Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα δεν φημίζεται για τις «υψηλές» επιδόσεις της στο θέμα της απασχόλησης των νέων. Μάλιστα, παρά την αποκλιμάκωση της ανεργίας, σημειώνει αρνητικό πρωταθλητισμό στα άτομα κάτω των 25 ετών, με το ένα στα πέντε να βρίσκεται εκτός αγοράς εργασίας. Οι νέοι θέλουν, αλλά δεν βρίσκουν δουλειά; Δεν έχουν χρόνο λόγω των σπουδών τους; Είναι ζήτημα νοοτροπίας;
Όποιος και αν είναι ο δισταγμός ή το εμπόδιο, καλό είναι ο κάθε ενδιαφερόμενος να εμβαθύνει στο νέο σκηνικό που φέρνει η αλλαγή της χρονιάς. Γιατί; Επειδή διαμορφώνεται ένα πολύ ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς –είτε ο νέος απασχοληθεί ως ελεύθερος επαγγελματίας είτε ως μισθωτός– καθώς και μια σειρά από βοηθητικές εξαιρέσεις (για παράδειγμα, δεν υπάρχει ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα που να δεσμεύει τον απασχολούμενο με πληρωμή φόρου εισοδήματος).
Η απόφαση για το αν θα ψάξει ο νέος δουλειά πριν από τα 25 προφανώς και θα μπει στη ζυγαριά. Τα υπέρ από τη μία, τα κατά από την άλλη. Ένα μειονέκτημα είναι ότι η δουλειά απαιτεί ένα σημαντικό κομμάτι από τον χρόνο που διαθέτει ο καθένας μας. Και θα πρέπει να αξιολογηθεί αν αυτός ο χρόνος –ο οποίος θα μειώσει τη διαθεσιμότητα για άλλες δραστηριότητες, όπως οι σπουδές– θα είναι εποικοδομητικός. Από την άλλη, στη ζυγαριά μπαίνουν τα εξής:
1. Για όλα τα εισοδήματα που θα αποκτηθούν μετά την 1/1/2026 προβλέπεται μηδενικός φόρος για όσους έχουν εισόδημα έως 20.000 ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν γεννηθεί μετά το 2000-2001 (δηλαδή, είναι σήμερα μικρότεροι των 25 ετών). Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν κάποιος θα δουλέψει ως μισθωτός ή ως ελεύθερος επαγγελματίας.
2. Για τους αυτοαπασχολουμένους υπάρχει πρόβλεψη για εγγραφή σε ειδική ασφαλιστική κατηγορία η οποία ρίχνει αισθητά το μηνιαίο κόστος ασφάλισης.
3. Τριετή απαλλαγή από το τεκμαρτό εισόδημα των αυτοαπασχολουμένων προβλέπει η νομοθεσία. Άρα ο νέος δεν έχει να ανησυχεί για το αν θα του υπολογιστεί ελάχιστος φόρος.
4. Η είσοδος από νωρίς στην αγορά εργασίας αυξάνει τις πιθανότητες συμπλήρωσης 40 ετών προϋπηρεσίας, κάτι που οδηγεί και στο μεγαλύτερο ποσοστό «αναπλήρωσης» κατά τον υπολογισμό της σύνταξης. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη σύνταξη και –με βάση τα σημερινά δεδομένα– δυνατότητα συνταξιοδότησης στα 62 αντί για τα 67.
5. Σε σειρά προγραμμάτων επιδότησης, που κατά καιρούς ανακοινώνονται και αφορούν την είσοδο στην αγορά εργασίας, έχουν δυνατότητα πρόσβασης οι νέοι. Είτε πρόκειται για ενίσχυση του εργοδότη, ώστε να δημιουργήσει μια θέση εργασίας, είτε για επιδότηση, ώστε να κάνει ο νέος κάτι δικό του.
6. Δεν είναι νομοθετημένο μέτρο, αλλά πρέπει να προστεθεί στα θετικά: αυτός που μπαίνει νωρίς στην αγορά εργασίας έχει περισσότερες πιθανότητες να μπει σε διαδικασία αποταμίευσης. Και αυτό διότι είναι –κατά κανόνα– μικρότερες οι ανάγκες και οι απαιτήσεις.

