«Υπάρχει ένας ωραίος τύπος, ο οποίος τα τελευταία 40 χρόνια συλλέγει αντικείμενα. Εγώ τον αποκαλώ ρακοσυλλέκτη, παρότι δεν είναι ακριβώς αυτό. Είναι ο πατέρας μου, ο Γιάννης», μου λέει η Δήμητρα Μπαμπαδήμα. Βρισκόμαστε στην ημιυπόγεια αποθήκη μιας πολυκατοικίας προαστιακού τύπου επί της οδού Τερψιχόρης, στο Νέο Ηράκλειο. Παρατηρώ τον χώρο. Το βλέμμα μου σταματάει στα τηλέφωνα με τα καντράν, στις βιντεοκάμερες, στα στερεοφωνικά, στα πικάπ, στα μόνιτορ και στους πύργους των υπολογιστών, που μοιάζουν με αυτούς όπου, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1990, έκανα ασκήσεις γραμματικής στο φροντιστήριο των αγγλικών. Στη συνέχεια η Δήμητρα ξεκινά την ξενάγηση.

Ανακαλύπτουμε μαζί φρίσμπι, βαλίτσες που όταν τις ανοίγουμε διαπιστώνουμε ότι κρύβουν μέσα τους εκατοντάδες επιστολές, επιτραπέζια ποδοσφαιράκια, γραφομηχανές, δισκάκια των 45 στροφών. Από το μυαλό μου περνάει η φράση «στην αποθήκη είναι το κουτί με τα αστέρια· στην αποθήκη και το δέντρο, σε κομμάτια, βιδωτό», που απαγγέλλει η Λίνα Νικολακοπούλου σε ένα παράξενο χριστουγεννιάτικο τραγούδι των Anemos. Ασπάζομαι εγκαρδίως τη Μαρία Τσολάκη, την οποία γνωρίζω κοντά είκοσι χρόνια, καθώς είναι υπεύθυνη επικοινωνίας σε πολιτιστικούς οργανισμούς. Με τη σύζυγό της Λαμπρίνα Καραγιαννίδου και τον Λευτέρη Παπατζάνη, σύντροφο της Δήμητρας, αποτελούν τους τέσσερις συνεταίρους του Tiradas House.
Ό,τι πετάει η κοινωνία
Το όνομά της η εταιρεία το οφείλει στο ότι ο κ. Μπαμπαδήμας, όσο βρισκόταν σε ενεργό δράση, φορούσε συνεχώς τιράντες. Τα καλοκαίρια τις ταίριαζε με μπορσαλίνο από ψάθα, τον χειμώνα με ουσάνκες, τα ρωσικά καπέλα με την επένδυση από γούνα που καλύπτουν τα αυτιά. Ήταν διευθυντής στην Εμπορική Τράπεζα, στην οποία δούλευε από δεκαοκτώ ετών. Τη μισή του ζωή την περνούσε στη δουλειά και την άλλη μισή στο χόμπι του, που ήταν η ανεύρεση και συλλογή παλαιών αντικειμένων. «Στα καταστήματα της τράπεζας που είχε υπό τη διεύθυνσή του, επίσης, φρόντιζε να απασχολεί ιδιαίτερες περιπτώσεις ανθρώπων – μετανάστες, πρώην τοξικομανείς. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος περισυνέλεγε ό,τι η κοινωνία πετούσε –είτε αυτό ήταν άνθρωποι είτε αντικείμενα– και τα ξαναέβαζε στο παιχνίδι της ζωής», μου λέει η Δήμητρα.

Μεγαλώνοντας στην Κάτω Κηφισιά, όταν ήταν μικρή δεν μπορούσε να αποδεχτεί το χόμπι του πατέρα της, ο οποίος μέσα στα χρόνια κατάφερε να γεμίσει τέσσερις αποθήκες σαν αυτήν όπου βρισκόμαστε στην Αθήνα και μία ακόμα στην Αρκαδία. «Ζούσαμε σε ένα σπίτι γεμάτο με πράγματα που μου φαίνονταν παλιατζούρες και ντρεπόμουν να φέρω φίλες μου σε αυτό», μου λέει. Ο πατέρας της, δε, εμφανιζόταν με ένα Datsun έξω από το σχολείο της την ώρα της προσευχής και τη χαιρετούσε ενώ έψαχνε στα σκουπίδια, στον απέναντι δρόμο. Τι υπόβαθρο είχε; «Οι γονείς του ήταν αγράμματοι, βοσκοί, από τον Κοσμά Αρκαδίας. Έκαναν έξι παιδιά, από τα οποία τα δύο πέθαναν από το κρύο. Ήταν, όμως, πολύ ξύπνιος και πέρασε ανάμεσα στους πρώτους στην Ανωτάτη Εμπορική. Έτσι, ήρθε στην Αθήνα».
Από τα σκουπίδια στον Αγγελόπουλο
Μετά το σχολείο, η Δήμητρα πέρασε στο Τμήμα Έργων Υποδομής του ΤΕΙ Αθήνας και παράλληλα ξεκίνησε να σπουδάζει σκηνοθεσία κινηματογράφου και τηλεόρασης στο Μητροπολιτικό Κολέγιο, δουλεύοντας από το πρώτο έτος των φοιτητικών της χρόνων. «Στην αρχή σε διαφημιστικά και βιντεοκλίπ, μετά έκανα εκπομπές και ντοκιμαντέρ». Ξαφνικά, θυμάμαι ότι κάποιες ταινίες ηχογραφήσεων που είδαμε κατά την ξενάγηση είναι κλειστές, στη ζελατίνα τους. «Πήγαινε και σε καταστήματα που έκλειναν και αγόραζε σε τιμή ευκαιρίας το στοκ τους. Αυτές πρέπει να αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο», μου εξηγεί. Επίσης, με πληροφορεί ότι συναναστρεφόταν παλαιοπώληδες και είχε βγάλει επαγγελματική άδεια για να οδηγεί το δικό του φορτηγάκι όταν έβγαινε για «εξορμήσεις». Κάποια στιγμή, συνεχίζει η Δήμητρα, η ίδια αντιλήφθηκε ότι ο κόπος του πατέρα της μπορούσε να πιάσει τόπο – εκείνος απλώς στοίβαζε ό,τι μάζευε, χωρίς να το αξιοποιεί. Τον έφερε, λοιπόν, σε επαφή με έναν φροντιστή, τον Δημήτρη Αυγέρο, και κομμάτια από τη συλλογή του πατέρα της άρχισαν να λειτουργούν ως σκηνικά αντικείμενα σε κινηματογραφικές ταινίες, ανάμεσά τους στην ημιτελή Άλλη θάλασσα του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Το 2021, δε, ο κ. Μπαμπαδήμας έκανε ένα πέρασμα στο Mediterraneo: Ο νόμος της θάλασσας του Μαρσέλ Μπαρένα, το οποίο τιμήθηκε με τρία βραβεία Γκόγια. Κι αυτό επειδή όταν έφτασε με το Datsun του στα Μέγαρα όπου γινόταν ένα γύρισμα, για να αφήσει κάποια πράγματα, η φυσιογνωμία του άρεσε στους βοηθούς του Ισπανού σκηνοθέτη.

Οι δυνάμεις του, όμως, συν τω χρόνω, άρχισαν να στερεύουν, ενώ πλέον έχει χάσει τμήμα της ακοής του, κάτι που δημιουργεί διάφορα κωμικά περιστατικά, μου λέει η κόρη του. Αφού, δε, συνταξιοδοτήθηκε, «αποσύρθηκε» στην Αρκαδία. Γι’ αυτό και την ιστορία του σκέφτηκε να την απαθανατίσει σε ένα ντοκιμαντέρ, το σενάριο του οποίου θα καταλήγει στη δημιουργία του Tiradas House – θα το δούμε στις οθόνες μας μέσα στην επόμενη διετία.
Άλλο πρότζεκτ, όμως, η ταινία και άλλο η εταιρεία, την οποία η ίδια σχεδίαζε χρόνια στο μυαλό της, αλλά δεν είχε ποτέ τον χρόνο και τη δύναμη να τη φτιάξει. Πριν από μία πενταετία, προσπάθησε να ασχοληθεί με τις αποθήκες του πατέρα της ο Λευτέρης. Τα παράτησε, όμως, μετά από δύο μήνες, καθώς δεν του επέτρεπε ούτε η δική του δουλειά –είναι ιδιοκτήτης του καφέ-μπαρ «Διακοπές» στον Άλιμο– την απαιτούμενη αφοσίωση.
Η ισχύς εν τη ενώσει
Ως από μηχανής θεά εμφανίστηκε η Λαμπρίνα. Εκείνη μετά το σχολείο φοίτησε στη δραματική σχολή του θεάτρου Εμπρός. Δεν της άρεσε, όμως, καθόλου η δουλειά της ηθοποιού. Το 2011, ήταν βοηθός του σκηνοθέτη Στάθη Λιβαθινού στον Ερωτόκριτο, που παρουσιαζόταν στο Ακροπόλ. Δέκα ημέρες μετά την πρεμιέρα τους, πέθανε ξαφνικά ο πατέρας της. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε ότι «καλή η τέχνη, αλλά κάπως πρέπει να ζήσουμε». Καθώς ήταν εξαιρετικά ικανή στο κομμάτι της οργάνωσης, άρχισε να δουλεύει στην παραγωγή. Η μία παράσταση έφερε την άλλη, δούλεψε πολύ στο Εθνικό Θέατρο και στη συνέχεια στην τηλεόραση. Καθώς, δε, είχε από μικρή άνεση με τα μαστορέματα, ξεκίνησε να ασχολείται και με τα props. Πλέον, έχει μια δική της εταιρεία παραγωγής καλλιτεχνικών εκδηλώσεων και events.
Αυτό το καλοκαίρι, λοιπόν, η Δήμητρα γύριζε σε ένα σπίτι ένα σποτ για μια εταιρεία ρούχων και η Λαμπρίνα, από το τμήμα παραγωγής του διαφημιστικού, της έκανε την «κακιά», για να ολοκληρώσει τα γυρίσματα στην ώρα τους. Παρότι ήταν πιεστική, συμπαθήθηκαν. Αντάλλαξαν Instagram κι έπειτα χάθηκαν. «Σε κάποια φάση», μου εξιστορεί η Δήμητρα, «η Λαμπρίνα μού έστειλε ένα μήνυμα στο οποίο μου έλεγε ότι ήθελε να μιλήσουμε για δουλειά. Μετά από διάφορες αναβολές, καταφέραμε τον Σεπτέμβριο να πάμε να πιούμε έναν καφέ». Για τι δουλειά την ήθελε; Σχεδίαζε να ιδρύσει ένα prop house και ήθελε να της πει να την έχει υπόψη της, για τυχόν γυρίσματα στα οποία θα μπορούσε να της φανεί χρήσιμη. «Όπως καταλαβαίνεις, έμεινα στον τόπο, γιατί δεν ήξερε τίποτα για τη συλλογή του πατέρα μου». Αφού της αφηγήθηκε την ιστορία του, έδωσαν τα χέρια ως μελλοντικές συνεργάτιδες.

«Εγκέφαλος» ορίστηκε η Λαμπρίνα.
Ο Λευτέρης δηλώνει «εργάτης», καθώς του αρέσει να φτιάχνει πράγματα με τα χέρια του. «Τον έχω αποθηκευμένο στο κινητό μου ως “το ταίρι μου”», λέει η Λαμπρίνα.
«Εγώ», λέει η Λαμπρίνα, «δεν πρόλαβα το τηλέφωνο με το καντράν. Παρατηρώ, όμως, την αγάπη και τη στροφή των ανθρώπων στα παλιά πράγματα».
Η Μαρία, πάλι, μπήκε στο εγχείρημα για να του προσφέρει εξωστρέφεια. Τέσσερις μήνες μετά, το καταστατικό της εταιρείας τους έχει φτιαχτεί, το Instagram της είναι ενεργό και μέσα στον Ιανουάριο θα ανεβεί και το σάιτ. «Είμαστε η τελευταία αναλογική γενιά», μου λέει η Δήμητρα. Η Λαμπρίνα, που είναι η νεότερη της παρέας, γεννήθηκε το 1990. «Εγώ δεν πρόλαβα το τηλέφωνο με το καντράν. Παρατηρώ, όμως, την αγάπη και τη στροφή των ανθρώπων στα παλιά πράγματα, στο πρόσωπό τους σχηματίζεται ένα χαμόγελο όταν σκέφτονται τον αναλογικό κόσμο, παρότι μπορεί κατά τα άλλα η ζωή τους να κυβερνάται από την τεχνολογία. Το χαμόγελό τους για μένα σημαίνει κάτι. Κι εμείς βασιζόμαστε σε αυτό για την επιτυχία μας».
Για περισσότερες πληροφορίες, επικοινωνήστε με την ομάδα του Tiradas House μέσω Instagram: @tiradashouse

