Στο μικρό φουαγιέ του θεάτρου «Φούρνος» η κινητικότητα είναι μεγάλη. Είναι Σάββατο απόγευμα, μισή ώρα πριν την έναρξη της παράστασης «Μήλα, ζάχαρη, κανέλα» και οι λιλιπούτειοι θεατές έχουν προσέλθει ανυπόμονοι: άλλοι ζωγραφίζουν και άλλοι τρώνε κάποιο σνακ στην αγκαλιά των γονιών τους. Σε λίγο, μικροί και μεγάλοι, περνάμε στο χώρο του θεάτρου.
Τα χρωματιστά μαξιλάρια μπροστά στη σκηνή διατίθενται για τα παιδιά, τα οποία ωστόσο μπορούν να καθίσουν και πίσω, μαζί με τους συνοδούς τους. «Έχουν την ελευθερία να παρακολουθήσουν το έργο από όποιο σημείο τα κάνει να νιώθουν πιο άνετα», μου εξηγεί η Ντοντό Σαντοριναίου, θεατρική παραγωγός και «ψυχή» του Πολυδύναμου Δικτύου Επικοινωνίας «Φούρνος».

Ο σεβασμός στις ανάγκες της προσχολικής ηλικίας διακρίνεται σε όλες τις λεπτομέρειες: τα φώτα δεν κλείνουν ποτέ, οι ήχοι και τα υπόλοιπα ερεθίσματα δεν είναι έντονα. Το έργο στηρίζεται στη διάδραση και τη συμμετοχή των παιδιών. «Προάγουμε την πειθαρχημένη ελευθερία, τους ενθαρρύνουμε να αλληλεπιδρούν εντός ορίων», αναφέρει η πρωταγωνίστρια Γιαγιά Φαιδωνία, κατά κόσμον Ευγενία Μαραγκού, που ζητά από τα παιδιά να απαντήσουν σε ένα ερώτημα ή να βοηθήσουν στο μάζεμα των φρούτων, αλλά και να επιστρέψουν μετά συντεταγμένα στα καθίσματά τους. «Είναι απαραίτητο να παραμείνουμε σε ένα πλαίσιο», τονίζει η ίδια, που διαχειρίζεται επιδέξια κάθε νέα πρόκληση επί σκηνής. «Τα παιδιά και δη της προσχολικής ηλικίας είναι απαιτητικό κοινό, καθώς δεν έχουν κανένα φίλτρο. Αν κάτι δεν τους αρέσει, το δείχνουν αμέσως», παρατηρεί η Ματίνα Δημητροπούλου, που παίζει τον ρόλο του αφηγητή και εναλλάξ όλους τους ήρωες, με τους οποίους συνδιαλέγεται η πρωταγωνίστρια.
Μια αλληλέγγυα γιαγιά
Η υπόθεση φαντάζει απλή, προσφέρει ωστόσο πολλά και διαφορετικά επίπεδα «ανάγνωσης»… Η πρωταγωνίστρια, Γιαγιά Φαιδωνία, θέλει να φτιάξει μια μηλόπιτα για τα εγγόνια της αλλά παρότι έχει όλα τα απαιτούμενα υλικά, της λείπουν τα… μήλα. Το αδιέξοδό της αυτό, το μοιράζεται με το κοινό. Τα παιδιά, άλλοτε με τις συμβουλές τους και άλλοτε με τις πράξεις τους, προσπαθούν να την βοηθήσουν σε όλα τα στάδια της περιπλάνησης της. Η ηλικιωμένη, φύσει αισιόδοξη, θα αναζητήσει τον άνθρωπο που θα ενδιαφερθεί να πάρει τη δική της παραγωγή (κεράσια) και θα της δώσει σε αντάλλαγμα εξίσου μεγάλη ποσότητα μήλων. Μέχρι να εντοπίσει όμως τον κατάλληλο άνθρωπο -δεν είναι δα και τόσο εύκολο- συναντά ήρωες με διαφορετικά αιτήματα.

«Τα πρώτα χρόνια, το μήνυμα που υπερίσχυε ήταν αυτό της αλληλεγγύης και της ανταλλακτικής οικονομίας», θυμάται η Ελεάννα Σαντοριναίου, σκηνοθέτης και κειμενογράφος της παράστασης. «Σταδιακά όμως αναδείχθηκε η ενσυναίσθηση της γιαγιάς και η ικανότητα της να ακούει τους άλλους, κάτι που εσχάτως οι άνθρωποι δυσκολεύονται να κάνουν». Η Ελεάννα ήταν μόλις 19 χρονών όταν παρουσίασε στη μητέρα της, Ντοντό Σαντοριναίου, την πρωτότυπη σύλληψη της για το εν λόγω θεατρικό σε μια εποχή που δεν προσφέρονταν παραστάσεις για τόσο μικρά παιδιά. Ως πηγή έμπνευσης της είχε ένα λαϊκό αγγλικό παραμύθι. «Ήδη από το 2006 δούλευα στο ταμείο του θεάτρου, όπου ανέκαθεν ανεβάζαμε και παιδικές παραγωγές», διηγείται η ίδια, που μεγάλωσε σε καλλιτεχνικό περιβάλλον.
Απόγονος του θρυλικού φούρναρη της οδού Μαυρομιχάλη, μεγάλωσε ανάμεσα στα γυρίσματα του «Αργοναύτη» της ΕΡΤ, του οποίου την παραγωγή και τη σκηνοθεσία είχαν αναλάβει οι γονείς της, και στο ατελιέ της θείας της, Άννας Σαντοριναίου, που κατασκευάζει κούκλες για κουκλοθέατρο. Η Ελεάννα ήθελε από τότε να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία, είχε ήδη μια πολύ καλή σχέση με τα παιδιά -εργαζόταν part time και ως baby sitter- ήξερε επομένως και πώς να τους «μιλάει». «Αναμφισβήτητα, το γεγονός ότι ο “Φούρνος” ανήκε στην οικογένεια μου κατέστησε το εγχείρημα ρεαλιστικό, γιατί δυστυχώς δύσκολα ένας 19χρονος πείθει έναν θεατρικό παραγωγό να τον εμπιστευτεί». Στο πρωτόλειο κείμενο της Ελεάννας έβαλε τις δικές της πινελιές και η Ευγενία Μαραγκού, που εκτός από ηθοποιός ασχολείται ενεργά με τη θεατρική αγωγή, προσδίδοντας έτσι στους διαλόγους μεγαλύτερη ροή.
Ατάκες που στοχεύουν στην καρδιά
Παρά τη χημεία της ομάδας και την επιτυχία του εγχειρήματος, ουδείς επαναπαύεται στην οδό Μαυρομιχάλη. Οι χιουμοριστικές ατάκες, που εν πολλοίς στοχεύουν και στους γονείς, την προσοχή των οποίων κερδίζουν αγόγγυστα, ανανεώνονται συχνά ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής. «Κάποτε αναφερόμενοι σε συνταγές μιλούσαμε για τη Βέφα, τώρα λέμε “κάντο όπως ο Άκης”, σε μερικά χρόνια ποιος ξέρει ποιον σεφ θα εντάξουμε στο κείμενο», λέει ενδεικτικά η Ελεάννα. Πρόβες γίνονται κάθε χρόνο. «Έχουμε αλλάξει τέσσερις φορές σκηνικά και έχουμε κατασκευάσει και μεταφερόμενα για τις παραστάσεις σε σχολεία», αναφέρει ενδεικτικά η Ντοντό Σαντοριναίου. «Είμαστε πάντοτε σε επαγρύπνηση, διότι δεν ξέρεις ποτέ τι ατάκα θα έρθει από το κοινό», σχολιάζει η κ. Δημητροπούλου.

Κάποτε, όταν η Γιαγιά Φαιδωνία αναρωτήθηκε μεγαλοφώνως «και τώρα που θα βρω μήλα;», ένας μικρός θεατής απάντησε αποφασιστικά «εγώ θα σου δώσω» αποκαλύπτοντας μια σακούλα με μήλα. «Αιφνιδιάστηκα γιατί κινδύνευε να εκτροχιαστεί η υπόθεση, οπότε του αποκρίθηκα “αυτά αρκούν για μια μηλόπιτα για τα εγγόνια μου, αλλά όχι για τη μεγαλύτερη μηλόπιτα όλων των εποχών, που θέλω εγώ να φτιάξω”».
Οπως έμαθαν εκ των υστέρων, ο μικρός είχε επί τούτου πάει στο μανάβικο, για να… σώσει την παράσταση. Οι αντιδράσεις των θεατών δεν ποτέ είναι προβλέψιμες αλλά είναι πάντοτε ελπιδοφόρες. «Κάποτε ένα παιδί Ρομά προσφέρθηκε να δώσει ένα βραχιολάκι του σε έναν ήρωα που αναζητούσε ένα δώρο για τη γυναίκα του», διηγείται η κ. Ντοντό Σαντοριναίου.
Όταν οι δύο ηθοποιοί κλήθηκαν να παίξουν ενώπιον κοινού, αποτελούμενου από παιδιά με σοβαρά κινητικά προβλήματα, αναρωτιόντουσαν πώς θα έπρεπε να αλληλεπιδράσουν. «Τότε η Ματίνα, ως αφηγήτρια, είπε αυθόρμητα “α, είδα ότι φέρατε και τους θρόνους σας” εννοώντας τα αμαξίδια, λύνοντας έτσι πραγματικά τα “μάγια” με αποτέλεσμα τα παιδιά να χαλαρώσουν και να απολαύσουν το έργο».
Όπως μάλιστα θυμάται η κ. Μαραγκού, «ένας συνοδός μου εξήγησε ότι ήταν η πρώτη φορά που ένα παιδί με τετραπληγία είχε συντονίσει τις κινήσεις του για να δοκιμάσει τη μηλόπιτα μας, ενισχύοντας την πεποίθηση μου ότι η τέχνη μπορεί να βοηθήσει σε νευρολογικά προβλήματα».
Πλάθοντας μελλοντικούς θεατές
Η εμπειρία είναι ολοκληρωμένη: ξεκινά με ένα πολύ θερμό καλωσόρισμα στο φουαγιέ, ακολουθεί μια παράσταση που περιλαμβάνει εξίσου τραγούδι και κίνηση, και κλείνει με κέρασμα μιας φρεσκοψημένης μηλόπιτας – παραπέμποντας έτσι τους μεγαλύτερους στην παλαιότερη λειτουργία του χώρου ως φούρνου. Μικροί και μεγάλοι αποχαιρετούν ευχαριστημένοι με τη συνταγή ανά χείρας.
«Όταν βρίσκομαι πάνω στη σκηνή λέω στον εαυτό μου “χάρου το”, τα παιδιά σου επιτρέπουν για λίγο να είσαι μέρος του σύμπαντος τους», μου εξομολογείται μετά το πέρας της παράστασης η Ματίνα Δημητροπούλου, το κέφι της οποίας επί σκηνής δεν δύναται να περάσει απαρατήρητο. «Η επαφή με αυτή την ηλικία αποτελεί μια πολύ τονωτική ένεση», ομολογεί. Οι δύο ηθοποιοί, φίλες και πάλαι ποτέ συμφοιτήτριες, απολαμβάνουν κάθε παράσταση «σαν να είναι η πρώτη» και ταυτόχρονα συναισθάνονται το βάρος της ευθύνης που τους αναλογεί: θέτουν τον θεμέλιο λίθο της σχέσης των παιδιών με το θέατρο.

