«Θέλεις να ξεκινήσουμε από τη “μαύρη Αθηνά”;» ρωτάω τον Ρενέ Χαμπερμάχερ όταν τον συναντώ. Η αφορμή του ραντεβού μας, πάντως, δεν είναι αυτή. Βρισκόμαστε στη γειτονιά του, την Άνω Κυψέλη, και ετοιμαζόμαστε να συζητήσουμε για τη σχέση του με το interior design και τα επερχόμενα καλλιτεχνικά του πρότζεκτ, όμως στο μυαλό μου έχω εκείνη τη διάσημη φωτογραφία που τράβηξε πριν από 22 χρόνια με τη Ναόμι Κάμπελ, ως άλλη Αθηνά, στον βράχο της Ακρόπολης. H τότε ελληνική Vogue τού είχε ζητήσει να φωτογραφίσει, για ένα συλλεκτικό τεύχος αφιερωμένο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, το διάσημο μοντέλο, το οποίο μάλιστα θα συμμετείχε και στις τελετές μεταφοράς της Ολυμπιακής φλόγας. «Ήταν η πρώτη μου δουλειά ως φωτογράφου μόδας. Την εποχή εκείνη ήταν εντελώς αντισυμβατικό να φωτογραφίσεις μια μαύρη γυναίκα σε μια καθαρά λευκή αφήγηση. Αυτή ήταν και η αρχή μιας πολύ συγκεκριμένης διαδρομής που ακολούθησα στη συνέχεια, μάλλον ενστικτωδώς».

Αν έπρεπε κάπως να προσδιοριστεί, θα έλεγε πως είναι ένας αφηγητής ιστοριών. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελβετία, έζησε για χρόνια στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη και στο Άμστερνταμ, ώσπου ο τότε σύντροφός του –ελληνικής καταγωγής– του πρότεινε να πάνε για κάποιους μήνες στη Θεσσαλονίκη. «Το ενδιαφέρον μου για την αρχαιότητα και την ιστορία ήταν ανέκαθεν πολύ ισχυρό, αλλά δεν ήμουν πολύ καλός μαθητής, οπότε εγκατέλειψα γρήγορα το όνειρο της αρχαιολογίας. Όταν έφτασα εδώ, άρχισα να διαβάζω όλο και περισσότερο για την ιστορία της χώρας, αλλά περισσότερο απ’ όλα ήθελα να καταλάβω ποια είναι η σύγχρονη Ελλάδα». Τον ρωτάω αν έχει καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα και μου απαντά πως «είναι περίπλοκο». Όταν κατηφόρισε στην Αθήνα, βρήκε ένα διαμέρισμα περίπου 300 τετραγωνικών κάπου στου Ψυρρή και κυκλοφορούσε στην πόλη με τα ρόλερ δεμένα σφιχτά στα πόδια του. Τα χρόνια της κρίσης τα πέρασε κυρίως στο Παρίσι και το 2017 αγόρασε αυτό το δώμα στην Άνω Κυψέλη μαζί με τον σύντροφό του Αντουάν Ασεράφ, σκηνοθέτη κινηματογράφου και μόδας. «Εδώ βρίσκω όλα όσα μου αρέσουν στην Αθήνα, περισσότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή του κέντρου. Έχει μια αίσθηση γειτονιάς αλλά και έναν αέρα παλιάς Αθήνας, ενός ένδοξου παρελθόντος και μιας υπόνοιας μοντερνισμού. Δες όλα αυτά τα κτίρια και τις υπέροχες εισόδους τριγύρω», μου λέει.

Η ιστορία της φανταστικής θείας
Εκμεταλλευόμενοι την ικανότητά τους στις αφηγήσεις (μια ικανότητα που πρόσφατα τους εξασφάλισε και ένα συμβόλαιο με το HBO), ο Ρενέ και ο Αντουάν φαντάστηκαν ότι κληρονόμησαν αυτό το σπίτι από μια μακρινή τους θεία, η οποία έφτασε στην Ελλάδα το ’70. «Ας υποθέσουμε πως ήταν μια κοσμοπολίτισσα γυναίκα, ήδη εκτεθειμένη στην ιδέα του μοντερνισμού, η οποία έφερε μαζί της στην Ελλάδα όλες τις ιστορίες και τις αναφορές της, όπως τις κουβαλήσαμε κι εμείς», περιγράφει, σημειώνοντας πως και η καταγωγή του Αντουάν (Γάλλος με ρίζες από την Αλγερία και την Πολωνία) έπαιξε μεγάλο ρόλο στη δόμηση της ιστορίας. «Άλλωστε, η μητέρα του υπήρξε η πρώτη γυναίκα που οδήγησε αυτοκίνητο στο Μαρόκο, οπότε κατά κάποιον τρόπο αυτή είναι η θεία της ιστορίας μας».

«Έχει μια αίσθηση γειτονιάς αλλά και έναν αέρα παλιάς Αθήνας, ενός ένδοξου παρελθόντος και μιας υπόνοιας μοντερνισμού», λέει ο Ρενέ Χαμπερμάχερ για την Άνω Κυψέλη.
Αναρωτιέμαι πώς αυτή η ιδέα αποτυπώθηκε στον σχεδιασμό και στην ανακαίνιση του διαμερίσματος. «Το μόνο πράγμα που κρατήσαμε είναι ο μαρμάρινος νεροχύτης και το ταβάνι. Όλα τα άλλα είναι καινούργια, ακόμη και το μωσαϊκό, αλλά προσπαθήσαμε να τα κάνουμε με τέτοιον τρόπο ώστε να φαίνονται σαν να υπήρχαν από πάντα εκεί». Σε αυτό το σημείο της ιστορίας προστίθεται και ο τρίτος της παρέας, ο Νίκος Υφαντής, συνεργάτης επί χρόνια του Ρενέ και γνωστός καλλιτεχνικός διευθυντής (περιοδικά, εσωτερικοί χώροι, μόδα). «Με τον Νίκο μοιραζόμαστε μια πολύ κοινή καλλιτεχνική προσέγγιση, οπότε ήταν εκείνος που μας βοήθησε να καταλήξουμε πώς θέλαμε να είναι το διαμέρισμα. Έτσι βρήκαμε δύο τεχνίτες, περίπου 85 ετών, οι οποίοι ήξεραν να φτιάχνουν μωσαϊκά. Ήταν μια αστεία εμπειρία. Εκείνοι ανακάτευαν το τσιμέντο και εμείς παίζαμε με τα χρώματα και τους συνδυασμούς στις πέτρες».

Ελληνικά συναισθήματα
Χρειάστηκε να προβούν σε αναδιατάξεις, ακόμη και στην κατεδάφιση μερικών τοίχων, προκειμένου να φτιάξουν ένα «αθηναϊκό διαμέρισμα, με τα θετικά του και τα αρνητικά του», όπως ο ίδιος συνοψίζει. Τον ρωτάω ποια είναι αυτά τα αρνητικά και εκείνος μου αναφέρει την άναρχη δόμηση της πόλης, η οποία ωστόσο με έναν παράδοξο τρόπο μοιάζει αρμονική. «Πρόκειται για έναν συνδυασμό ετερόκλητων στοιχείων, που τον συναντάς σε κάθε γωνιά της Αθήνας. Για παράδειγμα, η κουζίνα μας ήταν αρκετά μικρή, κάτι που με ενοχλούσε, οπότε δημιουργήσαμε μια δεύτερη στη βεράντα, η οποία σου δίνει την αίσθηση πως βρίσκεσαι σε κάποιο χωριό. Κάτι που ούτως ή άλλως συνέβη στην πόλη, αν το καλοσκεφτείς, με όλους τους ανθρώπους που έφτασαν εδώ φέρνοντας κομμάτια των χωριών τους. Μπορεί να μην είμαι Έλληνας, αλλά το καταλαβαίνω». Του αναφέρω πως σε μια παρουσίασή του στο διαδίκτυο γράφει πως νιώθει Έλληνας στην ψυχή. Γελάει. Μου εξηγεί πως, όταν νευριάζει ή νιώθει κάποιο έντονο συναίσθημα, αυτόματα αντιδρά στα ελληνικά.

Η μετανάστευση, ο εξευγενισμός και το άνοιγμα στον κόσμο έχουν δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια μια νέα πραγματικότητα στην πόλη.

«Κάτι που εκτιμώ πολύ στην Αθήνα είναι αυτή η αίσθηση κοινότητας όσον αφορά την τέχνη, την οποία δεν συναντάς αλλού. Όταν χρειάζεσαι κάτι, οι άνθρωποι είναι πάντα πρόθυμοι να σε βοηθήσουν. Είναι σαν ένας συνεχής διάλογος, κι αυτό ήθελα περισσότερο από όλα να αποτυπώσω με το να γίνω και εγώ μέρος του». Η συζήτηση, αναπόφευκτα, επιστρέφει στο διαμέρισμα και στο νέο brand interior design αντικειμένων που ετοιμάζει μαζί με τον Νίκο. «Αυτή η ιδέα της νέας Αθήνας υπάρχει στη μουσική, στη μόδα και στις τέχνες γενικά, αλλά όχι στο ντιζάιν, και αυτό είναι κάτι που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Χρειάστηκε να φέρουμε πολλά πράγματα από το εξωτερικό για να διακοσμήσουμε το σπίτι και δεν συζητάω καν πόσο δύσκολο ήταν να βρούμε έναν καλό τεχνίτη ή ξυλουργό. Οπότε προσπαθήσαμε να βρούμε ανθρώπους που συνεχίζουν και επαναπροσδιορίζουν αυτές τις παραδόσεις, μιλώντας παράλληλα για τις δικές τους ιστορίες».

Μια μικρή γκαλερί
Η μετανάστευση, ο εξευγενισμός και το άνοιγμα στον κόσμο έχουν δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια μια νέα πραγματικότητα στην πόλη. Και όμως, όλες αυτές οι ιστορίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστες. Αυτές προκάλεσαν στο παρελθόν το βασικό ενδιαφέρον τόσων και τόσων καλλιτεχνών, όπως παραδείγματος χάριν και του Ηλία Πετρόπουλου, τον οποίο ο Ρενέ αναφέρει συχνά στη συζήτησή μας. Αυτές αναζητά τώρα και ο ίδιος. Μου μιλάει για τη σχέση του με τον Μπάμπη (Χαράλαμπο Γκούμα), ο οποίος δημιουργεί νεοκλασικού τύπου γλυπτά από τερακότα. «Αν τον δεις, μοιάζει με τον Δία. Μεγάλωσε στο Αιγάλεω κι εκεί διατηρεί ακόμη το στούντιό του. Αν περάσεις από εκεί, θα σε βάλει αναγκαστικά να πιεις μια ρακή και θα αρχίσει να σου εξιστορεί όλα όσα έχει δει μες στα χρόνια να συμβαίνουν στη γειτονιά του και στην Αθήνα». Γενιές, κουλτούρες, ιστορίες και παραδόσεις που βράζουν μαζί στο καζάνι της πόλης.

«Είπαμε να δημιουργήσουμε μια σειρά αντικειμένων με τη συνεργασία Ελλήνων καλλιτεχνών, ώστε ο καθένας να μπορεί να έχει ένα κομμάτι της πόλης στο σπίτι του», λέει ο Νίκος Υφαντής.

Για τον Νίκο, η συνεργασία τους αποτελεί φυσική εξέλιξη της σχέσης τους. «Συνεργαζόμαστε εδώ και πάρα πολλά χρόνια και υπάρχει ένας αλληλοσεβασμός που μας επιτρέπει συνεχώς να εξελισσόμαστε. Θαυμάζω πολύ τον Ρενέ και δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι πιο όμορφο από το να θαυμάζεις τους ανθρώπους γύρω σου», μου λέει τρυφερά. Όσον αφορά τη δική του σχέση με το ντιζάιν, ο ίδιος εργάζεται χρόνια ως set designer, καλλιτεχνικός διευθυντής σε περιοδικά και σχεδιαστής special interiors, με το κάθε κομμάτι να συμπληρώνει το άλλο. «Πάντα με ενδιέφερε το ντιζάιν και το να φτιάχνω πράγματα. Κάποια στιγμή είπα στον Ρενέ πως θα ήθελα να ασχοληθώ με κάτι που θα μου έφερνε γαλήνη. Έτσι, είπαμε να δημιουργήσουμε μια σειρά αντικειμένων με τη συνεργασία Ελλήνων καλλιτεχνών, ώστε ο καθένας να μπορεί να έχει ένα κομμάτι της πόλης στο σπίτι του. Η μυθολογία και η αγάπη μας για την Αθήνα υπήρξαν μάλλον ο βασικός άξονας αυτού του εγχειρήματος. Ουσιαστικά θέλουμε να απευθυνθούμε σε τουρίστες, νέους Αθηναίουςκαι συλλέκτες, αλλά περισσότερο απ’ όλα επιδιώκουμε μέσα από αυτό το πρότζεκτ να αφηγηθούμε ιστορίες», καταλήγει. Το σπίτι μοιάζει όντως με μικρή γκαλερί ετερόκλητων στοιχείων: Ένα στρατιωτικό κρεβάτι από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λειτουργεί ως ράντζο στη βεράντα. Ένα από τα πρώτα σχέδια σταυρού του Κριστιάν Λακρουά στέκει στη βιβλιοθήκη δίπλα στην πρώτη έκδοση των Καλιαρντών. Ένα λιβανιστήρι σε σχήμα πέους, μια ταπισερί με έμπνευση από την Ασία και άπειρα μικρά και μεγάλα κεραμικά. Στη βεράντα παρατηρώ μερικά μαξιλάρια τα οποία, όπως μαθαίνω αργότερα, βρήκε ο Νίκος σε ένα ελληνικό εργοστάσιο που έκλεισε τη δεκαετία του ’60. «Η βασική ιδέα είναι δύο πράγματα που καταλήγουν σε ένα. Κι αυτή η διαδικασία με τη σειρά της δημιουργεί μια νέα ιστορία», μου λέει στα κλεφτά κάποια στιγμή ο Νίκος. Καθώς φεύγω, συνειδητοποιώ πως η ανατολική πλευρά του σπιτιού βλέπει στην οδό Φαέθοντος. Να που, τελικά, αυτή είναι όντως μια ιστορία για τη μυθολογία της πόλης, σκέφτομαι και τους στέλνω σε μήνυμα τον μύθο του νεαρού Φαέθοντα, γιου του Ήλιου, και του συντρόφου του Κύκνου.

