Το βιβλίο αφιερώνεται στον «νεκρό μπαμπά μου» και, ψάχνοντας παλιές συνεντεύξεις του Μάικλ Κίμπαλ (γεν. 1967), βρήκα ότι αυτό το μυθιστόρημα, Ο Μεγάλος Ρέι (εκδ. Κίχλη), γραμμένο το 2012, είναι εν πολλοίς αυτοβιογραφικό. Αυτή την παράμετρο, όμως, μπορούμε να την αγνοήσουμε – το βιβλίο πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μυθοπλασία.
Ο αφηγητής παραθέτει περίπου πεντακόσιες σημειώσεις (μεγέθους μικρής ή μεγάλης παραγράφου) ώστε να αποτυπώσει μέσω της αποσπασματικότητας την ιστορία του πατέρα του, ενός άνδρα ονόματι Ρέι Χάρολντ Κάριερ, ο οποίος μεγάλωσε στο Μίσιγκαν τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και έφτασε μέχρι τις αρχές του αιώνα μας για να πεθάνει ολομόναχος στον καναπέ του βλέποντας τηλεόραση στην ηλικία των 65 ετών. Εκείνη τη στιγμή ζύγιζε περίπου 250 κιλά. Το υπερβολικό του βάρος αποτελεί το κέντρο της προσωπικότητάς του και, εν μέρει, της αφήγησης. «Είναι σημαντικό να καταλάβει κανείς πώς ήταν εμφανισιακά ο πατέρας μου, ώστε να καταλάβει και τι είδους άνθρωπος ήταν», γράφει ο αφηγητής. Το παρατσούκλι του ήταν «Μεγάλος Ρέι», κάτι που ο ίδιος θεωρούσε ότι «τον έκανε κουλ». Μέσα από τις εγγραφές του γιου του, ο Ρέι εξελίσσεται στα μάτια μας. Στην αρχή είναι ένας αδιάφορος άνθρωπος που δεν αφήνει κανένα θετικό αποτύπωμα γύρω του, αργότερα γίνεται ένας αντιπαθητικός άνδρας, εγωιστής και ενοχλητικός, ένας κακοποιητικός πατέρας και, τελικά, ένα τέρας. Ο γιος του τον εκθέτει. Είναι θυμωμένος, αλλά είναι και σαστισμένος και κάπου μέσα του βρίσκει και μια παράξενη τρυφερότητα: «Τώρα που ο πατέρας μου είναι νεκρός, θέλω να του μιλήσω ξανά». Και αλλού: «Ντρεπόμουν για εκείνον, αλλά ήθελα να νιώθει περήφανος για μένα».

Ο Μεγάλος Ρέι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη, σε μετάφραση Άκη Παπαντώνη.

