«Μην ψάχνετε κάποιο νόημα σε αυτό που κάνω. Δεν με ενδιαφέρει να μετατραπούν τα έργα μου σε ένα είδος κηρύγματος για το τι είναι καλό ή κακό στην αρχιτεκτονική». Αν υπάρχει ξεκάθαρο credo για τη φιλοσοφία που διέπει τις δημιουργίες του 60χρονου Χιλιανού αρχιτέκτονα Σμίλιαν Ράντιτς Κλαρκ, τότε δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό: το αίνιγμα, η μεταφορά και η ιδέα της «ευθραυστότητας» δεν είναι σχήματα λόγου στη δική του περίπτωση, αλλά αποφάσεις που λαμβάνει κάθε φορά που διαμορφώνει ένα έργο. Ο φετινός νικητής του περίφημου βραβείου Pritzker (το σημαντικότερο στον χώρο της αρχιτεκτονικής) βιώνει την ξαφνική αναγνώρισή του σε παγκόσμια κλίμακα με έκπληξη, αλλά και στωικότητα. Από το ησυχαστήριό του στο Σαντιάγο της Χιλής, αρνείται πεισματικά να μπει στον αλλόκοτο κόσμο των σόσιαλ μίντια («Δεν θα μου προσφέρουν κάτι στη δουλειά μου. Δεν συνιστούν μορφή επικοινωνίας που εγώ επιδιώκω», εξήγησε στον αρχιτεκτονικό ιστότοπο Dazeen), ενώ το γραφείο του δεν διαθέτει ιστοσελίδα! Έχει προσωπικό μέιλ, πάντως, το οποίο χειρίζεται ο ίδιος, όπως διαπιστώσαμε όταν αποδέχτηκε το αίτημα που του στείλαμε γι αυτή τη συνέντευξη.

Του λέω εξαρχής πως τα έργα του δίνουν την αίσθηση της ανοιχτότητας, λες και σε οδηγούν να συνομιλήσεις μαζί τους δίχως να λαμβάνεις «απόλυτες» απαντήσεις. Το παραδέχεται! «Αν δίνουν αυτό το συναίσθημα τα έργα μου, νομίζω ότι είναι κάτι απίστευτο και πολύ θετικό· ωστόσο δεν προκύπτει από κάποια συγκεκριμένη πρόθεση, γιατί αυτό θα τα έκανε να φαίνονται επιτηδευμένα. Στην πραγματικότητα, οι τρόποι δημιουργίας, κατασκευής ή σχεδιασμού διαμορφώνονται από τη δική τους εσωτερική λογική. Αντίθετα, όταν αυτοί οι τρόποι επιβάλλονται, εμφανίζεται μια ανεπιθύμητη τεχνητότητα, κάτι που πρέπει να αποφεύγεται. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πράξη της δημιουργίας απολιθώνεται».
Διαρκώς σε κίνηση
Η ζωή του Σμίλιαν Ράντιτς Κλαρκ μοιάζει εν πολλοίς με την αρχιτεκτονική του (τούτο μπορεί να διαβαστεί και αντίστροφα). Τίποτα το γραμμικό και ακίνητο δεν υπάρχει στο βιογραφικό του από τη στιγμή που γεννήθηκε, στις 21 Ιουνίου του 1965, στο Σαντιάγο. Οι γονείς του ήταν μετανάστες, με τους παππούδες του από την πλευρά του πατέρα του να κατάγονται από το Μπρατς της Κροατίας και εκείνους της μητέρας του από το Ηνωμένο Βασίλειο. Μεγάλωσε καλλιεργώντας την αντίληψη ότι η ζωή δεν είναι κάτι που απλώς συναρμολογείται ή κληρονομείται και η σταδιακή συγκρότηση του νοήματος της ζωής αποτέλεσε γι’ αυτόν τη μόνη σταθερά του βίου του. Ακόμα και η πορεία του προς την αρχιτεκτονική δεν ήταν αποτέλεσμα μιας ξαφνικής επιφοίτησης. Η ιδέα γεννήθηκε έπειτα από μια σειρά εμπειριών, αμφιβολιών, αλλά και αποτυχιών.

Πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας σχεδιάζοντας και ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την αρχιτεκτονική στην ηλικία των δεκατεσσάρων, όταν ένας καθηγητής τέχνης τού ανέθεσε να σχεδιάσει ένα κτίριο ως άσκηση. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Pontificia Universidad Católica της Χιλής, αλλά απέτυχε στην πρώτη του προσπάθεια στις τελικές εξετάσεις, αποφοιτώντας τελικά το 1989. Αυτή η δυσκολία αποδείχθηκε καθοριστική, ωθώντας τον να σπουδάσει Ιστορία στο Istituto Universitario di Architettura της Βενετίας και να ανοίξει τον ορίζοντα της σκέψης του μέσω συνεχόμενων ταξιδιών σε διάφορες χώρες. Ο ίδιος, δε, θεωρεί ότι αυτά τα ταξίδια ήταν το πιο ουσιαστικό «μάθημα» στην εκπαίδευσή του. «Στη Βενετία των αρχών της δεκαετίας του 1990 ξεκίνησε ουσιαστικά το πραγματικό μου ενδιαφέρον για την αρχιτεκτονική», είπε στους New York Times.
Τα όρια της αβεβαιότητας
Ως κλασική αντισυμβατική περσόνα, δεν ακολούθησε τις κυρίαρχες αρχιτεκτονικές δομές. Η φιλοσοφία, οι τέχνες και οι αναφορές σε μυθολογικά και λογοτεχνικά στοιχεία ενσωματώθηκαν τόσο στη φαντασία του όσο και στα έργα του. «Οι ιδέες κατοικούν μέσα στα πράγματα. Πάντα προσπαθούσα να δημιουργώ περιβάλλοντα όπου άλλοι θα μπορούσαν να ανακαλύψουν αναδυόμενες ιδέες», είπε στον επίσημο ιστότοπο του Pritzker.

Άλλωστε, σύμφωνα με το σκεπτικό της επιτροπής του βραβείου, ο Ράντιτς «απορρίπτει την ιδέα μιας αρχιτεκτονικής γλώσσας που επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, κάθε έργο του προσεγγίζεται ως μια μοναδική διερεύνηση, που ξεκινά από τις βασικές αρχές και αντλεί από μια μη γραμμική ιστορική συνέχεια. Το πλαίσιο, η χρήση και η ανθρωπολογική επίγνωση έχουν προτεραιότητα. Ο τόπος δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως φυσική συνθήκη, αλλά και ως σημείο σύγκλισης ιστορίας, κοινωνικών πρακτικών και πολιτικών συνθηκών».
«Οι ιδέες κατοικούν μέσα στα πράγματα. Πάντα προσπαθούσα να δημιουργώ περιβάλλοντα όπου άλλοι θα μπορούσαν να ανακαλύψουν αναδυόμενες ιδέες».
Η αλήθεια είναι πως η πρώτη εντύπωση που αποκομίζεις από τις κατασκευές του είναι ότι πρόκειται για έργα τέχνης, δίχως αυτό να σημαίνει πως χάνουν το αρχιτεκτονικό τους στίγμα. Όταν του το λέω, απαντάει ως εξής: «Ορισμένες μορφές τέχνης λειτουργούν μέσα σε συγκεκριμένα όρια αβεβαιότητας, όπως έλεγε ο αρχιτέκτονας Αντρέα Μπράτζι. Η τοποθέτηση ενός κτιρίου μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο αβεβαιότητας, ώστε να ανοίγει τον δρόμο για μια πιο ασταθή, λοξή, λιγότερο προβλέψιμη ανάγνωση της πραγματικότητας, είναι κάτι που με ενδιαφέρει να διερευνώ μέσα από την αρχιτεκτονική, όταν αυτό είναι εφικτό, και όχι έξω από αυτήν».

Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων γνώρισε τη γλύπτρια Μαρσέλα Κορέα, η οποία αργότερα έγινε σύζυγός του. Ίδρυσε ένα γραφείο με το όνομά του το 1995 στο Σαντιάγο, το οποίο παραμένει σκόπιμα μικρής κλίμακας. Μαζί με την Κορέα σχεδίασαν το 1997 το πρώτο της σπίτι, το Casa Chica, ένα κτίσμα 24 τ.μ., το οποίο κατασκεύασαν με τα χέρια τους στις Άνδεις. Αν και συνεργάζονται κατά διαστήματα, διατηρούν έναν συνεχή, καθημερινό «ζωντανό διάλογο» ιδεών που εξελίσσεται μέσα στον χρόνο. Οι προσωπικές συνθήκες και η συνεχής αναζήτηση οδήγησαν τον Ράντιτς να επανεξετάσει την έννοια του «έγκλειστου χώρου» ως συνθήκη αντίστασης, φροντίδας και ήσυχης ανθεκτικότητας.
Η κλιματική κρίση
Τον ρωτάω για την κλιματική κρίση και αν αυτός ο αρνητικός παράγοντας οφείλει να μπαίνει στην «εξίσωση» της αρχιτεκτονικής δημιουργίας, και η απάντησή του δεν επιδέχεται παρερμηνειών: «“Όταν ο ουρανός διαλύεται, η γη τρίζει”, λέει μια παροιμία. Πρέπει να επανεξετάσουμε τη σχέση μας με τη φύση και με τη διαταρακτική πραγματικότητα που μας επιβάλλεται, ως αποτέλεσμα της ίδιας της ανθρώπινης δραστηριότητας. Με ενδιαφέρει να εντάσσω αυτά τα ζητήματα στην αρχιτεκτονική όταν έχουν τη δύναμη να την αναγεννούν, όταν μπορούν να μετασχηματίζουν διαδικασίες και να γεννούν διαφορετικές πραγματικότητες. Μέσα στο πεδίο της αρχιτεκτονικής μπορεί να μοιάζουν άσχετα, παρότι παραμένουν κρίσιμα για τον κόσμο. Υπό αυτή την έννοια, πρέπει να αποτελούν αναγκαίες παραμέτρους και όχι απλώς παρηγορητικές αναφορές».

Με τα χρόνια, αυτά τα ενδιαφέροντα επεκτάθηκαν σε διαφορετικές κλίμακες και τυπολογίες: από δημόσια και πολιτιστικά ιδρύματα έως εμπορικά κτίρια, ιδιωτικές κατοικίες και προσωρινές κατασκευές. Μαζί με την Κορέα δημιούργησαν το έργο The Boy Hidden in a Fish (Βενετία, Ιταλία, 2010), μια εγκατάσταση από γρανίτη και κέδρο για την είσοδο της 12ης Διεθνούς Έκθεσης Αρχιτεκτονικής της Μπιενάλε της Βενετίας, το οποίο «στεγάζει» ανθρώπινες μορφές μέσα στη μάζα, αναδεικνύοντας την έμφασή του στη σωματική και συναισθηματική εμπειρία. Επιλέχθηκε επίσης για τον σχεδιασμό του 14ου Serpentine Pavilion (Λονδίνο, 2014), ένα ημιδιαφανές κέλυφος από υαλοΐνες που στηρίζεται πάνω σε φέρουσες πέτρες, δημιουργώντας ένα προσωρινό καταφύγιο που δεν είναι ούτε πλήρως κλειστό ούτε εντελώς ανοιχτό. Τα έργα του υποδηλώνουν μια αρχιτεκτονική που παραμένει ευαίσθητη στη συναισθηματική παρουσία και στη σιωπηλή «νοημοσύνη» της κατασκευής.
Το 2017, ο Ράντιτς ίδρυσε το Fundación de Arquitectura Frágil, το οποίο στεγάζεται στο στούντιό του στο Σαντιάγο, με στόχο την υποστήριξη της πειραματικής αρχιτεκτονικής που αμφισβητεί τα όρια του κλάδου. Μέσα από εκθέσεις, εργαστήρια και συλλογική διερεύνηση, το ίδρυμα αντικατοπτρίζει την πεποίθησή του ότι η αρχιτεκτονική είναι μια συλλογική και διαρκώς εξελισσόμενη πρακτική.
Μικρή και μεγάλη κλίμακα
Το όραμά του για την αρχιτεκτονική, όπως και το έργο του, είναι συμπυκνωμένο, υπομονετικό και έντονα επιμελημένο. Αν και χαίρει μεγάλης εκτίμησης στους αρχιτεκτονικούς κύκλους, ο Ράντιτς δεν έχει υλοποιήσει πολλά μεγάλα πολιτιστικά κτίρια υψηλού προφίλ, όπως άλλοι βραβευμένοι με Pritzker. Μεγάλο μέρος του πειραματισμού του έχει πραγματοποιηθεί σε έργα κατοικίας, όπως το Piedra Roja. «Πέρασα τα τελευταία 30 χρόνια δουλεύοντας σε ένα μικρό γραφείο, προσπαθώντας να κάνω το καλύτερο δυνατό υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Η αρχιτεκτονική ήταν πάντα μια εμμονή», συμπλήρωσε στο Dazeen.

Επιμένοντας στην έννοια της μικρής κλίμακας, του επισημαίνω πως στη δική του περίπτωση δείχνει να είναι μια καταστατική απόφαση. Σαν να πιστεύει πως οι μικρές πράξεις μπορούν να φέρουν αλλαγές που οι μεγάλες μόνο ευαγγελίζονται, αλλά σπάνια τις ολοκληρώνουν. «Πιστεύω ότι υπάρχει ένα είδος παγκόσμιας ανησυχίας, αρκετά κατανοητής, που μας οδηγεί να ερμηνεύουμε την πραγματικότητα σε μεγάλη κλίμακα και να αναζητούμε παγκόσμιες λύσεις στα προβλήματα στα οποία έχουμε εμπλακεί. Ωστόσο, το να σκεφτόμαστε μόνο σε αυτή την κλίμακα δημιουργεί ένα είδος φαινομένου placebo: την αναμονή μιας οριστικής λύσης που δεν έρχεται ποτέ, γεγονός που μας οδηγεί, εν μέρει, στο να παραμελούμε το άμεσο περιβάλλον μας. Αυτό το περιβάλλον είναι ταυτόχρονα το πιο ενδιαφέρον και το πιο απαιτητικό για να ασχοληθεί κανείς μαζί του, ακριβώς επειδή είναι λιγότερο αφηρημένο και λιγότερο στατιστικό· τελικά είναι το μόνο μέσα στο οποίο μπορούμε πραγματικά να ζήσουμε. Μέσα σε αυτό εργάζομαι, προσπαθώντας να αλλάξω, όσο πιο θετικά γίνεται, τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται».
Βαθιά προσωπική κοσμοθεωρία
Από τη δεκαετία του 1990 ανέπτυξε μια σειρά αρχιτεκτονικών προτάσεων που υπογράμμιζε την ευθραυστότητα της χώρας του. «Ήταν κατασκευές από υλικά του άμεσου περιβάλλοντός τους, που εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν χωρίς να αφήνουν ίχνος ή να αλλοιώνουν τον τόπο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ήταν αυτοσχέδιες κατασκευές ενός μόνο ατόμου, που ενσάρκωναν μια βαθιά προσωπική κοσμοθεωρία».

Η δέσμευσή του στο δομημένο περιβάλλον της Χιλής αποτυπώνεται σε έργα όπως το Teatro Regional del Biobío, αλλά και σε πρόσφατα προσωρινά περίπτερα για την Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της χώρας του. Θα ήθελε, λέει, η διάκρισή του να στρέψει την προσοχή στην κατάσταση των πόλεων της Χιλής. «Ελπίζω αυτή η αναγνώριση να ενθαρρύνει τα δημόσια ιδρύματα να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στις πόλεις μας, που σε πολλές περιπτώσεις έχουν αφεθεί στην τύχη τους. Στη χώρα μου είναι καλύτερα να κάνεις κάτι με ακατέργαστο τρόπο, χρησιμοποιώντας τα χέρια σου, παρά να προσπαθήσεις να το κάνεις να δείχνει τέλειο», σχολίασε χαρακτηριστικά στο Archinect.
Ο Ράντιτς παραμένει ρεαλιστής όταν σκέφτεται το μέλλον, ιδιαίτερα το μέλλον της αρχιτεκτονικής, που συχνά καθορίζεται από τις επιθυμίες και τις επιλογές των πελατών, ακόμα και για έναν βραβευμένο με Pritzker. «Δεν ξέρω», απάντησε όταν τον ρώτησα για τα επόμενα σχέδιά του. «Στην αρχιτεκτονική δεν μπορείς να δημιουργήσεις μόνος σου τις ευκαιρίες. Οι πελάτες και οι διαγωνισμοί διαμορφώνουν μια άνιση συνθήκη για τον αρχιτέκτονα και πρέπει να παίρνεις γρήγορα αποφάσεις, προσπαθώντας να πειραματιστείς όσο το δυνατόν περισσότερο». Το βέβαιο είναι ότι το βραβείο Pritzker θα του δώσει το δικαίωμα για περισσότερους πειραματισμούς, αφαιρώντας κάπως από πάνω του το άγχος της εμπορικότητας.
Ο Ράντιτς μέσα από τα έργα του
Serpentine Gallery Pavilion (Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο, 2014) Ίσως το πιο αναγνωρισμένο έργο του διεθνώς. Πρόκειται για προσωρινό περίπτερο από υαλοβάμβακα. Μοιάζει με αρχαίο ερείπιο ή με διαστημική κάψουλα.

Teatro Regional del Biobío (Κονσεπσιόν, Χιλή, 2018) Βρίσκεται κατά μήκος του ποταμού Μπιόμπιο. Το κοκκινωπό πολυανθρακικό περίβλημα του κτιρίου το κάνει να λάμπει τη νύχτα σαν φανάρι.
Mestizo Restaurant (Σαντιάγο, Χιλή, 2006) Για να φτιαχτεί, χρησιμοποιήθηκαν τεράστιοι ογκόλιθοι που βρέθηκαν στην περιοχή. Το ρουστίκ συναντάει τη μοντέρνα έκφραση.
House for the Poem of the Right Angle (Βίλτσες, Χιλή, 2010-2012) Θεωρείται το οικιστικό του αριστούργημα. Πρόκειται για ένα πειραματικό οίκημα που είναι εμπνευσμένο από το Poème de l’angle droit του Λε Κορμπιζιέ.
Pite House (Παπούδο, Χιλή, 2005) Το συγκεκριμένο οίκημα δημιουργεί μια «τεχνητή επέκταση» στην ακτογραμμή του Παπούδο. Είναι φτιαγμένο από σκυρόδερμα, πέτρα και ξύλο και «ακουμπάει» απευθείας στη βραχώδη πλαγιά.
NAVE Performing Arts Center (Σαντιάγο, Χιλή, 2015) Έργο ανακαίνισης σε ιστορικό κτίριο που είχε υποστεί ζημιές από σεισμό και απέκτησε νέα, σύγχρονη και λειτουργική ζωή.
London Sky Bubble (Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο, 2021) Ένας διάφανος (σαν φυσαλίδα) θόλος που φτιάχτηκε αποκλειστικά για μια επίδειξη μόδας του Αλεξάντερ ΜακΚουίν. Μια ελαφριά και άκρως πειραματική κατασκευή.

