Στις αρχές του 1919, και έχοντας «πλήρη συνείδηση της κοινωνικής ευθύνης του αρχιτέκτονα» ως απόρροια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γερμανός Βάλτερ Γκρόπιους έστειλε μια επιστολή στον βαρόνο Φον Φριτς, προτείνοντάς του να συγχωνευτεί η Ανώτατη Σχολή Πλαστικών Τεχνών της Βαϊμάρης με τη Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων της πόλης σε ένα ενιαίο σύνολο. Υπέβαλε, μάλιστα, έναν λεπτομερή προϋπολογισμό για το νέο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Η πρότασή του έγινε δεκτή και έτσι τον Απρίλιο του ίδιου έτους διορίστηκε διευθυντής του Bauhaus, μιας από τις πιο επιδραστικές σχολές του 20ού αιώνα για την αρχιτεκτονική, το ντιζάιν και τις τέχνες.

Η επιλογή της Βαϊμάρης δεν ήταν τυχαία. Ο οραματιστής αρχιτέκτονας εγκατέλειψε το Βερολίνο και μετέβη στην «Αθήνα της Γερμανίας», όπως τιμητικά την αποκαλούσαν, καθώς ήταν μια πόλη με μεγάλη πνευματική και πολιτιστική ακμή κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, ένας τόπος που συνδέθηκε με μορφές όπως ο Γκαίτε και ο Σίλερ, o Μπαχ, ο Λιστ αλλά και ο Νίτσε. Το 1919 συντάχθηκε εκεί και το νέο γερμανικό σύνταγμα που θεμελίωνε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Σε αυτό, λοιπόν, το μέρος ο Γκρόπιους αποφάσισε να τα βάλει με μια «επίμονη και παλιά παράδοση» και να οικοδομήσει το μέλλον, αποδεσμεύοντας τις τέχνες «από την απομόνωση στην οποία βρισκόταν η καθεμία», όπως έλεγε χαρακτηριστικά.

Ανακοίνωσε την κατάργηση της διαίρεσης των τεχνών σε εφαρμοσμένες και καλές και διακήρυξε πως στη σχολή του δεν υπάρχουν μαθητές και δάσκαλοι, αλλά «μια κοινότητα εργασίας» στην οποία θα απασχολούνται αρχιτεχνίτες και μαθητευόμενοι. Το περιττό, το στολίδι δεν είχε θέση στο δικό του πρόγραμμα σπουδών, το ωραίο (αλλά και λειτουργικό) θα προέκυπτε μέσα από τον σοφό σχεδιασμό, τον πειραματισμό με τα υλικά, τους τολμηρούς χρωματικούς συνδυασμούς αλλά και τη συνεργασία ανάμεσα στις διάφορες ειδικότητες.
Στη σχολή, που ήταν ανοιχτή σε όλους, ανεξαρτήτως φύλου ή ηλικίας, εγγράφηκαν στο πρώτο έτος 221 φοιτητές και, πέρα από ένα προπαρασκευαστικό μάθημα που θα τους επέτρεπε να εξοικειωθούν με τα υλικά και τις αρχές του ντιζάιν, διδάχθηκαν τα εξής: υφαντική, υαλοτεχνία, μεταλλοτεχνία, ξυλουργική, αγγειοπλαστική, βιβλιοδεσία, γλυπτική και ζωγραφική μνημειακών διαστάσεων (τοιχογραφίες).

Τον Ιούλιο του 1919, μόλις τρεις μήνες μετά την έναρξη του προγράμματος, το Bauhaus διοργάνωσε την πρώτη του έκθεση με έργα φοιτητών. Ο Γκρόπιους, απογοητευμένος από αυτό το βιαστικό βήμα, αποφάσισε η σχολή να απέχει για κάποιο διάστημα από το δημόσιο βλέμμα, με σκοπό να επικεντρωθούν στην κατάκτηση του υψηλότερου επιπέδου τεχνικής εκτέλεσης: από ποτήρια νερού μέχρι δημόσια κτίρια. «Τότε, αυτό το μεγάλο έργο τέχνης, αυτός ο καθεδρικός ναός του μέλλοντος, θα λάμψει με την αφθονία του φωτός του ακόμη και μέσα από τα πιο μικρά αντικείμενα της καθημερινής ζωής», υποστήριζε.
Ένας νέος τρόπος ζωής
Περπατώντας στα διαφορετικά επίπεδα του εντυπωσιακού Bauhaus Museum Weimar, το οποίο παραδόθηκε στην πόλη το 2019 με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ριζοσπαστικού κινήματος, βλέπεις ακριβώς αυτό που ευχήθηκε ο εμπνευστής του: μια ευφυή σύλληψη και μια άψογη εκτέλεση πίσω από κάθε έργο, μικρό ή μεγάλο.

Σε κάθε όροφο του μουσείου σε καλωσορίζει το ίδιο επίμονο ερώτημα, διατυπωμένο σε έναν κάθετο μηχανικό πίνακα «τύπου αεροδρομίου», το οποίο απαιτούσε ήδη από τη δεκαετία του 1920 άμεση και επιτακτική απάντηση: «Πώς θα κατοικήσουμε; Πώς θα ζήσουμε όλοι μαζί;». Ζωγραφικά έργα, χαρακτικά, καρτ ποστάλ, σβούρες, φωτογραφίες, χρηστικά έργα με ξύλο ή μέταλλο, αυτοσχέδιοι αργαλειοί, σχέδια για σκηνικά, κοστούμια για μπαλέτο, έπιπλα και γυαλικά, αλλά και πειραματική μουσική διαφημίζουν έναν νέο τρόπο ζωής. Στέκομαι μπροστά από μια κορνιζαρισμένη λίστα του διδακτικού προσωπικού του 1923. Ο Λαϊονέλ Φάινινγκερ είναι γραμμένος πιο ψηλά από όλους, ο πρώτος που υπηρέτησε αυτή τη νέα αισθητική. Ακολουθούν οι Βασίλι Καντίνσκι, Πάουλ Κλέε, Λάζλο Μοχόλι-Νάγκι, Όσκαρ Σλέμερ και Γκέοργκ Μούχε. Διαβάζω ότι σε σχέδιο του τελευταίου υλοποιήθηκε και το «Haus Am Horn», ένα σπίτι-πρότυπο για τον σύγχρονο άνθρωπο.
Σε κάθε όροφο του μουσείου σε καλωσορίζει το ίδιο επίμονο ερώτημα, το οποίο απαιτούσε ήδη από τη δεκαετία του 1920 άμεση και επιτακτική απάντηση: «Πώς θα κατοικήσουμε; Πώς θα ζήσουμε όλοι μαζί;».
Ανεβαίνω στον δεύτερο όροφο και βλέπω τις κατόψεις και τα σχέδια της κατοικίας που βρίσκεται στην οδό Horn 61, ενός σπιτιού που ξεχώριζε στη γειτονιά με τις αστικές επαύλεις, τόσο για τα μοντέρνα υλικά (χάλυβας, σκυρόδεμα) όσο και για το ανεπιτήδευτο στιλ.
Περίπου δεκαπέντε λεπτά με τα πόδια μακριά από το νέο μουσείο, επισκέπτομαι το σπίτι που τo 1923 χτίστηκε και παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της δεύτερης έκθεσης της σχολής. Αποτελεί το παλαιότερο σωζόμενο αρχιτεκτονικό έργο του Bauhaus, μια τρισδιάστατη απόδειξη της απήχησης των ιδεών αυτών των δημιουργών στον σημερινό τρόπο ζωής.

Η κατοικία αποφασίστηκε να οικοδομηθεί σε μια έκταση στην οποία φύτευαν φρούτα και λαχανικά για να εφοδιάζουν την καντίνα της σχολής. Ήταν μια κατασκευή αρθρωτή, με επίπεδη στέγη, παράθυρα κυρίως στα νότια και τα δυτικά και φεγγίτες περιμετρικά, χωρίς κανένα άλλο διακοσμητικό στοιχείο. Αυτό που έκανε εντύπωση στην εποχή που παρουσιάστηκε ήταν τόσο η κεντρική θέρμανση με καύση άνθρακα όσο και η απουσία διαδρόμων. Η κατοικία οργανώνεται γύρω από ένα μεγάλο καθιστικό που λούζεται στο φως και περιλαμβάνει υπνοδωμάτια για την κυρία και τον κύριο, παιδικό δωμάτιο, ξενώνα, κουζίνα, αποθήκη τροφίμων, τραπεζαρία και μπάνιο. Στο υπόγειο έχουν σχεδιαστεί βοηθητικοί χώροι για το πλύσιμο και το στέγνωμα των ρούχων. Το σπίτι έμοιαζε και μοιάζει με μια καλοζυγισμένη απάντηση στο στεγαστικό ζήτημα και τα υπέρογκα κόστη που θα απασχολούσαν (και) τις επόμενες γενιές.

Όλα τα έπιπλα και τα εξαρτήματα του σπιτιού είχαν κατασκευαστεί στα εργαστήρια της σχολής. Ο σπουδαίος Μάρσελ Μπρόιερ, φοιτητής ακόμα, είχε σχεδιάσει κάποια από τα έπιπλα της οικίας, ενώ ο Μοχόλι-Νάγκι τα φωτιστικά. Τα έπιπλα του παιδικού δωματίου υπέγραφε η Άλμα Σιέντχοφ-Μπούσερ, ενώ την κουζίνα με τα εντοιχισμένα ντουλάπια η υφάντρια και σχεδιάστρια Μπενίτα Κοχ-Ότε. Στο μουσείο γίνεται ειδική αναφορά στην κουζίνα, τον χώρο που σηματοδοτεί τη νέα εποχή αλλά και τη θέση της γυναίκας, η οποία πλέον αναλαμβάνει πολλούς ρόλους. Υπάρχει ένα βίντεο που δείχνει πώς ο σχεδιασμός αποσκοπεί στη διευκόλυνσή της και στην εξοικονόμηση χρόνου. Η νοικοκυρά κάνει τις δουλειές της καθιστή –να μια ουτοπία που διέψευσε ο χρόνος–, όλα είναι στο ύψος του χεριού της, ενώ γύρω της υπάρχουν μόνο χρήσιμες συσκευές και εργαλεία. Η κουζίνα λογίζεται περισσότερο ως «εργαστήριο» παρά ως «σαλόνι»· όλα πρέπει να είναι λειτουργικά.
Η Ιστορία συναντά το παρόν
Οι αντιδράσεις γύρω από τον πρωτοποριακό τρόπο κατοίκησης ήταν μάλλον αποθαρρυντικές, οι εφημερίδες έγραψαν πως αυτή ήταν «μια κατοικία για Αρειανούς», ωστόσο ο χρόνος αντάμειψε την τόλμη των μελών του Bauhaus. Με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την ένταξη των μνημείων του Bauhaus στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO το 1996, το μουσείο διοργανώνει την έκθεση History meets the present (έως 13/07), όπου παρουσιάζει μια επιλογή από ιστορικές καρτ ποστάλ και φωτογραφίες, καθώς και μια προβολή σύγχρονων εικόνων του εμβληματικού αυτού κτιρίου, δείχνοντας την αντοχή του στον χρόνο.

Αφήνοντας το Haus Am Horn και επιστρέφοντας στο μουσείο, πέφτω πάνω σε αντικείμενα που ίσως υπήρχαν στην πρωτοποριακή κατοικία, ίσως και όχι, και τα οποία πάντως θυμίζουν κάτι από τη δική μας ζωή. Πράγματα –αντιγραφές προφανώς– που έχουμε ή που θα θέλαμε να έχουμε. Χαλιά υφασμένα στον αργαλειό με υπέροχα χρώματα και αφηρημένα σχέδια, ταπισερί και καρέκλες του Μαρσέλ Μπρόιερ, ανάμεσά τους η ξύλινη Batten Chair του 1922/24 και η διάσημη Wassily 1925/26, που φέτος συμπληρώνει έναν αιώνα ζωής, η κλασική πλέον τσαγιέρα της Μαριάν Μπραντ από κράμα χαλκού και λαβή από έβενο, το W24 επιτραπέζιο φωτιστικό του Βάγκενφελντ, που ενέπνευσε τόσα άλλα στα χρόνια που ακολούθησαν, τα λευκά πορσελάνινα δοχεία αποθήκευσης τροφίμων του Τεόντορ Μπόγκλερ, πόμολα, κλειδαριές και ρουμπινέδες, ανάκλιντρα και μαρμάρινοι νιπτήρες, αυστηρά τραπέζια τραπεζαρίας και κονσόλες του Μις φαν ντερ Ρόε, ντουλάπες και modular κύβοι για το παιδικό δωμάτιο που επέτρεπαν στα παιδιά να ασκήσουν τη φαντασία τους και να αλλάξουν τη διαρρύθμιση του χώρου.
Βγαίνοντας από αυτή την έκθεση, κάθομαι σε αντίγραφα από τις κλασικές καρέκλες που σχεδίασαν οι δημιουργοί του Bauhaus και παρακολουθώ ένα βίντεο που εξηγεί πώς η αρχιτεκτονική, ο τρόπος που ζούμε μέσα στον ιδιωτικό μας χώρο και τα αντικείμενα που επιλέγουμε δεν είναι ποτέ ξεκομμένα από την πολιτική.

Η είσοδος της εθνικιστικής Δεξιάς στο Κοινοβούλιο της Θουριγγίας, οι συντηρητικές φωνές που πλήθαιναν μιλώντας είτε «για κοσμοπολίτικες ιδέες που δεν είχαν σχέση με τον γερμανικό χαρακτήρα και αισθητική» είτε «για ανιαρές μουντζούρες και χειροτεχνίες με τσίγκους και καλτσοδέτες», κριτικές τις οποίες ενίσχυαν και οι ντόπιοι τεχνίτες και αρχιτέκτονες, ανάγκασαν τoν Γκρόπιους, τον «νεκροθάφτη της τέχνης της Βαϊμάρης», όπως τον αποκαλούσαν, να αποδεχτεί την ήττα του. Το 1925, η σχολή και η «μη γερμανική τέχνη» της μεταφέρεται στο προοδευτικό Ντεσάου και έπειτα μετακομίζει ξανά το 1932 στο Βερολίνο, όπου και κλείνει οριστικά το 1933 με την ανάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ. Οι ακροδεξιοί κύκλοι αντιμετώπιζαν το Bauhaus, από την ίδρυσή του ακόμα, ως θερμοκήπιο κομμουνιστικών ιδεών. Ο Γκρόπιους, πάλι, έλεγε: «Το μυαλό είναι σαν ομπρέλα, λειτουργεί μόνο όταν είναι ανοιχτό».

