουσία, να δίνεις τα πάντα, να φωνάζεις και να τραγουδάς, να γράφεις τη δική σου μουσική και ο κόσμος να συμμετέχει σε αυτό. Στην όπερα δεν το βρίσκεις αυτό, όμως και εκεί πρέπει να δίνεις όλη σου την ενέργεια.
Διακρίνετε συγγένειες ανάμεσα στα δύο είδη;
Στον χώρο του μέταλ είναι πολύ συνηθισμένο οι μουσικοί να έχουν κλασική παιδεία· πολλοί έχουν σπουδάσει σε ωδεία πριν στραφούν εκεί. Το μέταλ είναι ένα εξαιρετικά τεχνικό είδος, δεν μπορείς να είσαι μέτριος κιθαρίστας και να το υπηρετήσεις. Η ρυθμική του πολυπλοκότητα θυμίζει ακόμη και τον Στραβίνσκι, ιδιαίτερα σε υποείδη όπως το προγκρέσιβ μέταλ, που είναι πολύ απαιτητικά ακόμη και στον τρόπο που μετράς τα μέτρα. Δεν είναι «θόρυβος», όπως νομίζουν πολλοί, αλλά μια πολύ εξελιγμένη μορφή γραμμένης μουσικής, με σαφείς συγγένειες με την κλασική. Ίσως γι’ αυτό, όταν ανακοίνωσα ότι θα στραφώ στην όπερα, η αντίδραση της μέταλ κοινότητας ήταν ενθουσιώδης. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν συχνά μεγάλη εκτίμηση για την κλασική μουσική, κάτι που βρίσκω πολύ ενδιαφέρον.
Νιώθετε ποτέ την υποχρέωση να «χωρέσετε» στην εικόνα της ντίβας; Παίζετε γκoλφ, τραγουδάτε μέταλ…
Στην αρχή ήμουν πολύ γκοθ, με μακριά μαύρα μαλλιά, δαχτυλίδια, σκισμένα καλσόν και oversized hoodies. Την εποχή, όμως, που ξεκινούσα, κάτι τέτοιο δεν περνούσε, κατάλαβα ότι έπρεπε να αλλάξω. Από την άλλη δεν θέλω να λέω ψέματα ούτε μπορώ να κρύβω ποια είμαι. Προσπάθησα να βρω έναν τρόπο να ενταχθώ, χωρίς να αρνηθώ αυτή την πλευρά μου. Εξακολουθώ να φοράω δαχτυλίδια με νεκροκεφαλές και να έχω τατουάζ, είμαι λίγο πιο ροκ, αλλά αυτό μου δίνει δύναμη γιατί με κάνει κάπως διαφορετική. Πλέον στους μαθητές μου –έχω μια κοπέλα με ξυρισμένο κεφάλι και ένα αγόρι που φοράει κραγιόν– λέω πως δεν υπάρχει πρόβλημα να είστε εμφανισιακά ελεύθεροι, αλλά σε μια οντισιόν πρέπει να είστε κομψοί. Αυτός ο χώρος εξακολουθεί να καθορίζεται από μια παλαιότερη γενιά που περιμένει να δει αυτή την κομψότητα. Δυστυχώς, αυτά είναι τα δεδομένα. Ωστόσο, αρχίζει και εμπλουτίζεται η εικόνα των ανθρώπων της όπερας και με άλλες προσωπικότητες, εξίσου λαμπερές, αλλά πιο ιδιαίτερες, που αποκλίνουν από τον κανόνα. Νομίζω ότι όσο περισσότερο ανοιχτούμε και απομακρυνθούμε από αυτή την κάπως «σκονισμένη» εικόνα, ότι είμαστε μια ελίτ, απρόσιτες ντίβες, τόσο το καλύτερο. Γιατί υπάρχει ένα παράδοξο: από τη μία, ένα μέρος του κοινού θέλει να σε βλέπει σαν μια άπιαστη θεότητα· από την άλλη, υπάρχει κόσμος που φοβάται να έρθει στην όπερα ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο: νιώθει ότι δεν ανήκει, ότι είμαστε «πολύ ψηλά» για εκείνους».
«Ήμουν πολύ γκοθ, με μακριά μαύρα μαλλιά, δαχτυλίδια, σκισμένα καλσόν και oversized hoodies. Την εποχή, όμως, που ξεκινούσα, κάτι τέτοιο δεν περνούσε».
Τελικά, είχε δίκιο ο Τιμοτέ Σαλαμέ ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται πια για την όπερα;
Ξέρετε, αυτό που είπε δεν είναι εντελώς ανακριβές. Το κοινό μας πεθαίνει και η νέα γενιά δεν ενδιαφέρεται για την όπερα ή το μπαλέτο. Και υπάρχουν μικρές ενδείξεις ότι βαδίζουμε προς τον θάνατο – λιγότερα χρήματα, λιγότεροι χορηγοί. Πρέπει να βοηθήσουμε αυτές τις μορφές τέχνης να επιβιώσουν, να θυμίσουμε την αξία τους, να ανανεώσουμε την εικόνα τους. Ο Σαλαμέ έχει δικαίωμα να αισθάνεται έτσι, πολλοί άνθρωποι σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο και είναι καλό να ξέρουμε ότι μας έχουν ξεγράψει ως κάτι παλιακό. Όμως ο τρόπος που το είπε ήταν μειωτικός και βλακώδης, γιατί αυτές οι μορφές τέχνης υπήρχαν εκατοντάδες χρόνια πριν μας απασχολήσει εκείνος. Και θα συνεχίσουν να υπάρχουν, ακόμα και όταν αυτός και βέβαια όλοι εμείς δεν θα είμαστε εδώ.

Από την άλλη, πραγματικά τον ευχαριστούμε γιατί δημιούργησε τεράστιο θόρυβο με αυτή τη δήλωση και έτσι ξύπνησαν πολλοί οργανισμοί και απάντησαν. Οι πωλήσεις αυξήθηκαν σε όλες τις μεγάλες όπερες του κόσμου. Και έπειτα είναι και κάτι άλλο: η πραγματικότητα έδειξε ότι ακόμα έχει σημασία το τι λες δημόσια· ίσως αυτό να του στοίχισε το Όσκαρ. Σκληρό μάθημα, αλλά καλό.
Πώς ήταν η εμπειρία της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων;
Ήταν τρελό αυτό που ζήσαμε. Είχα υπογράψει συμβόλαιο με πολύ αυστηρούς όρους εμπιστευτικότητας και, επειδή όλα γίνονταν σε εξωτερικούς χώρους, δεν μπορούσαμε καν να κάνουμε πρόβες, θα μας έβλεπαν. Οπότε, στην ουσία, δεν ήξερα τι ακριβώς θα συμβεί. Ήξερα μόνο ότι κάποια στιγμή θα βρεθώ πάνω σε αυτό τo πλοίο –στην πραγματικότητα ήταν ένα είδος οχήματος– και ότι θα έχω φλόγες πίσω μου. Το κομμάτι το γράψαμε όλοι μαζί, εξ αποστάσεως, με τον συνθέτη Βίκτορ Λε Μασνέ, τους Gojira κι εμένα. Πήγαινα στο Παρίσι, ηχογραφούσα αποσπάσματα από την Κάρμεν, τα «πείραζα» με τους στίχους του επαναστατικού τραγουδιού, εκείνοι δούλευαν τη μουσική, μου έστελναν πίσω υλικό, εγώ έστελνα πάλι πίσω, μια συνεχής ανταλλαγή. Και το πιο απίστευτο; Συναντηθήκαμε όλοι για πρώτη φορά την παραμονή της τελετής. Κάναμε μια μυστική πρόβα στη Philharmonie de Paris, με ορχήστρα, χορωδία, μαέστρο, το μέταλ συγκρότημα κι εμένα στη μέση – σαν συνάντηση δύο κόσμων. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακό, μετανιώνω που δεν το κατέγραψα. Την επόμενη μέρα, όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Μας έβαλαν στην Κονσιερζερί, έβρεχε και μας ρώτησαν αν θέλουμε να συνεχίσουμε και είπα: «Φυσικά, η καταιγίδα ταιριάζει με το μέταλ». Με ανέβασαν στο πλοίο, ένιωσα τις φλόγες, άκουσα έναν τεράστιο θόρυβο, αλλά δεν έβλεπα σχεδόν τίποτα… Βλέποντας μετά τη μετάδοση όλοι μαζί, καταλάβαμε πώς φαινόταν, δεν είχαμε ιδέα. Και τότε άρχισαν να βομβαρδίζονται τα κινητά μας με μηνύματα από όλο τον κόσμο. Εκεί καταλάβαμε τι είχε γίνει. Και το πιο σουρεαλιστικό; Περίμενα ότι μετά θα γιορτάζαμε, αλλά, λόγω των μέτρων ασφαλείας, πέντε λεπτά μετά το τέλος μάς έβαλαν σε αυτοκίνητο με αστυνομία και μας γύρισαν στο ξενοδοχείο. Και βρέθηκα στη σιωπή, στο δωμάτιό μου, με σαμπάνια. Μόλις είχα ζήσει, ίσως, τη σημαντικότερη στιγμή της καριέρας μου και ήμουν μόνη μου! Τελικά κανονίσαμε να κατεβούμε στο μπαρ του ξενοδοχείου κι έτσι γιορτάσαμε. Ήταν παράξενο αλλά και αστείο!
H πολιτική έχει θέση στην όπερα;
Η όπερα είναι από τη φύση της μια συλλογική τέχνη, όπου άνθρωποι από διαφορετικές χώρες, κουλτούρες και νοοτροπίες συνεργάζονται για να δημιουργήσουν κάτι κοινό. Το ιδανικό είναι η πολιτική να μένει απ’ έξω. Στην πράξη, όμως, η πολιτική επηρεάζει τα πάντα και δεν μπορείς να το αγνοήσεις. Υπάρχουν στιγμές που, λόγω των συνθηκών, δεν έχεις την ελευθερία να κινηθείς όπως θα ήθελες. Βλέπουμε καλλιτέχνες να αποκλείονται λόγω ονόματος ή καταγωγής, ακόμη κι αν έχουν διαγράψει διεθνή πορεία, και έργα όπως του Τσαϊκόφσκι να τίθενται υπό αμφισβήτηση. Για μένα αυτό είναι λάθος, η μουσική δεν πρέπει να γίνεται αντικείμενο αποκλεισμών. Στον νέο μου δίσκο, Beyond, περιλαμβάνονται τραγούδια από διαφορετικές παραδόσεις –ένα παλαιστινιακό, ένα ρωσικό και ένα γίντις–, ακριβώς για να αναδειχθεί η ομορφιά της διαφορετικότητας και όσων μας ενώνουν.
Τα όνειρα μεταφράζονται σε ρόλους;
Όνειρο για μένα ήταν να παίξω στη Σκάλα του Μιλάνου και, παράλληλα, να βρεθώ σε μια μεγάλη μέταλ σκηνή όπως αυτή του Wacken Festival· και κατά κάποιον τρόπο αυτό συνέβη. Από πολύ νωρίς έθετα συγκεκριμένους στόχους, τόσο βραχυπρόθεσμους όσο και πιο μακροπρόθεσμους, όπως για παράδειγμα συνέβη με την Κάρμεν, και τους δούλευα μεθοδικά. Πιστεύω πολύ στη συνέπεια και στη συνοχή, δεν χρειάζεται να λες «ναι» σε όλα, αλλά να χτίζεις μια πορεία που έχει νόημα. Θέλω να εξερευνώ, να γεφυρώνω διαφορετικά είδη, να βλέπω τι μπορώ να μάθω και τι μπορώ να προσφέρω. Με ενδιαφέρει να εμπνεύσω τη νεότερη γενιά ή να δημιουργήσω κάτι δικό μου στο μέλλον, ίσως ένα φεστιβάλ ή έναν χώρο που θα δίνει ευκαιρίες σε άλλους καλλιτέχνες. Δεν με γοητεύουν συγκεκριμένοι ρόλοι. Αν έρθουν, έχει καλώς. Με ενδιαφέρει το τι αφήνεις πίσω σου, αν μπορείς να επηρεάσεις, να ανοίξεις δρόμους. Δεν θέλω να γίνω η Μαρία Κάλλας, να καταλήξω μια μοναχική ντίβα, να πουν κάποτε όλοι «ήταν μια εξαιρετική τραγουδίστρια όπερας». Αγαπώ βαθιά αυτό που κάνω, αλλά δεν είναι αυτό που με ορίζει.

Διάβασα ότι έχετε μεταπτυχιακό στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία. Αυτά πώς προέκυψαν;
Όταν ήμουν μικρότερη, έκανα πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Η μητέρα μου μου είχε πει πως κάνοντας πολλά, δεν αφοσιώνεσαι σε τίποτα. Με πλήγωσε, όμως είχε δίκιο. Πλέον κάνω πράγματα με μέτρο, εξακολουθώ να είμαι ανήσυχη, να θέλω να «απλωθώ» παντού, αλλά δίνω χρόνο στον εαυτό μου, δεν με εξαντλώ, γιατί παλιότερα, κάνοντας πολλά, δούλευα και με εξοντωτικούς ρυθμούς. Η λογοτεχνία και η φιλοσοφία βρίσκονται σε αυτό το πλαίσιο της «περιέργειας», αλλά εξυπηρετούν και έναν πιο πρακτικό σκοπό. Κι αν δεν μπορώ πλέον να τραγουδήσω; Αν κάνω ένα παιδί και σταματήσω; Αυτός ο χώρος είναι ιδιαίτερα απαιτητικός, πρέπει να έχεις ένα plan B, ώστε να μην κάνεις εκπτώσεις.
«Η μητέρα μου μου είχε πει πως κάνοντας πολλά, δεν αφοσιώνεσαι σε τίποτα. Με πλήγωσε, όμως είχε δίκιο. Πλέον κάνω πράγματα με μέτρο».
Έχετε μιλήσει ανοιχτά για την περιπέτεια της υγείας σας. Πώς θυμάστε σήμερα εκείνη την περίοδο;
Διαγνώστηκα με καρκίνο πριν από οκτώ χρόνια, μίλησα αφότου είχα ολοκληρώσει τις θεραπείες, κυρίως για να δώσω δύναμη και ελπίδα σε άλλους και να ενθαρρύνω συναδέλφους να μη φοβούνται. Υπάρχει ακόμη φόβος στον χώρο της όπερας: αν μιλήσεις, θα θεωρηθείς αναξιόπιστος και μπορεί να χάσεις τη δουλειά σου. Κι εγώ τότε δεν είχα πει τίποτα, γιατί έτρεμα ακριβώς αυτό. Όταν τελικά αποφάσισα να το μοιραστώ, ένιωσα πολύ ευάλωτη, αλλά η ανταπόκριση ήταν γεμάτη αγάπη και στήριξη. Πολλοί άνθρωποι, ακόμη και καλλιτέχνες, μου εμπιστεύτηκαν τις δικές τους δύσκολες ιστορίες, κατάλαβα πόσο ανάγκη υπήρχε να ανοίξει αυτή η συζήτηση. Την περίοδο της ασθένειας είχα την υποστήριξη της οικογένειάς μου, αλλά επαγγελματικά ένιωθα πολύ μόνη. Ο μόνος άνθρωπος στον χώρο στον οποίο μίλησα ήταν ο τότε διευθυντής της Όπερας της Λωζάννης, όταν αναγκάστηκα να ακυρώσω μια παραγωγή. Θυμάμαι ότι πήγα στο γραφείο του, έβγαλα την περούκα και του είπα: «Έχω καρκίνο». Με ρώτησε αν μπορούσα να φέρω εις πέρας τον ρόλο που είχα αναλάβει. Δεν μπορούσα ούτε να αναπνεύσω, ο όγκος ήταν στον θώρακα. Η απάντησή του ήταν: «Ας δούμε τότε τι θα κάνουμε του χρόνου». Αυτή η φράση ήταν ό,τι πιο ενθαρρυντικό μού είχε πει κανείς, του είμαι πάντα ευγνώμων.
Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος – Εθνική Λυρική Σκηνή, λεωφόρος Συγγρού 364, Καλλιθέα, nationalopera.gr
Παραστάσεις: Γκαέλ Αρκέζ (30/4, 3/5, 5/5, 7/5, 14/5)
Ανίτα Ρατσβελισβίλι (2/5, 17/5, 24/5)
Μαρίνα Βιότι (26/5, 28/5, 4/6)

