Όλοι μιλάνε για εκείνον. Βρισκόμαστε στο στούντιο του φωτογράφου Γιώργου Καπλανίδη, στη Νέα Ιωνία, τρεις μέρες αφού ανακοινώθηκε ότι το καλοκαίρι θα του απονεμηθεί ένα από τα πιο σημαντικά θεατρικά βραβεία παγκοσμίως, ο Αργυρός Λέοντας της Μπιενάλε της Βενετίας. Έχει περάσει, επίσης, περίπου μία εβδομάδα απ’ όταν γύρισε από τη Νέα Υόρκη, όπου παρουσίασε το Mami με τη στήριξη του Onassis Stegi Touring Program. Από το ηχοσύστημα παίζει το Is it a crime? της Σαντέ. Τον παρατηρώ να ποζάρει για το πρώτο του εξώφυλλο σε περιοδικό. «Αυτό, τώρα, πολύ άβολο», λέει μετά την πρώτη λήψη. Στη συνέχεια, μετακινείται από φόντο σε φόντο, βγάζει το πουκάμισο και μένει με την μπλούζα του. «Να κάνω αυτές τις τρελές πόζες που έκανε ο Νουρέγιεφ;» ρωτάει. Τις κάνει. Όταν τελειώσει, θα ξεκινήσουμε να μιλάμε και θα τον ηχογραφώ για περίπου τρεις ώρες: καθισμένο λοξά απέναντί μου σε έναν καναπέ του στούντιο, στον δρόμο για τον σταθμό του ηλεκτρικού, μέσα στο γεμάτο από κόσμο βαγόνι του τρένου και έπειτα του μετρό. Μέχρι να κατεβούμε στον Ευαγγελισμό και να χωρίσουν οι δρόμοι μας, πηδάμε από θέμα σε θέμα, σαν να γνωριζόμασταν από πάντα. Ακολουθεί ένα ανθρώπινο πορτρέτο του, μέσα από σκέψεις και αφηγήσεις του σε πρώτο πρόσωπο.
Η είδηση
Είναι Τρίτη και 13 Ιανουαρίου. Βρίσκομαι σε ένα Airbnb στο Μπρούκλιν. Περιμένω μια βιντεοκλήση προγραμματισμένη για τις 12.30 από τον Γουίλεμ Νταφόε και τη βοηθό του, τη Βαλεντίνα. Μου λένε ότι με πήραν για να μου πουν πρώτοι κάτι που θα ανακοινωθεί επισήμως σε λίγες ημέρες. Δεν περνάει από το μυαλό μου τι θα μπορούσε να είναι αυτό, μέχρι που μου λένε ότι η επιτροπή με επέλεξε ομόφωνα για τον Αργυρό Λέοντα. Ήταν ένα γρήγορο τηλεφώνημα. Μετά το «νέο», πρέπει να μιλήσαμε μόνο ένα λεπτό ακόμα. Συγκινήθηκα, βγήκα από το δωμάτιο, είδα τα άτομα της ομάδας μου και απλώς αρχίσαμε να χοροπηδάμε και να κλαίμε όλοι μαζί.

Θα βάλω κάτι ωραίο
Με το που ανακοινώθηκε η είδηση, όσο κλισέ κι αν ακούγεται, δεν σταμάτησαν τα μηνύματα και τα τηλεφωνήματα. Ούτε στα γενέθλιά μου δεν χτυπάει το κινητό μου τόσες φορές. Πήρα χαρά ακόμα και από ανθρώπους που δεν ξέρω προσωπικά, και αυτό είναι που με εντυπωσίασε περισσότερο. Ένα από τα πιο κωμικά πράγματα που ζω είναι ότι πολλοί με ρωτάνε τι θα φορέσω στην τελετή της απονομής, τον Ιούνιο, επειδή όσοι πάνε εκεί «ράβονται». Εγώ δεν έχω ιδέα από αυτά. Εντάξει, όμως! Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που λέω ότι θέλω να βάλω κάτι ωραίο. Θα την επιμεληθώ την εμφάνισή μου, δεν θα πάω με ό,τι βρω στην ντουλάπα μου. Δεν έχω προετοιμάσει ευχαριστήριο λόγο, θα πω ό,τι μου έρθει εκείνη τη στιγμή. Στη Βενετία θα πάω με την ομάδα, καθώς θα δείξουμε ολόκληρη την τριλογία των πρώτων μου έργων, που προηγήθηκαν του Mami: τη Ragada, το Goodbye, Lindita και το Taverna Miresia – Mario, Bella, Anastasia. Μέχρι τότε, συνεχίζουμε τις περιοδείες ανά τον κόσμο. Ετοιμάζω και ένα νέο έργο – γράφω ιδέες, ζωγραφίζω εικόνες γι’ αυτό. Νιώθω τόσο δημιουργικός που, αν μπορούσα, θα ξεκινούσα τις πρόβες αύριο. Μόνο αυτό μπορώ να πω.
«Πολλοί με ρωτάνε τι θα φορέσω στην τελετή της απονομής, τον Ιούνιο, επειδή όσοι πάνε εκεί “ράβονται”. Εγώ δεν έχω ιδέα από αυτά».
«Είσαι ο Μάριο Μπανούσι;»
Στο στούντιο ήρθα με τα μέσα. Δεν οδηγώ, γι’ αυτό και με βολεύει που μένω στο Παγκράτι. Είναι όλα κοντά. Όσο κουλό κι αν ακούγεται, όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο πολύ μου αρέσει να περπατάω και να παίρνω τα μέσα στην Αθήνα. Τι; Αν με αναγνωρίζουν; Θα έλεγα πως όχι, αν και πριν από δύο μέρες με σταμάτησε μια κοπέλα στο μετρό και με ρώτησε: «Είσαι ο Μάριο Μπανούσι;». Μου έκανε μεγάλη εντύπωση, θετική, γιατί έχω στο μυαλό μου ότι αυτό το ζουν μόνο οι άνθρωποι της τηλεόρασης, όχι του θεάτρου. Τη ρώτησα κι εγώ πως τη λένε, γιατί θα ήταν «ξερό» να της πως απλώς «ναι, εγώ είμαι». Με έχει σταματήσει κι άλλες φορές κόσμος, για να μου πει ότι έχει δει κάποια παράστασή μου. Παλιότερα, πιο συχνά απ’ ό,τι τώρα, αν κάποιος ήθελε να συζητήσουμε για κάποιο έργο μου, θα πήγαινα να πιω έναν καφέ μαζί του, να του μιλήσω για τη δουλειά μου και να μου μιλήσει κι εκείνος για τη δική του. Πλέον, δεν έχω τόσο χρόνο.
Στο μεγάλο μήλο
Στη Νέα Υόρκη έμεινα δεκαεπτά ημέρες. Το Mami το παίξαμε στο πλαίσιο του φεστιβάλ Under the Radar στο Skirball Center –ένα θέατρο που ανήκει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και έχει χωρητικότητα 850 θέσεις– για πέντε παραστάσεις. Ήμασταν κάθε βράδυ sold out, πράγμα που δεν γίνεται συχνά με «άγνωστους» καλλιτέχνες από την Ευρώπη. Στον ελεύθερο χρόνο μου, πήγα σε μουσεία, συνάντησα καλλιτέχνες. Ήταν η πρώτη μου φορά στην Αμερική. Μου έκαναν εντύπωση οι τόσοι άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο. Είναι μια πόλη στην οποία μπορείς να ακούσεις τις πιο περίεργες ιστορίες. Τις πρώτες μέρες έμεινα σε ένα ξενοδοχείο στο Μανχάταν, μετά στο Airbnb του Μπρούκλιν όπου έμαθα το «νέο» και τις τελευταίες πάλι σε ξενοδοχείο, στην Τάιμς Σκουέρ. Βγήκε και ένα άρθρο για την παράσταση στους New York Times. Πήγα και αγόρασα την εφημερίδα.
Γαρίδες με τη Σόφι Καλ
Την εικαστικό Σόφι Καλ, ναι αυτή που παίρνει από πίσω αγνώστους και παρακολουθεί την προσωπική τους ζωή σαν ντετέκτιβ, τη γνώρισα στο Φεστιβάλ της Αβινιόν. Είχε έρθει για να δει το Mami μαζί με την Ιζαμπέλ Ιπέρ. Μετά, περίμενε για να μιλήσει στην ομάδα και συγκινήθηκα πάρα πολύ, γιατί στο σπίτι μου έχω βιβλία και φωτογραφίες της, τη θαυμάζω ακραία. Κρατήσαμε επικοινωνία και, όταν κάποια στιγμή, πριν από περίπου ενάμιση μήνα, ήρθε στην Αθήνα, με επισκέφθηκε. Μου πήρε, μάλιστα, δώρο ένα τραπεζομάντιλο γιατί είχα μόλις μετακομίσει στο νέο μου σπίτι και δεν είχα τι να στρώσω στο τραπέζι μου. Της μαγείρεψα κριθαράκι με γαρίδες. Ήπιαμε και κρασί, υπό το φως πολλών κεριών. Πλέον, τη νιώθω δικό μου άνθρωπο.

100% μακαρονάς
Μου αρέσει φουλ να μαγειρεύω. Ανοίγω φύλλο και φτιάχνω πίτες, κάνω περίεργες σούπες βελουτέ και λαχανικά στον φούρνο. Ο πατέρας μου είχε ταβέρνα στην Αλβανία, ήταν μάγειρας, αλλά και η μητέρα μου δούλευε για χρόνια ως μαγείρισσα. Αυτό το μικρόβιο σίγουρα το πήρα από αυτούς. Όταν ήμουν μικρός, έλεγα πως, αν δεν πετύχω στην τέχνη, θα γίνω μάγειρας. Το φαγητό, γενικά, είναι πολύ σημαντικό για μένα. Με συνδέει με τους συγγενείς μου, με την οικογένειά μου, με την έννοια του σπιτιού. Είναι και μέρος της δουλειάς μου. Στη Ragada ζύμωνα επί σκηνής και άνοιγα φύλλο. Στη Lindita οι χαρακτήρες τρώνε σε ένα τραπέζι βλέποντας τηλεόραση. Στην Taverna υπάρχει αληθινό φαΐ επί σκηνής, ενώ κάποια στιγμή «ταΐζω» το χώμα σε έναν τάφο, σαν να ταΐζω έναν νεκρό. Στο Mami, τέλος, ο γιος ταΐζει τη μητέρα, υπάρχει μια σκηνή με γάλα κ.λπ. Το αγαπημένο μου φαγητό είναι τα μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα και παρμεζάνα. Ακούγεται απλό, αλλά για να είναι καλό πρέπει να έχει πετύχει. Είμαι 100% μακαρονάς.
Σπίτια και μετακομίσεις
Μένω μόνος από τα είκοσί μου, επειδή ήθελα να έχω την ιδιωτικότητά μου. Μπορούσα, ως καλλιτέχνης στην Ελλάδα, να αντέξω οικονομικά ένα ημιυπόγειο που βρήκα στο Παγκράτι και το έπιασα – όσο σπούδαζα στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών, δούλευα στον φούρνο της μητέρας μου, μετά δούλεψα μόνο ως καλλιτέχνης. Πέραν του φαγητού, μια άλλη μεγάλη μου αγάπη είναι τα σπίτια. Μπαίνω πολλές φορές και βλέπω τις αγγελίες με τα σπίτια που νοικιάζονται και πωλούνται. Μπορεί να πάω να δω κάποιο, κι ας ξέρω πως δεν θα το πιάσω. Μου αρέσει να παρατηρώ τι φως έχουν, πώς διαφέρουν οι γειτονιές μεταξύ τους. Ως παιδί, κάθε φορά που μας έλεγε η μητέρα μου ότι μετακομίζουμε –αλλάξαμε πέντε έξι σπίτια στην Ηλιούπολη– εγώ χοροπηδούσα από τη χαρά μου. Μου άρεσε πάρα πολύ το ότι θα έπρεπε να διαμορφώσω εκ νέου τον χώρο μου. Τώρα, μπορεί να πάρω το κρεβάτι μου από το ένα δωμάτιο και να το πάω στο άλλο.
Κακός μαθητής
Ήμουν από τους χειρότερους μαθητές του σχολείου μου και ήθελα να περάσω στην Καλών Τεχνών. Στη Β΄ Γυμνασίου έμεινα μετεξεταστέος στην Ιστορία και στα Γερμανικά. Δεν έδωσα Πανελλήνιες. Τυχαία, έναν χρόνο πριν από το απολυτήριο, συνάντησα μια κοπέλα μεγαλύτερη από εμένα που ήμασταν στο ίδιο σχολείο και τη ρώτησα με τι ασχολείται. Εκείνη μου απάντησε ότι είναι σε δραματική σχολή. «Τι είναι αυτό;» τη ρώτησα. Μου εξήγησε. Είχαμε μια θεατρική ομάδα στο σχολείο και στην Γ΄ Λυκείου ζήτησα από τον διευθυντή μας να γράψω ένα έργο και να το σκηνοθετήσω. Είχε να κάνει με τα Χριστούγεννα και το παρουσιάσαμε την προπαραμονή. Έπαιζα εγώ και τρεις φίλες μου – η Τάνια, η Βάσω και η Έλενα. Πήγε καλά, γελάσαμε κι εμείς και οι συμμαθητές μας. Μετά έκανα προετοιμασία και πέρασα στο Ωδείο. Οι πιο ευτυχισμένες μέρες και ώρες της ζωής μου είναι όταν κάνω πρόβες και όταν μαγειρεύω.
Ωδείο Αθηνών
Όσο κακός μαθητής υπήρξα, τόσο καλός φοιτητής έγινα. Ήμουν ψυχή τε και σώματι στη σχολή. Μου άρεσε πάρα πολύ και το κτίριο του Ωδείου. Πέρυσι, δε, έζησα κάτι που δεν το φανταζόμουν. Δίδαξα εκεί περφόρμανς και σωματικό θέατρο, στο τέταρτο έτος. Όταν μπήκα ως φοιτητής, πάντως, στην αρχή ήθελα να αφήσω τη δραματική για να γραφτώ στη σχολή χορού του Ωδείου. Κατέληξα να παρακολουθώ παράλληλα κάποιες τάξεις. Μετά, ήθελα να σκηνοθετώ και οι καθηγητές μου με άφησαν. Στο τρίτο προς τέταρτο έτος έφτιαξα μια ασπρόμαυρη οκτάλεπτη ταινία, την Pranvera, που σημαίνει «άνοιξη» στα αλβανικά. Την έστειλα στο Φεστιβάλ της Δράμας –που δεν τη δέχτηκε– και στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους των Τιράνων. Μέχρι σήμερα έχει παιχτεί μόνο εκεί. Χαίρομαι γιατί πρόλαβε να τη δει ο πατέρας μου, λιγότερο από έναν μήνα πριν πεθάνει.
«Οι πιο ευτυχισμένες μέρες και ώρες της ζωής μου είναι όταν κάνω πρόβες και όταν μαγειρεύω».
Επάγγελμα σκηνοθέτης
Μετά σκηνοθέτησα τη Ragada σε ένα από τα δωμάτια του ξενοδοχείου St George Lycabettus, στο πλαίσιο της έκθεσης Rooms της γκαλερί Καππάτου. Τότε, η Ragada είχε διάρκεια είκοσι λεπτά και παιζόταν σε λούπα. Μετά, τη δείξαμε στη μεγαλύτερη εκδοχή της, σε ένα διαμέρισμα στην Ηλιούπολη. Εκεί ήταν που την είδαν από το Εθνικό Θέατρο και μου ζήτησαν να κάνω κάτι για την Πειραματική Σκηνή του. Έτσι έκανα τη Lindita. Ήταν να ανέβει για τρεις εβδομάδες και έφτασε να παίζεται επί τρία χρόνια. Παίχτηκε σε όλες τις σκηνές του Εθνικού, με sold out συνεχώς, παρότι κανένας συντελεστής δεν ήταν γνωστός. Μετά το ένα έφερε το άλλο. Τα ταξίδια της Lindita ξεκίνησαν από ένα showcase που έκανε το Εθνικό. Την είδαν κάποιοι ξένοι curators και με κάλεσαν στη Σερβία.

Σε συνεχή κίνηση
Το ότι ταξιδεύω συνέχεια είναι το μόνο που άλλαξε στην καθημερινότητά μου μετά την επιτυχία. Η ειρωνεία του όλου πράγματος είναι το ότι τρέμω τα αεροπλάνα. Παρ’ όλα αυτά, κάθε φορά που προσγειωνόμαστε, παρά τον φόβο που έχει προηγηθεί, τη δουλειά και την κούραση, το συναίσθημα που νιώθω είναι υπέροχο. Τα ταξίδια με έμαθαν ότι, ενώ το βαλκανικό στοιχείο παίζει ρόλο στις δουλειές μου, δεν αποτελεί το καθοριστικό τους στοιχείο. Με έμαθαν επίσης τι σημαίνει να κάνεις περιοδεία σε επίπεδο παραγωγής – πώς είναι να φορτώνεις το σκηνικό σου σε ένα κάργκο, να το παρακολουθείς να βρίσκεται στη μέση του Ατλαντικού και να αναρωτιέσαι αν θα φτάσει στον προορισμό του. Έχουμε ζήσει ωραίες στιγμές γυρίζοντας τον κόσμο με την ομάδα. Στην Ταϊβάν, πήγαμε σε κάτι λουτρά. Στην Αυστραλία, κολυμπήσαμε γυμνοί στον Ινδικό ωκεανό.
Η μαμά μου κι εγώ
Το Mami, που έκανε πρεμιέρα στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης, ήταν σημαντική στιγμή στην πορεία μου. Υπήρξε η πρώτη μου δουλειά που είχε συμπαραγωγούς, και μάλιστα σημαντικούς. Τι να σου πω για τη μητέρα μου; Το Mami, που είναι η αγαπημένη της παράσταση, το έκανα για εκείνη. Τα λέμε όλα μεταξύ μας, είμαστε φίλοι, έρχεται σπίτι μου και αράζουμε. Ευτυχώς, της αρέσουν όλα τα έργα μου. Φαντάσου, βέβαια, ότι η πρώτη παράσταση που είδε στη ζωή της ήταν η πτυχιακή μου, δεν είχε πάει ποτέ πριν στο θέατρο. Πλέον, θα μου πει τη γνώμη της – καμιά φορά την ακούω, αλλά τις περισσότερες όχι. Της λέω «σε ακούω σε άλλα επίπεδα, καλλιτεχνικά δεν χρειάζεται απαραίτητα». Είναι Ιχθύς, πολύ όμορφη γυναίκα εσωτερικά και εξωτερικά, πενήντα πέντε στα πενήντα έξι. Βλέπω φωτογραφίες της απ’ όταν ήταν πιο νέα και μοιάζει με σταρ του Χόλιγουντ. Περιποιούνταν πολύ τα ρούχα της, πρόσεχε τη λεπτομέρεια, παρά τη φτώχεια. Έχει κάτι λαϊκό-elegant. Όσο περνάνε τα χρόνια, βέβαια, τόσο πιο «μαμά» γίνεται: Αν πάω να τη δω, θα κάτσει επιτόπου να φτιάξει παστίτσιο για να φάμε μαζί, μου ζητάει να της πάω τα ρούχα μου να μου τα πλύνει, παρότι έχω πλυντήριο. Την οικογένειά μου, γενικά, την έχω ως κάτι το ιερό. Δεν με «πνίγει» καθόλου.
«Τι να σου πω για τη μητέρα μου; Τα λέμε όλα μεταξύ μας, είμαστε φίλοι, έρχεται σπίτι μου και αράζουμε. Ευτυχώς, της αρέσουν όλα τα έργα μου».
Καλλιτεχνική φύση
Δεν μπορώ να εξηγήσω το πώς ξεκίνησα να ασχολούμαι με την τέχνη. Πάντα ήθελα να γίνω καλλιτέχνης, χωρίς να ξέρω τι σημαίνει αυτό, και είμαι περήφανος που τα κατάφερα χωρίς «πλάτες». Ως παιδί δεν είχα καλλιτεχνική καλλιέργεια, αλλά είχα το «μικρόβιο»· έκαιγε αυτή η φλόγα μέσα μου. Μου άρεσε π.χ. να ζωγραφίζω τα κοχύλια που μάζευα με τη μητέρα μου τα καλοκαίρια. Ως χωρισμένη τρίτεκνη, έκανε κάθε χρόνο αίτηση για κοινωνικό τουρισμό. Έτσι καταφέρναμε και πηγαίναμε διακοπές. Έχουμε πάει στη Χαλκιδική, στην Κρήτη, στην Πελοπόννησο… Μια πολύ αστεία ιστορία συνέβη στη Σαντορίνη, όταν ήμουν στο Γυμνάσιο. Το πρώτο βράδυ της διαμονής μας, όταν έμαθα ότι η Σαντορίνη έχει ηφαίστειο, άρχισα να κλαίω επειδή φοβόμουν απεγνωσμένα πολύ ότι θα εκραγεί. Όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι το περνούσα κάθε χρόνο στην Αλβανία, από την ημέρα που έκλειναν τα σχολεία μέχρι την ημέρα που άνοιγαν.
Αλβανία
Στην ανακοίνωση της Μπιενάλε αναφέρομαι ως «Greek-Albanian». Έχω γεννηθεί στην Ελλάδα, έχω βαπτιστεί και έχω σπουδάσει εδώ, αλλά δεν έχω ακόμη ελληνική ταυτότητα, ενώ η άδεια διαμονής που έχω τώρα λήγει το καλοκαίρι. Ταξιδεύω με αλβανικό διαβατήριο. Εννοείται ότι θέλω να αποκτήσω την ελληνική υπηκοότητα και έχω κινήσει τις διαδικασίες. Για να επιστρέψω όμως στα καλοκαίρια στην Αλβανία, πήγαινα και έμενα στον πατέρα μου –οι γονείς μου χώρισαν πριν γεννηθώ, δεν τους έχω ζήσει μαζί– και στη γιαγιά μου, στην οποία με είχε στείλει η μάνα μου όταν ήμουν μερικών μηνών για να με μεγαλώσει μέχρι να με φέρει πίσω στην Ελλάδα, για να πάω σχολείο. Το σπίτι της γιαγιάς μου, στην περιφέρεια των Τιράνων, είχε αυλή και κότες. Μπροστά του ήταν χωματόδρομος. Έπεφτε το ρεύμα και ανάβαμε κεριά. Το πρωί, μια κυρία από τη γειτονιά μάς έφερνε γάλα, αρμεγμένο, σε μπουκάλια της Coca-Cola και της Sprite. Το έβραζε η γιαγιά μου και το πίναμε για πρωινό. Από την Αλβανία, ξέρω μόνο την οικογένειά μου. Δεν έχω να προτείνω σε κάποιον που θα επισκεφθεί τα Τίρανα πού να πάει για ποτό.

