Δυο βήματα από τον σταθμό του τρένου στο Μοναστηράκι, ανηφορίζοντας προς την Πλάκα και αφήνοντας πίσω τη Ρωμαϊκή Αγορά, σε ένα σημείο από το οποίο παλιότερα περνούσαμε χωρίς να δίνουμε ιδιαίτερη σημασία, τώρα στεκόμαστε με το κεφάλι γυρισμένο προς τα δεξιά και κοιτάμε μια μεγάλη φωτογραφία του Οδυσσέα Ελύτη. Είναι μία από τις πολύ αναγνωρίσιμες εικόνες του, με την τραγιάσκα, το κοντομάνικο, το βλέμμα στο βάθος. Δεν μπορώ να καταλάβω αν το γκρουπ των ισπανόφωνων τουριστών που είναι σταματημένοι δίπλα μου τον αναγνωρίζουν ή αναρωτιούνται τι είναι αυτό το μέρος.

Tο Μουσείο «Σπίτι του Ελύτη» άνοιξε τις πόρτες του πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, διάστημα στο οποίο έχει προλάβει να εξελιχθεί σε σημείο αναφοράς για την πολιτιστική Αθήνα και ειδικότερα για όσους αγαπούν την ποίηση και, προφανώς, την ποίηση του Ελύτη. Περνώντας στο εσωτερικό του ανακαινισμένου νεοκλασικού, με το βαθύ κίτρινο στους τοίχους, και διασχίζοντας ένα μικρό πλακόστρωτο προαύλιο, βρίσκομαι στην πρώτη αίθουσα. Εδώ υπάρχουν πρώτες εκδόσεις, χειρόγραφα, γράμματα, πίνακες, φωτογραφίες. Θα χρειαστεί να περιμένω για να τα δω όλα πιο προσεκτικά, γιατί εκείνο το πρωί, όπως συμβαίνει πολλά πρωινά, το μουσείο υποδέχεται μια σχολική τάξη. Τα παιδιά, μαθητές στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού, είναι καθισμένα οκλαδόν και ακούν προσεκτικά την ξενάγηση. Τη στιγμή που μπαίνω, ακούω την Ιουλίτα Ηλιοπούλου να εξηγεί πώς προέκυψε η λέξη «ηλιάτορας». Τα παιδιά την κοιτούν στα μάτια.
«Κάθε παιδί επαναστατεί»
«Κάτι μένει στα παιδιά, κάτι προσλαμβάνουν, και αυτό είναι σπουδαίο. Προσπαθώ να μιλήσω περισσότερο για τις ιδέες και τις αξίες τις ποίησης παρά για τα αντικείμενα», θα μου πει η ίδια λίγο αργότερα ενώ μου προσφέρει καφέ στον επάνω όροφο του μουσείου, στην αίθουσα εκδηλώσεων, ανάμεσα σε ένα πλήθος φωτογραφιών του ποιητή. «Οτιδήποτε στην ποίηση του Ελύτη έχει οπτικό αντίκρισμα, έγραψε βέβαια την ποίησή του πριν από τον καταιγισμό της εικόνας. Όμως, ακόμα κι ένα σχήμα πολύ αφηρημένο νιώθεται με αισθήσεις επεξεργασμένες και βιώνεται μέσα από το οπτικό του αντίκρισμα, από το αισθητηριακό του ανάλογο. Αυτός είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για τη νέα γενιά, που έχει μάθει να σκέφτεται μέσα από εικόνες».

Το πιο καθοριστικό στοιχείο, όμως, που συνδέει την ποίηση του Ελύτη με τη νέα γενιά είναι η εναντίωσή της στην τρέχουσα αντίληψη της ζωής, μου λέει. «Είναι ο λόγος για τον οποίο έγινε ποιητής, ο λόγος για τον οποίο κάθε παιδί επαναστατεί». Και κάνοντας ένα άλμα μεταφέρεται στα δικά της μαθητικά χρόνια: «Αντιδρούσα πολύ με τον φιλόλογό μου για τις ερμηνείες της ποίησης· αυτός ο τρόπος λειτουργεί εις βάρος του κειμένου. Δεν μαθαίνουμε να αγαπάμε τη λογοτεχνία έτσι. Θα ήταν προτιμότερο να την αφαιρέσουμε ως μάθημα ή να την κάνουμε μάθημα επιλογής, να είναι μια ώρα ευχαρίστησης, ένα καταφύγιο. Όταν πήγα στο πανεπιστήμιο, οδηγήθηκα ως αναγνώστρια στα Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας, τα οποία αγάπησα πολύ και ήταν η αφορμή να γνωρίσω τον Ελύτη, γιατί ήταν μια συλλογή με την οποία τότε ακόμα δεν είχε ασχοληθεί κανείς, δεν υπήρχε καμία ερμηνεία. Δεν εμπνέουμε την αγάπη στο σχολείο, και είναι κρίμα. Και αυτό το βλέπω κι εδώ. Με εξαιρέσεις βέβαια πάντα, χάρη σε κάποιους δημιουργικούς δασκάλους».

Τριάντα χρόνια μετά
Ο Οδυσσέας Ελύτης έφυγε από τη ζωή τέτοιες μέρες πριν από τριάντα χρόνια – είναι δύσκολο να δεχτεί κανείς ότι έχει περάσει τόσος καιρός, ίσως επειδή το έργο του δεν έχει πάψει ούτε στιγμή να διαβάζεται, να μελετάται, να συζητιέται. Στην αίθουσα με τις προθήκες παρατηρώ γράμματά του από την εποχή του πολέμου, μια χειρόγραφη αφιέρωση του Πικάσο, δικά του σκίτσα (μου αρέσει αυτό του Κάλβου, τον οποίο αγαπούσε πολύ), πορτρέτα δικά του από φίλους του ζωγράφους, ξένες και πρώτες εκδόσεις, αντικείμενα από το σπίτι του, το μετάλλιο του Νόμπελ. Ό,τι βλέπω ανήκει στην ιδιωτική συλλογή της κ. Ηλιοπούλου. Η ιδέα για τη δημιουργία αυτού του χώρου, μου λέει, υπήρχε στο μυαλό της για περισσότερα από δέκα χρόνια.
«Θα ήταν προτιμότερο να αφαιρέσουμε τη λογοτεχνία ως μάθημα ή να την κάνουμε μάθημα επιλογής, να είναι μια ώρα ευχαρίστησης, ένα καταφύγιο».
«Είναι ένας δυναμικός χώρος που υπερασπίζεται και προβάλλει το έργο του Ελύτη, αλλά και γενικότερα τη σημασία που έχει ακόμη και σήμερα, στον 21ο αιώνα, η ποίηση στη ζωή μας. Δηλαδή μια άλλη οπτική, πιο τολμηρή και μακριά από μια στενά λογική θεώρηση των πραγμάτων.

Συχνά λέγεται, και ίσως είναι λίγο κλισέ, ότι η ποίηση έχει κάπως υποχωρήσει στο ενδιαφέρον του μέσου αναγνώστη. Είναι αλήθεια ότι ζούμε σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι έχουν στραφεί πολύ στην ψηφιακή πραγματικότητα. Η επικοινωνία και η πληροφορία περνούν κυρίως μέσα από μια οθόνη. Αυτή η κατεύθυνση, ειδικά για τα νέα παιδιά, τα αποσπά συχνά από τη γοητεία του λόγου. Ωστόσο, πάρα πολλοί άνθρωποι γράφουν σήμερα. Μπορεί να μην είναι όλοι στο ίδιο επίπεδο, αλλά υπάρχει ένας αναβρασμός, μια διάθεση έκφρασης μέσα από τη γλώσσα. Ακόμη κι αν είναι μια πιο πεζολογική γλώσσα ή και η συντομογραφική γλώσσα σαν αυτήν των μηνυμάτων, παραμένει πάντα ζωντανή η ανάγκη για μια μορφή επεξεργασίας της γλώσσας και της έκφρασης που να αποτυπώνει αυτό που είμαστε. Κάτι τέτοιο δεν το βλέπω αρνητικά. Δεν εμφανίζονται, βέβαια, σε κάθε εποχή μεγάλες προσωπικότητες σαν αυτές που είχε η ελληνική ποίηση σε άλλες περιόδους. Υπάρχει μια διακύμανση. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα έλεγα ότι το ενδιαφέρον του μεγάλου κοινού για την ποίηση έχει εκλείψει. Το βλέπω και από την προσέλευση των επισκεπτών εδώ. Βλέπω ανθρώπους που θέλουν να ακούσουν μια ομιλία, ακόμη και για πιο εξειδικευμένα θέματα γύρω από τον Ελύτη: για τα εικαστικά του, τη μετάφραση της ποίησής του, τη μουσική που αγαπούσε. Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν κάτι πέρα από την καθημερινή ροή πληροφοριών. Και στον βαθμό που μας αναλογεί, προσπαθούμε εδώ να το προσφέρουμε».

Το μέσα δωμάτιο
Στο ισόγειο υπάρχει κι ένας δεύτερος χώρος. Σχεδόν μεταφυσικά ο επισκέπτης μεταφέρεται σε ένα άλλο μέρος, σε μια άλλη εποχή, βρίσκεται ξαφνικά στο σαλόνι του Οδυσσέα Ελύτη στο σπίτι του στο Κολωνάκι – η αναπαράσταση είναι πιστή. Ο καναπές, το γραφείο, η βιβλιοθήκη, τα αντικείμενα, οι πίνακες, ακόμα και το παράθυρο, βρίσκονται στο σωστό σημείο. «Συχνά ξεχνώ το σύνολο του μουσείου όταν βρίσκομαι εκεί, νομίζω ότι βρίσκομαι στο σπίτι», λέει η κ. Ηλιοπούλου. «Η πιστότητα του χώρου και τα ίδια τα αντικείμενα με τα οποία έχω συζήσει δημιουργούν αυτή την αίσθηση. Γι’ αυτό και συνήθως αφήνω τον επισκέπτη να κινηθεί μόνος του και δεν προχωρώ πιο μέσα». Ποια είναι η πρώτη εικόνα που της έρχεται στο μυαλό; τη ρωτάω. «Η εικόνα του ίδιου του Ελύτη να δουλεύει», μου λέει. «Να σπρώχνει την καρέκλα του για να σηκωθεί από το γραφείο του, μετά να ξανακάθεται για να γράψει».
«Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν κάτι πέρα από την καθημερινή ροή πληροφοριών. Και στον βαθμό που μας αναλογεί, προσπαθούμε εδώ να το προσφέρουμε».

Παρατηρώ τη βιβλιοθήκη. Πολύ τακτοποιημένη, τα βιβλία άριστα στοιχισμένα, δεν περισσεύει τίποτα. Έτσι ήταν; «Ναι, αγαπούσε την τάξη, η βιβλιοθήκη ήταν πάντα έτσι. Χάριζε βιβλία, κρατούσε μόνο όσα χωρούσαν, δεν του άρεσε η ακαταστασία. Αγαπούσε το “ολίγο και το ακριβές”, κι αυτό είναι κάτι που φαίνεται και από την ποίησή του». Πάνω στο γραφείο παρατηρώ κι ένα μαγνητοφωνάκι. Τι το έκανε; «Κρατούσε ηχητικές σημειώσεις», μου εξηγεί. «Καμιά φορά μού ζητούσε να απαγγείλω κάτι για να το ακούσει. Ήταν ένα εργαλείο της δουλειάς του, βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου το είχε αφήσει».
Αυτές είναι λεπτομέρειες που θα συγκινήσουν τους πιο μυημένους, όσους μεγάλωσαν με τη Μαρία Νεφέλη και τους Προσανατολισμούς, δανείστηκαν στίχους από το Μονόγραμμα και τον Μικρό ναυτίλο στην εφηβεία τους κι αργότερα κοίταξαν τη ζωή μέσα από το Άξιον Εστί και τα Ελεγεία της Οξώπετρας. «Περισσότερο χαίρομαι», μου λέει η κ. Ηλιοπούλου, «όταν έρχεται κάποιος τυχαία, κάποιος που περνούσε ή βρέθηκε εδώ από περιέργεια, ή ακόμα κι ένα παιδί που το έφερε η μητέρα του και αρχικά μπορεί να αντιδρούσε γιατί θα προτιμούσε να πάει βόλτα, αλλά τελικά θα ενδιαφερθεί, θα ρωτήσει, θα θελήσει να πάρει κάτι μαζί του. Αυτό είναι το κέρδος και αυτό δικαιώνει την προσπάθεια».
Το Μουσείο «Σπίτι του Ελύτη» βρίσκεται στην Πλάκα, στη συμβολή των οδών Διοσκούρων και Πολυγνώτου.
elytishousemuseum.gr
Στις 22 Μαρτίου, μαζί με την Καθημερινή της Κυριακής κυκλοφορεί η έκδοση Οδυσσέας Ελύτης. Η άφθαρτη ποίηση, με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών από τον θάνατο του ποιητή.

