Υπάρχει ένα απόσπασμα στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ για τον Τζον Λε Καρέ Η σήραγγα των περιστεριών του σκηνοθέτη Έρολ Μόρις, ο οποίος δανείστηκε τον τίτλο του από την ομώνυμη αυτοβιογραφία του συγγραφέα (από τις εκδόσεις Bell), που με έκανε να μειδιάσω και να ανατριχιάσω ταυτόχρονα – όπως είχε πει και ο Τζορτζ Σμάιλι, ο σπουδαιότερος ήρωας και «αγγελιοφόρος» της κοσμοθεωρίας του Λε Καρέ, «ο κόσμος φαντάζει ως κωμωδία για όσους σκέφτονται και τραγωδία για όσους αισθάνονται». Δεν μπορούσα να αποφασίσω ποιο από τα δύο υπερίσχυε εκείνη τη στιγμή.
Στο εν λόγω απόσπασμα, ο Λε Καρέ αφηγείται πως, ως νέος κατάσκοπος, πίστευε ότι τα πιο φοβερά μυστικά του έθνους φυλάσσονταν σ’ ένα παλιό χρηματοκιβώτιο, στο βάθος ενός λαβυρίνθου από σκοτεινούς διαδρόμους, στον τελευταίο όροφο του κτιρίου στην οδό 54 Μπροντγουέι, στο γραφείο του αρχηγού της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας MI6. Όταν ήρθε η ώρα να κατεδαφιστεί το κτίριο και αποφασίστηκε ότι το χρηματοκιβώτιο έπρεπε να ανοιχτεί, η κλειδαριά υποχώρησε, η βαριά πόρτα άνοιξε και αποκαλύφθηκε πως ήταν άδειο. Οι παρόντες το απομάκρυναν από τον τοίχο, πιστεύοντας πως ίσως υπήρχε κάποια κρύπτη από πίσω του. Εκεί βρέθηκε μόνο ένα παλιό παντελόνι με μια ετικέτα που έγραφε ότι το φορούσε ο υπαρχηγός του Αδόλφου Χίτλερ, Ρούντολφ Ες, όταν πέταξε μυστηριωδώς στη Σκωτία για να διαπραγματευτεί συμφωνία με τη Βρετανία, με την εσφαλμένη πεποίθηση ότι ο δούκας του Χάμιλτον συμμεριζόταν τις φασιστικές του απόψεις. Κάτω από την ετικέτα υπήρχε μια χειρόγραφη σημείωση: «Παρακαλώ όπως το παντελόνι αναλυθεί. Ίσως δώσει μια ιδέα για την κατάσταση της γερμανικής υφαντουργίας».

Ο Λε Καρέ καταλήγει πως πρόκειται για την ιστορία κάποιων ανδρών μιας παρακμάζουσας αυτοκρατορίας που κοιτούσαν μια ψεύτικη αντανάκλαση του εαυτού τους, πιστεύοντας ότι παραμένουν καθοριστικοί παίκτες στο παιχνίδι του κόσμου. Ο Έρολ Μόρις θα τη χαρακτηρίσει ένα δυσοίωνο αστείο για τη φύση της Ιστορίας και το χάος που τη διέπει, μια παραβολή που συμπυκνώνει τη διορατικότητα αλλά και τον φιλοσοφικό, υπαρξιακό και ηθικό στοχασμό που διατρέχει το έργο του Λε Καρέ.
«Τι νομίζεις πως είναι οι κατάσκοποι;»
Ο Τζον Λε Καρέ, κατά κόσμον Ντέιβιντ Κόρνγουελ, γεννήθηκε το 1931 σε οικογένεια της αγγλικής εργατικής τάξης. Η μητέρα του, Όλιβ, τον εγκατέλειψε όταν ήταν πέντε ετών, εξαιτίας της άστατης ζωής του Ρόνι, του συζύγου της και πατέρα του Ντέιβιντ. Ο Ρόνι, ένας γοητευτικός εγκληματίας, κατάφερε με έσοδα από τις κομπίνες του να στείλει τον γιο του στην Οξφόρδη, εξασφαλίζοντάς του την κοινωνική άνοδο που ο ίδιος επιθυμούσε. Μέχρι το τέλος της ζωής του πίστευε ότι ο Ντέιβιντ του χρωστούσε τα πάντα και διεκδικούσε με κάθε, κυρίως αθέμιτο, τρόπο μερίδιο από τη φήμη και την περιουσία του γιου του.
Τη δεκαετία του ’50, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Οξφόρδη, ο Ντέιβιντ άρχισε να εργάζεται για την MI5, κατασκοπεύοντας φιλοκομμουνιστές συμφοιτητές του, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του ’60 μετατέθηκε στην MI6 και εργάστηκε φαινομενικά ως διπλωμάτης στη βρετανική πρεσβεία στη Δυτική Γερμανία. Ήταν εκεί όταν ανεγέρθηκε το Τείχος του Βερολίνου και εκεί έγραψε τα πρώτα του βιβλία, μεταξύ των οποίων και το Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο (εκδ. Bell), επιλέγοντας το ψευδώνυμο «Τζον Λε Καρέ» για να προστατεύσει την πραγματική του ταυτότητα. Όταν ο Μόρις τον ρωτά ποια είναι τα συναισθήματά του για το Τείχος, απαντά ότι τον διακατέχει «ένας συνδυασμός θυμού, αποστροφής και ενσυναίσθησης. […] Ήταν το πιο αποκρουστικό σύμβολο της παράνοιας της ανθρώπινης πάλης. Ένιωθα πως και στις δύο πλευρές, στην Ανατολή και τη Δύση, επινοούσαν τον εχθρό που είχαν ανάγκη».

Ο Λε Καρέ έγδυσε τους κατασκόπους από τα καλοραμμένα κοστούμια του Τζέιμς Μποντ και τους έφερε στις πραγματικές τους διαστάσεις, μακριά από μανιχαϊστικές βεβαιότητες. «Τι νομίζεις πως είναι οι κατάσκοποι; Ηθικοί φιλόσοφοι που ζυγίζουν κάθε τους πράξη με βάση τον λόγο του Θεού ή του Καρλ Μαρξ; Ότι κάθονται σαν μοναχοί σε ένα κελί, ζυγίζοντας το σωστό απέναντι στο λάθος;» λέει ο Λε Καρέ διά στόματος Άλεκ Λίμας στο Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο.
Ο σύγχρονος κόσμος
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, πολλοί έσπευσαν να προεξοφλήσουν και το τέλος του Λε Καρέ ως συγγραφέα, πιστεύοντας ότι, μαζί με την ιδεολογική διχοτόμηση του κόσμου, θα έλειπε και η πρώτη ύλη που τον είχε καθιερώσει. Τα μυθιστορήματά του όχι μόνο δεν έχασαν την επικαιρότητά τους, αλλά και αποδείχθηκαν συχνά προφητικά, αποκαλύπτοντας μια βαθύτερη αλήθεια που ο ίδιος είχε συνοψίσει, διά στόματος Τζορτζ Σμάιλι, στο The Secret Pilgrim ότι δεν υπάρχει κάποιο «εσώτερο δωμάτιο» όπου η πολιτική σχεδιάζεται με τάξη και λογική – η Ιστορία είναι χάος και η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν κρύβει κανένα μεγάλο μυστικό, πέρα από τη διαρκή κατάχρηση της αλήθειας από την εξουσία. Μέσα από ενδελεχή έρευνα, ταξίδια και βαθιά εμπλοκή με τις πολιτικές εξελίξεις σε όλο τον κόσμο, ο Λε Καρέ βρήκε νέα εδάφη να εξερευνήσει, εκεί όπου οι κατάσκοποι συνυπήρχαν με ιδεολογικούς και πραγματικούς μισθοφόρους, εμπόρους όπλων, προσχηματικούς ανθρωπιστές, νάρκισσους διψασμένους για κέρδη και εξουσία που συνέχιζαν το ίδιο παιχνίδι με διαφορετικά προσωπεία.
Ο Λε Καρέ έγδυσε τους κατασκόπους από τα καλοραμμένα κοστούμια του Τζέιμς Μποντ και τους έφερε στις πραγματικές τους διαστάσεις.
Όταν παρέδωσε το Our Game το 1995, ένας από τους εκδότες του τον ρώτησε αν η Τσετσενία ήταν επινοημένο μέρος. Μόλις λίγους μήνες αργότερα, η μέχρι τότε άγνωστη Τσετσενία κυριαρχούσε στα διεθνή δελτία ειδήσεων. Αντίστοιχα, στον πρόλογο της επανέκδοσης του Ράφτη του Παναμά το 2001, ο Λε Καρέ επιτέθηκε ευθέως στη σύγχρονη αμερικανική εξωτερική πολιτική, καταγγέλλοντας έναν «νέο αμερικανικό ρεαλισμό» που, πίσω από τη δημαγωγία, έκρυβε την ωμή ισχύ των εταιρικών συμφερόντων και την προτεραιότητα της Αμερικής απέναντι σε ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο. Η κριτική του Λε Καρέ προς την εξουσία γινόταν ολοένα και πιο άμεση και οργισμένη όσο προχωρούσε προς την ύστερη περίοδο του έργου του. Σε κάποια συνέντευξή του θα επικαλεστεί τον ορισμό του φασισμού από τον Μπενίτο Μουσολίνι, έως τη στιγμή που η κρατική και η εταιρική εξουσία καθίστανται αδιαχώριστες, για να επισημάνει ότι, όταν σε αυτή τη σύζευξη προστεθεί και η δύναμη της θρησκείας και των μέσων ενημέρωσης, το αποτέλεσμα είναι το πολιτικό παρόν που βιώνουμε. Η ανάλυσή του αυτή αποκτά ανατριχιαστική επικαιρότητα στην εποχή των Πούτιν και Τραμπ, όπου η παραπληροφόρηση λειτουργεί μέσω μιας μεθοδικής διαστρέβλωσης της αλήθειας.

Ο Λε Καρέ σήμερα
Ο Λε Καρέ αντιλήφθηκε νωρίς πως ο κόσμος δεν έχει πλέον ανάγκη από ιδεολογικούς μανδύες, κάτι που αποτυπώνει και στο μυθιστόρημα Νυχτερινή βάρδια (εκδ. Bell), με πρωταγωνιστή έναν έμπορο όπλων που ενσαρκώνει την απόλυτη ηθική χρεοκοπία και για τον οποίο ο πόλεμος δεν είναι ούτε ιδεολογία ούτε πατρίδα, αλλά απλώς μια επικερδής επιχείρηση. Το βιβλίο μεταφέρθηκε στην τηλεόραση το 2016 (με τη σειρά να έχει μεταφέρει την πλοκή στην Αραβική Άνοιξη), ενώ πριν από λίγες ημέρες έκανε πρεμιέρα η δεύτερη σεζόν (με τους ήρωες του Λε Καρέ σε σενάριο του Ντέιβιντ Φαρ). Η σειρά είναι μια παραγωγή της εταιρείας των γιων του συγγραφέα, The Ink Factory, η οποία κατά τα άλλα ετοιμάζει σε συνεργασία με το BBC μια νέα σειρά βασισμένη στο Η κληρονομιά των κατασκόπων (εκδ. Bell). Ο Λε Καρέ είχε δηλώσει ότι σε αυτό το βιβλίο το παρόν ανακρίνει το παρελθόν, με στόχο να κατανοήσουμε όσα έγιναν στον Ψυχρό Πόλεμο στο όνομα της ελευθερίας και κατά πόσο άξιζαν τις θυσίες.
Η κριτική του Λε Καρέ προς την εξουσία γινόταν ολοένα και πιο άμεση και οργισμένη όσο προχωρούσε προς την ύστερη περίοδο του έργου του.
Την ίδια στιγμή, στο West End του Λονδίνου παίζεται μια θεατρική μεταφορά του Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο, ενώ στη βιβλιοθήκη Μπόντλιαν στην Οξφόρδη πραγματοποιείται μια μεγάλη έκθεση με χειρόγραφα, φωτογραφίες και γράμματα του Λε Καρέ. Στα παραπάνω ας προσθέσουμε και την κυκλοφορία του μυθιστορήματος Η επιλογή του Κάρλα (εκδ. Bell) από τον Νικ Χαρκαγουέι, γιο του Λε Καρέ, που συνεχίζει το έργο του πατέρα του.
Πατέρες και παιδιά
Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο του Λε Καρέ που έπιασα στα χέρια μου, αλλά είμαι βέβαιη πως το επέλεξα τυχαία από τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Αρκετά χρόνια αργότερα, θα έπιανε μια ξεχωριστή θέση στη δική μου βιβλιοθήκη το Ένας τέλειος κατάσκοπος (εκδ. Bell), μια ιστορία εμπνευσμένη από την προβληματική σχέση του συγγραφέα με τον πατέρα του. Το αντίτυπό μου ήταν γεμάτο με υπογραμμισμένες φράσεις και τσακισμένες σελίδες, σε μια απόπειρα να καταλάβω καλύτερα τη σχέση μου με τον δικό μου πατέρα, πιστεύοντας πως η λογοτεχνία του Λε Καρέ περιέχει τις σωστές ερωτήσεις για όλα στη ζωή.
Όταν ήταν μικρός, ο Ντέιβιντ πήγαινε μαζί με τον πατέρα του σε μια αθλητική λέσχη στο Μόντε Κάρλο. Στην ταράτσα υπήρχε ένας περιστερώνας και τα περιστέρια είχαν εκπαιδευτεί να περνάνε μέσα από ένα τούνελ και να βγαίνουν πετώντας, αποτελώντας στόχο για τη σκοποβολή των μελών της λέσχης. Όσα επιζούσαν από τύχη επέστρεφαν ξανά στον περιστερώνα και αυτή η διαδικασία επαναλαμβανόταν καθημερινά. Ο Λε Καρέ ονόμασε την αυτοβιογραφία του Το τούνελ των περιστεριών μιλώντας, ως άλλος Καμύ, για τη ζωή σε αυτόν τον κόσμο ως σισύφεια προσπάθεια. Ως άλλος Φάουστ, συγκέντρωσε όση γνώση μπορούσε μέσα από τις εμπειρίες του, προκειμένου να ανακαλύψει το νόημα της Ιστορίας και της ανθρώπινης ύπαρξης, για να καταλήξει, κι εκείνος, πως δεν μπορούμε τίποτα να γνωρίσουμε. Ως άλλος Σμάιλι, όμως, δεν σταμάτησε λεπτό να χρησιμοποιεί την πένα του για να μας πείσει ότι, μέσα σε όλες τις συρράξεις, τη διάχυτη υποκρισία, τη διαστρέβλωση της αλήθειας και την παραχάραξη της Ιστορίας, ο αγώνας πρέπει να συνεχίζεται και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια οφείλει να επιβιώσει. Και αυτό τον καθιστά πιο επίκαιρο από ποτέ.

Οδηγός ανάγνωσης: Από πού ξεκινά κανείς;
Το πρώτο μυθιστόρημα του Τζον Λε Καρέ το 1961, Η τελευταία κλήση (εκδ. Καστανιώτη), είναι ίσως η ιδανική εισαγωγή στον κόσμο του. Είναι περισσότερο αστυνομικό παρά κατασκοπικό, σύντομο, εύκολο, βατό, ενώ γίνονται και οι συστάσεις με μια πρωτόλεια εκδοχή του Τζορτζ Σμάιλι.
Δεύτερο βήμα: Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο (εκδ. Bell), η πιο εμβληματική ιστορία του Ψυχρού Πολέμου με φόντο το Τείχος του Βερολίνου. Αξέχαστη η τελική σκηνή. Και πετυχημένη μεταφορά στο σινεμά δύο χρόνια αργότερα, με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον.
Στη συνέχεια μπορεί κανείς να πέσει στα βαθιά με το Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι (εκδ. Καστανιώτη), πιο γνωστό με τον πρωτότυπο τίτλο του, Tinker Tailor Soldier Spy. Προς Θεού μη δείτε την ταινία του Τόμας Άλφρεντσον αν δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο· δεν θα καταλάβετε τίποτα. Δείτε τη μετά, όπως και την παλιότερη τηλεοπτική μεταφορά με τον Άλεκ Γκίνες. Αυτό το βιβλίο είναι η καρδιά του σύμπαντος του Λε Καρέ, ίσως η πιο ολοκληρωμένη κατασκοπική ιστορία που γράφτηκε ποτέ.
Έχει και δύο συνέχειες, αλλά μπορείτε να προσπεράσετε το Ο εντιμότατος μαθητής και να πάτε κατευθείαν στο Οι άνθρωποι του Σμάιλι. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει κάποιο από τα μεταγενέστερα έργα του που φτάνει στο επίπεδο της τριλογίας, ωστόσο υπάρχουν ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, κάποια πιο «επίκαιρα» μυθιστορήματα, όπως ο Επίμονος κηπουρός (εκδ. Bell), το Ο Νο 1 καταζητούμενος (εκδ. Bell) ή το Απόλυτοι φίλοι (εκδ. Bell).
Αφού αποκτήσετε, πάντως, μια καλή εικόνα, νιώθοντας ότι έχετε καταλάβει αυτόν τον άνθρωπο, διαβάστε και το Ένας τέλειος κατάσκοπος (εκδ. Bell) για να καταλάβετε ότι δεν έχετε καταλάβει τίποτα. Το σπουδαιότερο βιβλίο του, ημι-βιογραφικό, συγκινητικό, συγκλονιστικό. Εκεί κάπου κλείνει ο κύκλος, για να ανοίξει ξανά όποτε έχετε ανάγκη για μία ακόμα ωραία ιστορία. – Άθως Δημουλάς

