Μου αρέσουν οι συνεπείς άνθρωποι – η Πηνελόπη Τσιλίκα εμφανίζεται στη γωνία Καλλιδρομίου και Χαριλάου Τρικούπη δέκα λεπτά νωρίτερα από το προγραμματισμένο μας ραντεβού. Αν και την είχα συναντήσει έξω από το θέατρο δύο εβδομάδες νωρίτερα, δεν μπορώ να θυμηθώ το χρώμα των μαλλιών της.
Τη βλέπω τώρα να μαζεύει σε έναν χαλαρό κότσο τα καστανά −πλέον− μαλλιά της, ενώ στρώνει τη χακί καμπαρντίνα της στην καρέκλα. Παρά τις αλλαγές, συνειδητοποιώ πως, σχεδόν δεκατρία χρόνια μετά την πρώτη της εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη (στη Μικρά Αγγλία του Παντελή Βούλγαρη), η πορεία της στην υποκριτική παραμένει συνεπής. Αυτό είναι και το πρώτο πράγμα που της λέω, όταν εν τέλει καθόμαστε στο τραπέζι. Τα κομπλιμέντα φαίνεται να τη φέρνουν σε αμηχανία. Μοιάζει ντροπαλή και αργότερα καταλαβαίνω πως όντως είναι.
Οι εκφράσεις και οι χειρονομίες της μου αποκαλύπτουν περισσότερα από τις τυπικές συστάσεις. Είναι ο τρόπος που αγγίζει το μάγουλό της όταν σκύβει στο τραπέζι· ο τρόπος που το πρόσωπό της γίνεται σχεδόν παιδικό όταν γελάει· ο τρόπος που τόσο απλά και αβίαστα δείχνει τη συγκίνησή της. Από την ιστορική κραυγή της Όρσας στη Μικρά Αγγλία μέχρι τον τρυφερό ρομαντισμό της Σάσα στον Ιβάνοφ του Άντον Τσέχοφ, τον ρόλο που υποδύεται αυτές τις μέρες στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, η ίδια αφήνει κομμάτια του εαυτού της στους ρόλους της και μάλλον το ίδιο κάνει και στη ζωή. «Μπορεί να βρέξει», μου λέει κάποια στιγμή ενώ παραγγέλνουμε τους καφέδες μας. Τη ρωτάω αν εμπιστεύεται τον καιρό και εκείνη μου απαντά πως σίγουρα εμπιστεύεται τους ανθρώπους και το Meteo. Αφοπλιστικά ειλικρινής, πρωτόγνωρα τρυφερή και με μια ομορφιά που δεν χωρά ούτε σε οθόνη μα ούτε και σε σκηνή, η Πηνελόπη Τσιλίκα είναι ένας χείμαρρος συναισθημάτων που μπορείς μονάχα να αφεθείς στη ροή του. «Είμαι σε μια ωραία φάση», μου λέει. «Θεωρώ ότι πλέον έχω φτάσει σε ένα σημείο που μπορώ να είμαι ευέλικτη· που μπορώ να δοκιμάζω πράγματα χωρίς να φοβάμαι τι θα γίνει αν δεν πετύχουν. Μπορώ να πω ότι τώρα είμαι κάπως η αρχάρια που θα ήθελα να ήμουν».
Δεν είχες την ευκαιρία να είσαι αρχάρια;
Ξεκίνησα με τη Μικρά Αγγλία. Ήταν ένας ρόλος κάπως απαιτητικός, μια έντονη διαδικασία, που δεν ήξερα αν θα πετύχει. Δεν ήξερα αν θα είναι η πρώτη και η τελευταία μου δουλειά. Δεν γινόταν, όμως, να μην πάρω το ρίσκο, και να που κάπως απέδωσε. Οπότε, ναι, τώρα είναι πιο ελεύθερα τα πράγματα, και αυτό μου αρέσει πολύ.
Εκτός σκηνής, πώς πάνε τα πράγματα;
Είμαι σε μια φάση επεξεργασίας εδώ και κάποιον καιρό. Κάνω ανάλυση και έχω αρχίσει να σκέφτομαι τη δική μου ιστορία, τον εαυτό μου, τη σχέση μου με τους άλλους, με έναν τρόπο που δεν υπήρχε πιο πριν. Πώς βλέπω τα πράγματα; Τι ζητάω; Και πώς τα βλέπουν αυτά οι άλλοι;
Τι άλλαξε;
Κατ’ αρχάς σταματάς να λες ψέματα στον εαυτό σου. Είναι κάποια ψεύδη, τα ζωτικά ψεύδη, τα οποία είναι αναγκαία μέχρι που τελικά παύουν να σε βοηθούν. Οπότε, σιγά σιγά ξεκινάς να αποκαθηλώνεις αυτές τις εικόνες και αυτές τις απόψεις που έχεις για τον εαυτό σου. Θέλω να είμαι παρούσα στη ζωή και στη δουλειά μου με έναν τρόπο που πραγματικά να μην έχει εκ των προτέρων τίποτα το αποφασισμένο. Να είμαι ανοιχτή στο να δοκιμάσω ό,τι παλιότερα δεν θα έκανα. Δηλαδή, αυτή τη στιγμή μπορώ να πω ότι ίσως να μην είμαι ηθοποιός για πάντα. Και αυτό είναι κάτι που το λέω πολύ γλυκά και τρυφερά στον εαυτό μου.
«Θέλω να είμαι παρούσα στη ζωή και στη δουλειά μου με έναν τρόπο που πραγματικά να μην έχει εκ των προτέρων τίποτα το αποφασισμένο».
Και τι θα ήθελες να είσαι;
Δεν ξέρω τι έρχεται. Τώρα την αγαπώ τη δουλειά μου και γι’ αυτό βρίσκω τον τρόπο να μου αρέσουν τα υλικά και οι άνθρωποι που συνεργάζομαι μαζί τους. (Παύση) Θα ήθελα να σκηνοθετήσω κάποια στιγμή. Όχι θέατρο. Νομίζω ότι υπάρχουν κάποιες ιστορίες που έρχονται και με βρίσκουν, κυρίως τα καλοκαίρια ή σε ανύποπτες στιγμές, κι εγώ τις σημειώνω και φαντάζομαι πώς θα μπορούσαν να γυριστούν. Αλλά αυτό τώρα είναι ένας πόθος −ευσεβής− τον οποίο δεν ξέρω τι θα τον κάνω. Είναι ένα παρακλάδι αυτού που αγαπώ, που είναι οι ιστορίες και το να μιλάω για τους ανθρώπους και τις ζωές μας.
Θες να μου πεις την αγαπημένη σου ιστορία;
Δεν θες να σου μιλήσω για τον Ιβάνοφ, αλλά ίσως αυτή να είναι η αγαπημένη μου ιστορία. Είναι τρομερό ότι γράφτηκε το 1887 και μιλάει για τη δυσφορία που βιώνω εγώ, οι φίλοι μου, οι άνθρωποι που έχω αγαπήσει στη ζωή μου. Και τώρα, διαβάζοντάς τον, καταλαβαίνω πως υπάρχει ένας κοινός πυρήνας σε όλους μας. Ο Ιβάνοφ βλέπει αυτό που του συμβαίνει και δεν έχει καμία σχέση με αυτό που του ζητάει η κοινωνία να του συμβαίνει. Έχει όμως το θάρρος να εκφράσει πως δεν είναι καλά, πως «δεν είμαι αυτό που θέλετε να είμαι». Όλοι γύρω του περιμένουν κάτι συγκεκριμένο από εκείνον, όπως και η Σάσα, την οποία παίζω εγώ. Είναι ένα κορίτσι, μια γυναίκα, η οποία προσπαθεί να εμπνεύσει αυτόν τον άντρα να ζήσει. Έχει καταλάβει βέβαια ότι αυτό δεν είναι βοήθεια. Το ξέρει, αλλά θα παλέψει γι’ αυτό, ακόμα και με όρους που δεν είναι αποτελεσματικοί. Γιατί το να ζητάς από αυτόν που δεν έχει μπορεί να είναι καταστροφή.
Σε συγκινεί η Σάσα.
Κάπως την καταλαβαίνω. Αν κάτι με συγκινεί, είναι το πόσο πιστεύει.
Εσύ πιστεύεις σε κάτι;
Μάλλον αμφισβητώ αυτά που πιστεύω, σε μια προσπάθεια να μην απογοητεύομαι τόσο.

Κάθε φορά όμως δεν απογοητευόμαστε και λίγο παραπάνω;
Ή και λίγο λιγότερο. Αυτός είναι για μένα ο στόχος. Αλλά αγαπάω. Αγαπάω πολύ. Δεν ξέρω άλλο τρόπο. Αν δεν δώσω, δεν καταλαβαίνω τι είναι αυτό που θα πάρω. Δεν μπορώ να το δεχτώ διαφορετικά.
Το ίδιο θα έλεγε κανείς και για τις ερμηνείες σου. Τι σε τραβάει σε μια ιστορία;
Από μικρή με συγκινούσε η χαμένη προοπτική των πραγμάτων. Μέσα από μια ιστορία μπορείς να αναρωτηθείς τι θα μπορούσε να έχει συμβεί. Μερικές φορές, τα πράγματα συμβαίνουν και άλλες πάλι όχι. Αυτή η δουλειά με διαμορφώνει, με κάνει όλο και περισσότερο να εξερευνώ τις πιθανότητες και να πηγαίνω με αυτές που είναι. Δεν μπαίνω σαν ηθοποιός μέσα σε αυτές τις ιστορίες, μπαίνω εγώ προσωπικά, προσπαθώντας να καταλάβω. Δεν έχω ατζέντα. Δεν έχω στόχο. Ξέρω πως κάποιες πιθανότητες είναι όντως χαμένες. (Παύση) Υπάρχει ένα διήγημα του Μπόρχες. Είναι πάρα πολύ μικρό, σχεδόν σαν ποίημα. Εκεί πρωταγωνιστεί ένας άνθρωπος που του συμβαίνει κάτι και λέει το εξής απλό: «Χθες, μετά το δείπνο, δεν βγήκα και έκατσα και διάβασα Πλάτωνα, μήπως και καταλάβω αυτά τα πράγματα». Το είχα διαβάσει πολύ πριν γίνω ηθοποιός και πάντα με συγκινούσε τρομερά το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να σκεφτεί ενεργητικά πάνω στη ζωή, πάνω σε αυτά τα πράγματα.
«Από μικρή με συγκινούσε η χαμένη προοπτική των πραγμάτων. Μέσα από μια ιστορία μπορείς να αναρωτηθείς τι θα μπορούσε να έχει συμβεί».
Δεν ήθελες όμως από πάντα να γίνεις ηθοποιός. Ξεκίνησες από τη νομική, σωστά;
Ήξερα ότι θέλω να κάνω κάτι που να έχει σχέση με ανθρώπους. Δεν ήθελα να γίνω δικηγόρος, αλλά δεν ήξερα και τι ήθελα να γίνω. Οπότε πολύ γρήγορα ξεκίνησα να ψάχνω άλλες διεξόδους. Και πολύ τυχαία, κάπως συνέβη, χωρίς εγώ να το αναζητήσω, και βρέθηκα σε ένα γύρισμα σαν βοηθητική ηθοποιός, όπου είδα πώς γίνεται και κατάλαβα, πολύ βαθιά μέσα μου, ότι αυτό μπορώ να το κάνω. Δεν ήταν όνειρό μου. Έβλεπα κινηματογράφο και θέατρο με την οικογένειά μου, αλλά δεν είχα ποτέ δει πώς γίνονται αυτά τα πράγματα. Για μένα ήταν κάτι τόσο μεγάλο, τόσο σημαντικό και τόσο ξένο. Νόμιζα ότι γίνεται με κάποιον μαγικό τρόπο.
Και όμως, είσαι μάγος στα μάτια κάποιου παιδιού σήμερα.
Πρέπει να πούμε στα παιδιά ότι δεν είμαστε μάγοι. Μαγική είναι η συνάντηση που συμβαίνει στο θέατρο. Το ραντεβού που δίνεται, με εμάς πάνω στη σκηνή και όσους έρχονται από κάτω για εμάς.
«Είσαι παιδί της πόλης, καταλαβαίνεις»
Της αρέσει ο ρεαλισμός, θα μου πει κάποια λεπτά αργότερα. Συζητάμε ξανά για τον κινηματογράφο. Για την ταινία που είναι ένα ταξίδι, που «πας εσύ να βρεις την ιστορία». Στο μεταξύ, παρατηρεί τα πάντα γύρω της. Τις κουβέντες της διπλανής παρέας, τα γέλια των παιδιών και μια παραγγελία που άργησε. Η Πηνελόπη είναι ένα ανήσυχο πνεύμα − ακόμα και εκτός δουλειάς. Και επίσης είναι ένα παιδί της γενιάς της.
Αγαπάς την εξοχή;
Αγαπώ την πόλη. Αλλά μου αρέσει να φεύγω και να βλέπω τη φύση, με ξεκουράζει κάπως. Γράψε λάθος. Μου αρέσει πολύ να οδηγώ στη φύση.
Με μουσική ή χωρίς;
Εννοείται με μουσική.
Τι τραγούδι θα έβαζες σε ένα road trip;
Κοίταξε, ο κάθε τόπος θέλει και κάτι άλλο. Σίγουρα εγώ προσωπικά ξεκινάω από τους φίλους μου, γιατί τυχαίνει να είμαι φίλη με πολλούς Έλληνες μουσικούς της γενιάς μου. Αν έπρεπε να διαλέξω, θα σου έλεγα την Αυστραλία του The Boy, το Αιγάλεω της Βιολέτας (σ.σ. Nalyssa Green), κάποιο κομμάτι του Βεσλεμέ και φυσικά τον Αποχαιρετισμό στον Μίλτο Σαχτούρη των Regressverbot.
Έχετε όλοι σας κάτι κοινό με κάποιον τρόπο.
Υπάρχει νομίζω ένα μοίρασμα. Μιλάμε πολύ γι’ αυτό που μας συμβαίνει και γι’ αυτό που ζούμε. Γι’ αυτό υπάρχει τόσο έντονα και η πόλη μέσα σε αυτό. Είσαι παιδί της πόλης και εσύ, καταλαβαίνεις. Δεν γίνεται χωρίς την πόλη, εδώ είμαστε. Είναι η κοινωνία μας, είναι το «γεια» μας, είναι η ζωή μας όλη.
Αγαπημένη ταινία;
Το A Woman Under the Influence με την Τζίνα Ρόουλαντς, που για κάποιον λόγο στα ελληνικά έχει μεταφραστεί Μια γυναίκα εξομολογείται. Είναι μια σπουδαία ηθοποιός, γιατί βλέπεις με τι γενναιοδωρία και γενναιότητα δίνεται στα πράγματα και πώς μπαίνει στο κύμα τους χωρίς να εκπληρώνει κανένα στάνταρντ υποκριτικής.
Θα σε έβλεπα στον συγκεκριμένο ρόλο.
Ας δούμε. Εγώ δεν έχω όνειρα. Έρχονται. Δεν ξέρω τι νόημα έχει να ονειρεύομαι κάτι συγκεκριμένο, ότι π.χ. θέλω να παίξω αυτό. Δεν μπορώ να καταλάβω τη ζωή και τη διαδρομή αλλιώς. Προτιμώ να έρχομαι σε επαφή με τα πράγματα ως έχουν, γιατί, όπως λέει και η Καραπάνου, είναι αγρίως απίθανη η ζωή.

Όση ώρα μιλάμε, νομίζω πως, αν γινόσουν κάτι άλλο, θα έπρεπε να γίνεις δασκάλα.
Σε ευχαριστώ. (Παύση) Πόσων χρονών είσαι;
Είμαι στην ηλικία που ήσουν όταν έπαιξες στη Μικρά Αγγλία. Θες να μου πεις γι’ αυτή την ιστορική πια κραυγή;
Σκέψου ότι τότε ήμουν κι εγώ είκοσι τριών. Δεν βγαίνει έτσι, δεν ξυπνήσαμε και είπαμε πάμε να κάνουμε αυτό το πράγμα. Κάτι χτίζεται παράλληλα, κάτι που έχει να κάνει με το πλαίσιο στο οποίο βρίσκεσαι και με τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου, και είναι ωραίο αυτό να γίνεται με έναν δημιουργικό τρόπο και όχι καταστροφικό. Το είδες το Άμνετ;
Το είδα.
Δεν το αγάπησα όσο περίμενα. Αυτό που συζητάμε τώρα νομίζω είναι η περίπτωση του Άμνετ. Ένα τόσο μεγάλο πένθος και τόσο μεγάλο σοκ κάποιον μπορεί να τον ενθουσιάσει και από αυτό να γίνει η μαγεία, η μαγική συνάντηση. Και από τους θεατές ακόμα, όπως το βιώνει και η Άνιες. Αυτή η σκηνή στον χώρο είναι πολύ ωραία.
Τη Μικρά Αγγλία την έχεις ξαναδεί;
Έχω αρκετά χρόνια. Τότε θύμωνα με τον εαυτό μου και τα λάθη μου, νομίζω σήμερα θα την έβλεπα διαφορετικά.
Ίσως πιο γλυκά.
Ναι, μάλλον. Ίσως τώρα που το λες να πρέπει να την ξαναδώ.
ΙΒΑΝΟΦ! σε σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά, Τετάρτη έως Κυριακή στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, Λεωφόρος Ηρώων Πολυτεχνείου, Πειραιάς. Εισιτήρια: more.com

