Αμαλία Μουτούση στο Κ: «Είμαι εύπλαστη, διαθέσιμη»

Αμαλία Μουτούση στο Κ: «Είμαι εύπλαστη, διαθέσιμη»

Πώς μια συζήτηση με την ηθοποιό για το πρώτο ανέβασμα του Βυσσινόκηπου στο Εθνικό μετά 41 χρόνια εξελίχθηκε σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση για τη ζωή, την πίστη, τις εμμονές και τη διαρκή αναζήτηση του φωτός μέσα στο σκοτάδι

αμαλία-μουτούση-στο-κ-είμαι-εύπλαστη-564082819 (Φωτογραφίες: Αλίνα Λέφα)
(Φωτογραφίες: Αλίνα Λέφα)
Φόρτωση Text-to-Speech...

Πρέπει να είσαι σε εγρήγορση όταν κάνεις μια συνέντευξη∙ να θυμάσαι ότι και οι εισαγωγικές κουβέντες σού αποκαλύπτουν πράγματα για τον συνομιλητή σου. Η Αμαλία Μουτούση μού εξομολογήθηκε, για παράδειγμα, ότι δεν αντέχει να βλέπει δέντρα να πεθαίνουν. Έτσι, στον κήπο της έχει ένα δεντρόσπιτο πάνω σε έναν καμένο κορμό, ίσως και ως μια προσπάθεια να διανύσει την απόσταση από την απώλεια στη χαρά της ζωής. Μου είπε, επίσης, ότι για τις καθημερινές της μετακινήσεις στο κέντρο της πόλης επιλέγει το τρένο, καθώς απολαμβάνει τη διαδρομή από την Κηφισιά έως την Ομόνοια – όπως και την ιδέα τού να μην πρέπει να κάνει τίποτα. Παρατηρεί τον κόσμο, μου εξηγεί, και βρίσκει χρόνο να τακτοποιήσει τις σκέψεις της. 

Στη συνέχεια αρχίζει να μου μιλάει για την «ατακτοποίητη» Λιουμπόφ Αντρέγεβνα, την ιδιοκτήτρια του βυσσινόκηπου, στο κύκνειο άσμα του Τσέχωφ, το οποίο ανεβαίνει μετά από 41 χρόνια στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου. «Η Λιουμπόφ είναι γοητευτική γιατί είναι ένα πρόσωπο αληθινό, με πολλά χρώματα, διαφορετικές ποιότητες και πολλές αντιφάσεις. Πας να εξηγήσεις μια συμπεριφορά και βλέπεις ότι δεν είναι μόνο αυτό ή πιάνεσαι από κάποια άλλη φράση της και συνειδητοποιείς ότι είναι και κάτι άλλο από αυτό που είχες σκεφτεί. Είναι πλούσια από τη φτιαξιά της δηλαδή, από τη γραφή της».

Μια απίστευτη πραγματικότητα

Δεν είναι η πρώτη φορά που η εξαιρετική ηθοποιός θα θρηνήσει για τις βυσσινιές που πέφτουν στο χώμα καθώς προχωρά προς τη νέα της ζωή. Στην αρχή της καριέρας της, το 1985, υποδύθηκε την Άνια, την κόρη της Λιούμποφ, ενώ όταν γύριζε ο Μιχάλης Κακογιάννης τον δικό του Βυσσινόκηπο (The Cherry Orchard) το 1999, με τη Σαρλότ Ράμπλινγκ, της είχε προταθεί να ενσαρκώσει τη Βάρια, την ψυχοκόρη της οικογένειας. «Μετά από 40-45 χρόνια σε αυτή τη δουλειά, ούτε που τα μετράω πια. Φτάνεις σε μια στιγμή που, ανάλογα με αυτά που έχεις κάνει και με ποιους, αναρωτιέσαι πώς θα προχωρήσεις, πώς θα εξελιχθείς, τι είναι αυτό που θα σε εκπλήξει. Η σχέση του  Έκτορα Λυγίζου με τη γλώσσα, την ποίηση, το πώς συνδέεται ο λόγος με τη συνείδηση του ανθρώπου που τον εκφέρει, ο τρόπος που φωτίζει τα νοήματα με θερμαίνει, με αναζωογονεί. Αυτή η προσέγγιση αντιπροσωπεύει τον κόσμο μου. Πώς να το πω; Αν ανέβαζα τον Βυσσινόκηπο και εγώ, έτσι θα το έκανα», λέει με ενθουσιασμό. 

Εξηγεί ότι ο Τσέχωφ δεν φέρει απλώς κάτι καινούργιο –γιατί και το καινούργιο κάποτε θα παλιώσει–, αλλά δίνει στα πρόσωπα πραγματικές διαστάσεις, τοποθετώντας τα στη ροή μιας απίστευτης καθημερινότητας. Τον χαρακτηρίζει πρότυπο του ποιητή. «Όλοι μας έχουμε ανάγκη τους ποιητές, γιατί δεν θα σου δείξουν μόνο το χάλι σου. Διαβάζοντας το έργο τους, θα αναρωτηθείς ποιος είσαι αλλά και ποιος μπορείς να είσαι∙ σου δίνουν ένα όραμα».

Αμαλία Μουτούση στο Κ: «Είμαι εύπλαστη, διαθέσιμη»-1

Το έργο γράφτηκε το 1903, όμως η Λιουμπόφ θα μπορούσε να κινείται ανάμεσά μας, στα φερσίματά της αναγνωρίζουμε και δικές μας αναβολές και μηχανισμούς άμυνας απέναντι στη ζωή. Η αφέλεια, η παιδικότητα και αυτή η προσποιητή ξεγνοιασιά, ενώ ο κόσμος γύρω της γκρεμίζεται, αφήνει εκτεθειμένες πολλές παλιές πληγές. «Είναι ένας άνθρωπος που υποφέρει από πολλές ενοχές, γιατί, ενώ έκανε παιδιά, δεν φρόντισε καθόλου το κομμάτι αυτής της σχέσης, δεν το κάλυψε. Προτεραιότητά της είναι ο έρωτας, αυτός είναι το κέντρο της ζωής της. Και ως ιδιοκτήτρια του βυσσινόκηπου δεν χειρίζεται καθόλου καλά τα πράγματα, κοιτάζει τους καναπέδες, τις βιβλιοθήκες και ισχυρίζεται ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα από τη φυγή της, ενώ έχουν όλα αλλάξει. Οι άνθρωποι στη δούλεψή της είναι απλήρωτοι, εκείνη ζει όπως ζει, αλλά με δανεικά, και συνεχίζει να παραχώνει “πράγματα” στην ντουλάπα του μυαλού της. Όταν όμως ανοίξουν τα φύλλα αυτής της ντουλάπας, θα έρθει αντιμέτωπη με ένα χάος∙ έχει τρομερή ακαταστασία μέσα της. Έχει όμως και μεγάλη καρδιά, όπως και αντίληψη και συναισθηματική νοημοσύνη. Δεν είναι ότι είναι σύγχρονη∙ είναι απόλυτα ανθρώπινη, με όλα της τα προτερήματα και τις ατέλειες».

Τέχνη, ψυχανάλυση, θρησκεία

Τη ρωτώ αν προσπαθεί κάθε φορά να βρει πτυχές του χαρακτήρα της με τον ρόλο που μελετά. «Πάντα με συναντώ, όχι μόνο στον ρόλο που υποδύομαι, αλλά σε όλα τα πρόσωπα ενός έργου. Το θέμα όμως είναι να κάνεις έναν έλεγχο μέσα σου και όταν δεν παίζεις σε μια παράσταση, να προσπαθείς να γίνεις καλύτερος, να ρίξεις φως σε περιοχές πιο γκρίζες, να αντιμετωπίσεις τα σκοτάδια σου».

Οι περισσότεροι γι’ αυτόν τον «έλεγχο» απευθύνονται σε ψυχολόγο. «Ναι, είναι αλήθεια, και καλώς υπάρχει η ψυχανάλυση, αλλά και εδώ έχει σημασία η επιλογή: σε ποιον μιλάς, με ποιο πνεύμα γίνεται η θεραπεία. Παρατηρώ, δηλαδή, τα τελευταία χρόνια πως η γλώσσα της ψυχολογίας έχει διεισδύσει παντού, έχει γίνει η νέα μας ποπ κουλτούρα, ένα είδος μόδας. Εγώ έκανα ψυχανάλυση πολλά χρόνια, αλλά η γιατρός μου με είδε πέρα από τις ατέλειες, τα τραύματα και τα συμπλέγματα που τυχόν είχα. Με βοήθησε να καταλάβω ότι δεν είμαι αυτά, δεν θα πρέπει να ταυτίζομαι ούτε καν με τις σκέψεις μου. Μοναδική σχέση εμπιστοσύνης, όμως, έχω και με τον πνευματικό μου τα τελευταία χρόνια, έναν άνθρωπο που αντιπροσωπεύει το αγνό κομμάτι της Εκκλησίας».

«Έκανα ψυχανάλυση πολλά χρόνια, αλλά η γιατρός μου με είδε πέρα από τις ατέλειες, τα τραύματα και τα συμπλέγματα που τυχόν είχα. Με βοήθησε να καταλάβω ότι δεν είμαι αυτά».

Αιφνιδιάζομαι, δεν περίμενα να το ακούσω αυτό. «Πιστεύω στον Θεό. Θεωρώ ότι υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να ορίσουμε και άλλα που δεν ελέγχουμε. Πρέπει, όμως, να σταματήσουμε να αποδίδουμε στον Θεό όλα μας τα κακά. Καταλαβαίνω πως ο τρόπος που έχουν χειριστεί οι κοινωνίες την έννοια του θείου ενισχύει την οργή. Και απορρίπτουμε έναν Θεό χωρίς να ξέρουμε τι απορρίπτουμε. Γιατί βασικά απορρίπτουμε αυτό που κάνουν οι άνθρωποι εν ονόματι του Θεού, τους πολέμους που μπορεί να γίνονται επικαλούμενοι το θέλημά Του, μια εξουσία που αποδίδεται στο όνομά Του. Οι ανθρώπινοι χειρισμοί, όμως, είναι αυτοί που έχουν φέρει και τον σκοταδισμό και το προς τα πίσω». Υποστηρίζει πως ακόμα και ο οραματιστής φοιτητής Τροφίμοφ στον Βυσσινόκηπο, εκείνος που λέει στη Λιούμπα ότι δεν πρέπει να πενθεί για μια γη που θα έπρεπε να ανήκει σε όλους, για ένα δίκαιο που κάποτε θα αποκατασταθεί, είναι ένα θεολογικό πρόσωπο. «Μπορεί να μην το λέω σωστά, εννοώ ότι είναι ένα πρόσωπο το οποίο ανοίγει χώρο σε έναν κόσμο που είναι πέρα από τον “κτιστό”, που είναι ο κόσμος μας. Αυτό είναι σαφές μέσα στον Τσέχωφ, απλώς όλα αυτά είναι κρυμμένα, τοποθετημένα με μεγάλη λεπτότητα μέσα στο κείμενο. Τι είναι ο Τροφίμοφ; Ένα παιδί θυμωμένο που δυσκολεύεται με τον έρωτα. Μας λέει όμως: Δεν είναι μόνο αυτή η ζωή, μόνο αυτό που βλέπουμε, μόνο αυτό που ξέρουμε ή καταλαβαίνουμε. Υπάρχει ένας κόσμος, ένας χώρος μέσα μας που δεν είναι της λογικής και της εξήγησης, αλλά του πνεύματος».

Αμαλία Μουτούση στο Κ: «Είμαι εύπλαστη, διαθέσιμη»-2

«Η ζωή σε πλάθει»

Τελικά, τι συμβολίζει ο Βυσσινόκηπος; «Κάθε τι που καλούμαστε να αποχωριστούμε, καθετί από το οποίο πασχίζουμε να ελευθερωθούμε και να ανοίξουμε τον ορίζοντά μας. Ο Βυσσινόκηπος μας μιλάει για μια αγάπη που εμπεριέχει το τέλος. Το θέμα δεν είναι να μην αγαπήσουμε ή να μη δεθούμε, αλλά πώς αγαπάμε και με ποιον τρόπο δενόμαστε. Έχουμε τη δύναμη να αγαπήσουμε χωρώντας μέσα μας αυτό το πράγμα; Ή θέλουμε να αγαπήσουμε μόνο για να γραπωθούμε από αυτό που αγαπάμε ή και από τον ίδιο μας τον εαυτό∙ γιατί παντού κολλάει αυτό. Μπορεί και ο ίδιος μας ο εαυτός να είναι ο Βυσσινόκηπος, κάτι που δεν θέλεις να αποχωριστείς. Ένα παλιό σου κομμάτι το οποίο δεν σε αφήνει να αναπνεύσεις. Η ομορφιά σου που χάνεται. Δεν είναι και αυτός ένας Βυσσινόκηπος

Η ίδια, μία από τις πιο όμορφες γυναίκες στον χώρο του θεάτρου, έχει συμφιλιωθεί με τον χρόνο; «Αυτό πρέπει να το κοιτάξεις και ως άνθρωπος, πέρα από τη δουλειά που κάνεις δηλαδή. Το ξέρω ότι δεν είναι τόσο απλό, ούτε προσπαθώ να κάνω την άνετη που μεγαλώνω και γερνάω. Αλλά παρ’ όλα αυτά δεν γίνεται να θέλουμε να τακτοποιήσουμε τα πράγματα μέσα μας τα οποία λέμε πως είναι αφρόντιστα και να γίνουμε λίγο πιο άνθρωποι, να έρθουμε λίγο πιο κοντά στον διπλανό μας, να είμαστε παρόντες στις ζωές μας και στις ζωές των άλλων, να μεγαλώνουμε δηλαδή σε αυτό το κομμάτι και στο άλλο να είμαστε «Λιούμπα», να υπεκφεύγουμε, να ζούμε σε μια πλάνη. Και μάλιστα, ειδικά τώρα, που αυτή η εποχή έχει κάτι πολύ απορριπτικό με τις γυναίκες που μεγαλώνουν· θυμώνω. Δεν μπορεί να μας δεσμεύει και να μας στενοχωρεί η εμφάνισή μας, η ζωή είναι πολύ σκληρή, δεν χρειάζεται να προσθέτουμε και άλλα βάσανα».

Όσο μιλάει, χαμηλώνει το βλέμμα, χαμογελά και σκέφτομαι πως αυτό που εξέλαβα αρχικά ως αυστηρότητα είναι μια αμηχανία να ανοιχτεί, να μιλήσει για εκείνη. Αναρωτιέμαι αν αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα της, αυτή η συστολή της, δημιουργεί προβλήματα στην επικοινωνία της με τους άλλους. «Μου αρέσει πολύ η επαφή με τους ανθρώπους, δεν νιώθω πως είμαι αυστηρή, αλλά σίγουρα χρειάζομαι χρόνο για να νιώσω άνετα». Επιμένω: τον σύζυγό της τι θα μπορούσε να τον ενοχλεί στον χαρακτήρα της; «Είμαι εμμονική με την τάξη, με χαρακτηρίζει επίσης μια τελειομανία, δεν αντέχω να κάνω λάθη· καθαρός εγωισμός, το ξέρω, αλλά το έχω δουλέψει, είμαι πολύ καλύτερη από ό,τι ήμουν παλιά, και έπειτα η ζωή σού δίνει ευκαιρίες να βελτιωθείς σε αυτό το κομμάτι. Σου δίνει χαστούκια, σε πετάει κάτω, σε πλάθει, σε μαλακώνει». Και με ποιο στοιχείο θα διαφήμιζε τον εαυτό της; «Είμαι εύπλαστη, διαθέσιμη».

Θεατρικές συγγένειες

Είναι πολλοί εκείνοι που θεωρούν ότι μοιάζει ιδιαίτερα στη μητέρα της, Νόνικα Γαληνέα, ωστόσο εκείνη έδινε την εντύπωση μιας πιο έντονης προσωπικότητας, σαν να μην έπιανε καθόλου χαμηλές νότες. «Η μαμά μου ήταν εξαιρετική επαγγελματίας, μελετηρή, είχε πειθαρχία μαθήτριας. Ακόμα και όταν έγινε θιασάρχης, ακολουθούσε τις εντολές του Βολανάκη, του Βουτσινά, σεβόταν την αισθητική του Φωτόπουλου. Υπάκουε, είχε αυτή την αντίληψη να ξέρει ποιοι θα την προχωρήσουν στη δουλειά της. Από την άλλη, είχε έναν δυναμισμό, είχε πάρει μια απόφαση να μη δίνει λογαριασμό για τη ζωή της, και αυτό ενόχλησε στην εποχή της, όπως πάντα ενοχλούν οι άνθρωποι που διαφέρουν από την πεπατημένη ή από τον τρόπο που οι άλλοι θεωρούν αποδεκτό να ζεις».

«Είμαι εμμονική με την τάξη, με χαρακτηρίζει επίσης μια τελειομανία, δεν αντέχω να κάνω λάθη· καθαρός εγωισμός, το ξέρω, αλλά το έχω δουλέψει, είμαι πολύ καλύτερη από ό,τι ήμουν παλιά».

Εναντιώθηκε στην απόφασή της να γίνει και η ίδια ηθοποιός; «Ούτε έφερε αντίρρηση ούτε ανακατεύτηκε, δεν προσπάθησε δηλαδή να πάρει τον ζωτικό μας χώρο. Περισσότερο στην εφηβεία με κυνήγησε να μη γίνω βρομόπαιδο, να μη φέρομαι σαν πλουσιόπαιδο. Δεν τα ήθελε καθόλου αυτά, είχε αρχές. Όμως στην απόφασή μας να υπηρετήσουμε το θέατρο, και η αδελφή μου η Αριέττα και εγώ, ήταν πολύ υποστηρικτική. Ακόμα και σ’ εμένα που ξεκίνησα μια διαδρομή πολύ μακριά από τον κόσμο της, από τον κόσμο του δικού της θεάτρου, είχε εμπιστοσύνη. Εκ των πραγμάτων, αν το σκεφτείς, οι κόσμοι μας διέφεραν –οι εποχές μας, τα βιώματά μας, τα ερεθίσματά μας– και παρ’ όλα αυτά ήταν δίπλα μου. Ακόμα και αν κάτι τής ήταν ανοίκειο, ξένο, δεν μου έλεγε ψέματα. Δεν ερχόταν δηλαδή σε παραστάσεις να μου πει ότι κάτι της άρεσε, αν δεν της άρεσε. Μου έδειχνε την αμηχανία της, ήταν αληθινή».

Αμαλία Μουτούση στο Κ: «Είμαι εύπλαστη, διαθέσιμη»-3
Φωτογραφία των συντελεστών της παράστασης Ο Βυσσινόκηπος. 

Η Νόνικα Γαληνέα πίστευε βέβαια πως η μικρή της κόρη ήταν αυστηρή, η ίδια το αρνείται λέγοντας πως μέχρι και τα 25 της είχε μάλλον αντιδραστική συμπεριφορά, όπως συνήθως έχουν οι νέες γενιές που πρέπει να αφορίσουν, να γκρεμίσουν το παλιό για να ορθώσουν το δικό τους ανάστημα. «Και μετά, όσο περνούσαν τα χρόνια, και έγινα και εγώ εργάτης αυτής της δουλειάς, κατάλαβα. Το θέατρο που έκανε η μαμά μου ήταν σπουδαίο στο είδος του, με εξαιρετικούς συνεργάτες, με απαιτητικό ρεπερτόριο. Αυτή η δουλειά κρύβει πολλούς κόσμους, δεν έβλεπα πια κάτι λάθος, άρχισα να κρίνω με το βλέμμα των ανθρώπων που κάνουν αυτή την τέχνη. Με κουράζει πολύ –και στους άλλους, αλλά κυρίως σ’ εμένα– όταν πιάνω τον εαυτό μου να λέει συνέχεια “δεν μπορώ αυτό”, “δεν μπορώ εκείνο”, “δεν μου αρέσει αυτό”, “πώς το κάνει έτσι αυτός”. Με στενεύει αυτή η στάση. Όταν πάω να δω μια παράσταση, θέλω γι’ αυτές τις δύο ώρες να βρω κάτι για μένα εκεί μέσα. Κάτι θα βρω· δεν θα είναι χαμένος ο χρόνος μου. Και δεν χρειάζεται να μου αρέσουν όλα. Δεν χρειάζεται καν να ταυτιστώ με όλα. Εννοείται πως είναι λίγα αυτά που πραγματικά αγαπάς, αλλά σιγά σιγά, μέσα στη δουλειά και μέσα από τη δουλειά, μαθαίνεις να ξεχωρίζεις το “καλό” από το “μου αρέσει”. Είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Υπάρχουν πράγματα που είναι ωραία και μετακινούν κάτι μέσα σου. Και υπάρχουν πράγματα που μπορεί να μη σου αρέσουν, αλλά αναγνωρίζεις ότι έχουν γίνει σωστά. Αυτό το μαθαίνεις με τον καιρό, μαθαίνοντας την ίδια την τέχνη της δουλειάς. Αρχίζεις να βλέπεις τον κόπο που υπάρχει μέσα στην ίδια τη διαδικασία, όχι αφηρημένα τον κόπο του ηθοποιού που κουράστηκε ή “έβγαλε την ψυχή του”, αλλά τον κόπο της ίδιας της τέχνης».

Αντί επιλόγου

Της λέω πως είναι εξίσου κομψή με τη μητέρα της. Κληροδοτείται τελικά η κομψότητα; «Έμαθα να είμαι προσεγμένη, περιποιημένη, το πήρα από τη μαμά μου αυτό, αλλά δεν έχω αυτό το καταπληκτικό ταλέντο που είχε εκείνη. Να παίρνει, ας πούμε, μια φούστα, ένα πουλόβερ και μια κάπα, και ξαφνικά να βλέπεις κάτι απίθανο. Και να τη ρωτάς: “Καλά, μαμά, πώς έγινε τώρα αυτό;”. Η σχέση μου με τα ρούχα είναι φιλτραρισμένη μέσα από τη δική μου γενιά, τη νοοτροπία και τις αναφορές μου. Αλλά δίνω σημασία».

Κλείνοντας, τη ρωτώ αν έχει σκεφτεί ποτέ αν θα είχε στραφεί στην υποκριτική αν δεν είχε μεγαλώσει σε αυτή την οικογένεια; «Σίγουρα έπαιξε ρόλο αυτή η μάνα, ο τρόπος που αντιμετώπιζε τη δουλειά της, που φιλτράριζε τις επιλογές της, που σκεφτόταν, που αγωνιούσε ή πάσχιζε για λύσεις. Πολλές φορές αναρωτιέμαι, αλλά με μπερδεύει αυτή η ερώτηση, δεν μπορώ να σκεφτώ καθαρά. Τι νόημα έχει τι θα έκανα αν ήμουν μια άλλη;».

*Από 26/02, Ο Βυσσινόκηπος, Εθνικό Θέατρο, Kτίριο Τσίλλερ – Κεντρική Σκηνή, Αγίου Κωνσταντίνου 22, www.n-t.gr

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT