Ασάκο Γιουζούκι: «Η κοινωνία φοβάται μια γυναίκα που δεν ντρέπεται για το σώμα της»

Ασάκο Γιουζούκι: «Η κοινωνία φοβάται μια γυναίκα που δεν ντρέπεται για το σώμα της»

Πότε γίνεται απειλητική η επιθυμία; Ποιο σώμα δεν «ενοχλεί» την κοινωνία; Γιατί δεν μπορεί να είναι αποδεκτός ο φεμινισμός; Μια συζήτηση με τη συγγραφέα του βιβλίου «Βούτυρο», του μπεστ σέλερ που κατέκτησε τον κόσμο

7' 17" χρόνος ανάγνωσης

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, ειδικά αν έχει κανείς διαβάσει το Βούτυρο, το μυθιστόρημά της που της χάρισε ένα παγκόσμιο κοινό, δεν ξεκινήσαμε μιλώντας ούτε για φαγητό ούτε για κάποιο έγκλημα, από αυτά που περιγράφονται στο βιβλίο της, ούτε για τη λογοτεχνία γενικά. Καμία γεύση, καμία σαγήνη ή ακραία συναισθήματα. Αντί για όλα αυτά, η Ασάκο Γιουζούκι μετατοπίζει αμέσως το κέντρο βάρους της συζήτησής μας: η γυναικεία απόλαυση γίνεται απειλητική όταν παύει να υπηρετεί τους άλλους. «Όταν οι γυναίκες αρχίζουν να εγκαταλείπουν την εργασία φροντίδας που στηρίζει τον καπιταλισμό, τότε η ευχαρίστησή τους γίνεται απειλητική για τους άλλους», εξηγεί. Η απάντησή της, κοφτή και σχεδόν απογυμνωμένη από συναισθηματισμό, λειτουργεί σαν κλειδί ανάγνωσης ολόκληρου του βιβλίου. Στον κόσμο του Βουτύρου, η απόλαυση δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Είναι οικονομική, κοινωνική, πολιτική. Η γυναίκα που απολαμβάνει χωρίς να φροντίζει, που τρώει χωρίς να ταΐζει, που επιθυμεί χωρίς να εξυπηρετεί, διαταράσσει μια ισορροπία που θεωρείται αυτονόητη.

Δολοφόνος ανδρών

Η Γιουζούκι, γεννημένη το 1981 στο Τόκιο, ανήκει σε μια γενιά Ιαπώνων συγγραφέων που μεγάλωσαν στη σκιά της οικονομικής στασιμότητας και της ριζικής μεταβολής των έμφυλων ρόλων. Σπούδασε γαλλική λογοτεχνία και από νωρίς έδειξε ενδιαφέρον για τη σχέση μεταξύ γυναικείας εμπειρίας και κοινωνικής δομής. Στα έργα της επανέρχονται σταθερά θέματα, όπως η επισφάλεια της εργασίας, η μοναξιά των μεγαλουπόλεων, οι άγραφοι κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά των γυναικών. Με το Βούτυρο όμως, αυτή η θεματική αποκτά αιχμηρή, σχεδόν προκλητική μορφή.

Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε αρχικά στην Ιαπωνία και γνώρισε εντυπωσιακή διεθνή επιτυχία μετά την αγγλική του μετάφραση, βασίζεται ελεύθερα στην υπόθεση της Κανάε Κιγίμα, μιας γυναίκας που καταδικάστηκε για τη δολοφονία ανδρών με τους οποίους συνδεόταν ερωτικά και οικονομικά. Τα ιαπωνικά μέσα ενημέρωσης την παρουσίασαν ως μια φιγούρα που ενσάρκωνε ταυτόχρονα την απληστία, τη σεξουαλική χειραγώγηση και την παθολογική θηλυκότητα. Το ενδιαφέρον του κοινού δεν περιορίστηκε στο αν ήταν ένοχη, αλλά επεκτάθηκε εμμονικά στο σώμα της: στο βάρος της, στις διατροφικές της συνήθειες, στην εικόνα της ως «αντικανονικής» γυναίκας.

Στο μυθιστόρημα, η Μανάκο Κατζίι –το λογοτεχνικό της αντίστοιχο– δεν υπερασπίζεται τον εαυτό της με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς. Όταν η δημοσιογράφος Ρίκα την επισκέπτεται στη φυλακή, ελπίζοντας να αποσπάσει μια ομολογία ή έστω μια αφήγηση του εγκλήματος, βρίσκει απέναντί της μια γυναίκα που μιλάει με πάθος για το σωστό ψήσιμο του μοσχαριού και τη σημασία του καλού βουτύρου. «Περισσότερο από “εξουσία”, νομίζω ότι η ίδια δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το περιστατικό αυτό καθαυτό», λέει η Γιουζούκι όταν τη ρωτώ αν αυτή η σιωπή αποτελεί στρατηγική κυριαρχίας.

Το ιδεολογικό λίπος

Σε μια κουλτούρα που απαιτεί από τη γυναίκα-θύτη να μετανοήσει, να εξηγηθεί, να ζητήσει συγχώρεση, η άρνηση της Μανάκο να συμμετάσχει στο αφήγημα του εγκλήματος λειτουργεί σχεδόν ως σκάνδαλο. Δεν προσφέρει κάθαρση. Δεν επιτρέπει την ψυχολογική εκτόνωση. Αντίθετα, επιμένει στην υλικότητα του φαγητού, στην απόλαυση που δεν απολογείται.

Το σώμα της γίνεται αντικείμενο κοινωνικής υστερίας. Παρουσιάζεται ως αποκρουστικό, υπερβολικό, απειλητικό. Ρωτώ τη Γιουζούκι τι φοβάται περισσότερο η κοινωνία: «Η κοινωνία πάντα θα φοβάται ένα σώμα που βρίσκεται εκτός προτύπων ή μια γυναίκα που δεν ντρέπεται για το σώμα της. Νομίζω και τα δύο λειτουργούν αρνητικά στις σημερινές κοινωνίες», σημειώνει. Το λίπος εδώ δεν είναι αισθητικό ζήτημα· είναι ιδεολογικό. Η γυναίκα που δεν επιδιώκει τη λεπτότητα –σωματική και συμβολική– αμφισβητεί μια ολόκληρη οικονομία ελέγχου. Σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες, το γυναικείο σώμα οφείλει να είναι πειθαρχημένο: ούτε υπερβολικά σεξουαλικό ούτε υπερβολικά αδιάφορο, ούτε υπερβολικά ορατό ούτε υπερβολικά αόρατο. Η Μανάκο καταρρίπτει αυτή την ισορροπία.

«Η κοινωνία πάντα θα φοβάται ένα σώμα που βρίσκεται εκτός προτύπων ή μια γυναίκα που δεν ντρέπεται για το σώμα της».

Η Ρίκα, από την άλλη, ξεκινά ως πρότυπο επαγγελματικής επιτυχίας. Αδύνατη, συγκρατημένη, αποτελεσματική, ενσαρκώνει τη σύγχρονη εργαζόμενη γυναίκα που έχει μάθει να επιβιώνει σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο χωρίς να «ενοχλεί». Καθώς όμως έρχεται πιο κοντά στη Μανάκο, αρχίζει να δοκιμάζει τις συνταγές της· να τρώει χωρίς ενοχή· να επιτρέπει στον εαυτό της μια μορφή σωματικής και αισθησιακής εμπειρίας που μέχρι τότε απωθούσε. «Αν επιδιώξει κανείς την απόλαυση στη σημερινή Ιαπωνία, αναπόφευκτα έρχεται σε ρήξη με την καθημερινότητα στην οποία ζούσε μέχρι τότε», εξηγεί η Γιουζούκι.

Η μεταμόρφωση της Ρίκα δεν είναι θριαμβευτική. Δεν συνοδεύεται από απελευθερωτικά συνθήματα. Αντίθετα, φέρνει απομόνωση. Καθώς παίρνει βάρος, χάνει την κοινωνική της αποδοχή. Η ερωτική της σχέση κλονίζεται. Οι επαγγελματικές της ισορροπίες διαταράσσονται. «Ναι, πιστεύω πως ναι. Έχει μια τέτοια διάσταση το γυναικείο σώμα», απαντά η συγγραφέας όταν τη ρωτώ αν το γυναικείο σώμα λειτουργεί ακόμη ως «κοινωνικό νόμισμα». Η φράση αποτυπώνει μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τα ιαπωνικά συμφραζόμενα. Σε έναν κόσμο όπου η εικόνα μετατρέπεται σε κεφάλαιο, το σώμα των γυναικών παραμένει πεδίο επένδυσης και αξιολόγησης. Η απώλεια ελέγχου πάνω του ισοδυναμεί με απώλεια αξίας.

Ένας αποδεκτός φεμινισμός

Το Bούτυρο έχει χαρακτηριστεί επανειλημμένα φεμινιστικό μυθιστόρημα. Ωστόσο, η Γιουζούκι αποφεύγει την εύκολη ηθικολογία. Καμία από τις ηρωίδες της δεν είναι υπόδειγμα «σωστής» συμπεριφοράς. Η Μανάκο μπορεί να είναι χειριστική, ενδεχομένως δολοφόνος. Η Ρίκα δεν είναι αλάνθαστη ούτε αγιοποιημένη. Ρωτώ αν την ενδιαφέρει η ιδέα ενός «φεμινισμού αποδεκτού από την κοινωνία». «Αυτό θα σήμαινε έναν νεοφιλελεύθερο φεμινισμό που συμβαδίζει με τον καπιταλισμό. Επειδή υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να απορροφηθώ από αυτό, μελετώ και συζητώ το ζήτημα μαζί με άλλους συγγραφείς».

Ασάκο Γιουζούκι: «Η κοινωνία φοβάται μια γυναίκα που δεν ντρέπεται για το σώμα της»-1

Η απάντηση φωτίζει μια κρίσιμη ένταση: όταν ο φεμινισμός μετατρέπεται σε εμπορικό σήμα, χάνει την ανατρεπτική του δύναμη. Το μυθιστόρημά της δεν επιδιώκει να ενδυναμώσει με όρους καριέρας ή αυτοβελτίωσης. Εστιάζει στη σκοτεινή πλευρά της κοινωνικής ηθικής: στην επιθυμία τιμωρίας. «Η κοινωνική επιθυμία να τιμωρούνται οι γυναίκες που δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες», λέει όταν τη ρωτώ τι την ενδιέφερε περισσότερο γράφοντας το βιβλίο. 

Η τιμωρία στο Βούτυρο δεν είναι μόνο δικαστική· είναι κοινωνική, συμβολική, σωματική. Είναι η χλεύη, τα βλέμματα, οι τίτλοι των εφημερίδων. Στο μυθιστόρημα, τα μέσα ενημέρωσης συμβάλλουν καθοριστικά στη δαιμονοποίηση της Μανάκο. «Εφόσον είμαι και εγώ μέρος αυτού του χώρου, το αντιμετωπίζω με αυτοκριτική αλλά και με έντονη κριτική διάθεση. Υπάρχουν στιγμές που νιώθω ότι σχεδόν δεν λειτουργεί πια η σχέση του ανθρώπου με τα ΜΜΕ». Η κριτική της δεν είναι αφηρημένη. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο τα μέσα μετατρέπουν σύνθετες υποθέσεις σε ηθικά παραμύθια. Η γυναίκα που παρεκκλίνει πρέπει να γίνει τέρας, ώστε η κοινωνία να επιβεβαιώσει τη δική της κανονικότητα.

Ρωτώ τι θα συνέβαινε αν η Μανάκο ζούσε στην εποχή των σόσιαλ μίντια. «Θα αποκτούσε μεγαλύτερη δύναμη, αλλά θα καταστρεφόταν νωρίτερα», μου απαντά. Η διπλή αυτή πρόβλεψη συμπυκνώνει τη σημερινή συνθήκη: η ψηφιακή ορατότητα προσφέρει φωνή αλλά και επιταχύνει την πτώση. Στον πυρήνα του, το μυθιστόρημα επιμένει σε ένα σχεδόν ενοχλητικό ερώτημα: γιατί η γυναικεία απόλαυση προκαλεί τέτοια δυσπιστία; «Αν υπάρχει κάτι που τιμωρείται παραδειγματικά, είναι η γυναικεία απόλαυση», λέει η Γιουζούκι όταν τη ρωτώ αν η κοινωνία αντιμετωπίζει με καχυποψία μια γυναίκα που απολαμβάνει χωρίς ενοχές.

Ακόμη και το ενδεχόμενο αλλαγής των εξωτερικών χαρακτηριστικών της Μανάκο δεν μεταβάλλει ουσιαστικά το αποτέλεσμα. «Ακόμη κι έτσι, νομίζω πως στο τέλος οι άνδρες θα είχαν πεθάνει από τα χέρια της», σχολιάζει όταν τη ρωτώ αν θα αντιμετωπιζόταν διαφορετικά αν ήταν αδύνατη, «όμορφη» ή άνδρας. Η ειρωνεία της απάντησης αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα δεν είναι επιφανειακό. Αγγίζει τη βαθύτερη δυναμική εξουσίας, την ένταση ανάμεσα στην επιθυμία και στον έλεγχο. 

«Όταν οι γυναίκες αγαπούν κάτι»

Στο Βούτυρο το φαγητό λειτουργεί ως μια άλλη γλώσσα. «Στην Ιαπωνία υπάρχει έντονη κουλτούρα θαυμαστών… Όταν οι γυναίκες αγαπούν κάτι, τους επιτρέπεται να μιλούν με πάθος γι’ αυτό. Ίσως έτσι εκφράζουν έμμεσα τα αληθινά τους συναισθήματα», μου εξηγεί. Η έμμεση αυτή έκφραση γίνεται εργαλείο επιβίωσης. Αν δεν μπορείς να μιλήσεις ανοιχτά για τη φιλοδοξία, τον θυμό, τη σεξουαλική επιθυμία, μπορείς να μιλήσεις για γεύσεις και αρώματα. Το φαγητό γίνεται υποκατάστατο του λόγου.

Η σχέση ανάμεσα στη Ρίκα και τη Μανάκο ενσαρκώνει αυτή την πολυπλοκότητα. Θαυμασμός, ζήλια, εξάρτηση, ανταγωνισμός – όλα συνυπάρχουν. «Ναι, αλλά όπως και οι σχέσεις μεταξύ ανδρών, οι ανθρώπινες σχέσεις είναι από τη φύση τους πολύπλοκες», επισημαίνει η Γιουζούκι. Η αποφυγή εξιδανίκευσης είναι συνειδητή. Το Bούτυρο δεν κατασκευάζει εύκολες αδελφότητες. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι οι σχέσεις μεταξύ γυναικών διαμορφώνονται μέσα σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού και εσωτερικευμένων προσδοκιών.

Τελικά, το μυθιστόρημα λειτουργεί λιγότερο ως αφήγηση εγκλήματος και περισσότερο ως ανατομία κοινωνικού μηχανισμού. Η αμφισημία γύρω από την ενοχή της Μανάκο δεν είναι αδυναμία πλοκής· είναι συνειδητή επιλογή. «Δεν έχει σημασία αν εκείνη διέπραξε ή όχι τον φόνο…», προλαβαίνει να μου πει, για να συμπληρώσει πως σημασία έχει ποια ιστορία επιλέγουμε να πιστέψουμε. Σημασία έχει γιατί μια γυναίκα που τρώει με όρεξη, που δεν ζητά συγγνώμη για το σώμα της, που δεν φροντίζει παρά μόνο τον εαυτό της, προκαλεί τόσο έντονη ανάγκη για τιμωρία. Ίσως το Βούτυρο να μην είναι τελικά ένα μυθιστόρημα ούτε καν για το βούτυρο. Ίσως είναι ένα μυθιστόρημα για την αμηχανία μας απέναντι στη γυναικεία επιθυμία και για τους τρόπους με τους οποίους σπεύδουμε να τη μετατρέψουμε σε αδίκημα. Μήπως αυτό δεν κάνουμε;

Το Βούτυρο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Άννας Παπασταύρου.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT