Παρότι ραδιοθεατρικές παραγωγές στην Ελλάδα φαίνεται να υπάρχουν από το 1938, η ηχογράφηση θεατρικών έργων στο ραδιόφωνο ξεκίνησε οργανωμένα στις αρχές του 1950, με πληροφορεί ο Τάσος Ρωσόπουλος, διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος. Τότε, δεν υπήρχε ακόμη η ΕΡΤ· ιδρύθηκε το 1975. Όσον αφορά την τηλεόραση, εκείνη θα έμπαινε στα πρώτα ελληνικά σπίτια μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Ήταν, λοιπόν, η περίοδος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) και οι ηχογραφήσεις των εκπομπών του πραγματοποιούνταν σε στούντιο που στεγαζόταν στο Ζάππειο. Αρχικά, οι μεταδόσεις τους γίνονταν τις Τετάρτες, στη συνέχεια μεταφέρθηκαν τις Δευτέρες και τα τελευταία χρόνια τις Κυριακές, μέσα από το Τρίτο Πρόγραμμα, που εκπέμπει στην Αθήνα στα 90,9 των FM, αλλά και διαδικτυακά μέσω του Ertecho.gr.
Η «χρυσή» εποχή
«Το ραδιοφωνικό θέατρο», συνεχίζει ο κ. Ρωσόπουλος, «ως φαινόμενο, πριν από την Ελλάδα, είχε σημειώσει μεγάλη επιτυχία σε αντίστοιχους του ΕΙΡ φορείς στην Ευρώπη, όπως στο BBC». Ήταν, λοιπόν, θέμα χρόνου να ξεκινήσει και εδώ η παραγωγή του. «Υπήρχαν ήδη πολλοί και αγαπημένοι ηθοποιοί του κινηματογράφου, τους οποίους ο κόσμος ήθελε να τους απολαμβάνει πιο συχνά· το ραδιόφωνο θα τους έφερνε μέσω των ραδιοκυμάτων στα σπίτια των ακροατών, δωρεάν». Οι εκπομπές της πρώτης περιόδου του, εξηγεί ο ίδιος, είχαν τη δημοφιλία και την προσμονή που έχουν σήμερα τα τηλεοπτικά σίριαλ. Η Μάρα Καλούδη –ηθοποιός, θεατρολόγος και υπάλληλος στην ΕΡΤ από το 1997, που ξεκίνησε την ενασχόλησή της με το Τρίτο Πρόγραμμα πριν από περίπου μία εικοσαετία– τοποθετεί τη χρυσή δεκαετία του θεάτρου στο ραδιόφωνο στα χρόνια ανάμεσα στο 1955 και το 1965.
Οι επιτυχίες της σκηνής, με πληροφορεί, συχνά μεταφέρονταν στο ραδιόφωνο με τον ίδιο θίασο, ενώ κυριαρχούσαν έργα από το ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου. Στην ιστορία του θεσμού, όμως, υπήρξαν και έργα που παρουσιάστηκαν πρώτα στο ραδιόφωνο και μετά στη σκηνή, αλλά και ενδιαφέρουσες συμπράξεις, π.χ. ανάμεσα σε ηθοποιούς συνδεδεμένους με το Θέατρο Τέχνης και το Εθνικό. Τα σκοτεινά χρόνια της επταετίας άρχισαν να γίνονται προφανείς «προπαγανδιστικές επεμβάσεις» –αυτές οι θεατρικές εκπομπές, πλέον, δεν μεταδίδονται–, ενώ από τη Μεταπολίτευση και έπειτα στηρίχθηκε η τότε νεοελληνική παραγωγή θεατρικών έργων.

Η αειθαλής γοητεία
Ο όγκος των παραγωγών άρχισε να μειώνεται προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980, για να σταματήσει σχεδόν η ηχογράφηση καινούργιων εκπομπών στις αρχές του 1990, λίγο μετά την εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης. Έκτοτε, πραγματοποιούνται σποραδικά νέες παραγωγές. «Την περίοδο, βέβαια, της πανδημίας η διοίκηση της ΕΡΤ, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει τους καλλιτέχνες του θεάτρου, ενέκρινε ένα σημαντικό ποσό και παρήχθη μεγάλος αριθμός νέων θεατρικών ηχογραφήσεων –άνω των ογδόντα– οι οποίες μεταδίδονται μαζί με τις παλιές», σημειώνει ο κ. Ρωσόπουλος. Επίσης, τα τελευταία χρόνια, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, ηχογραφείται κάθε χρόνο ένα θεατρικό έργο με τους σπουδαστές της δραματικής σχολής του Ωδείου Αθηνών.
Ρωτάω τον κ. Ρωσόπουλο τι γοητεύει το κοινό σήμερα στο θέατρο μέσω του ραδιοφώνου. «Είναι ένα μέσο που διεγείρει τη φαντασία σε πολύ μεγάλο βαθμό. Η επίδρασή του στο ανθρώπινο μυαλό και στη σκέψη μας είναι αντίστοιχη της μουσικής. Πέρα από την αγάπη για το παρελθόν που έχουν πολλοί ακροατές του ραδιοφωνικού θεάτρου, πιστεύω πως το αναζητούν γι’ αυτόν κυρίως τον λόγο. Είναι ένα διαφορετικό είδος τέχνης από το “κλασικό” θέατρο. Προκαλεί τη φαντασία να αναδημιουργήσει κάθε εικόνα που περιγράφεται στο κείμενο. Επιπλέον, καθώς δεν συμμετέχει η αίσθηση της όρασης στην πρόσληψή του, αναδεικνύεται η μεγάλη αξία των κειμένων, κάνοντάς τα απολαυστικά μέσα από τα στόματα των ηθοποιών που έχουν μόνο τη φωνή τους ως μέσο έκφρασης».
Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς πως δεν υπήρξε ηθοποιός που να μην πέρασε από το θέατρο στο ραδιόφωνο, έστω για έναν μικρό ρόλο, από την Κατίνα Παξινού μέχρι τον Γιάννη Μπέζο.
Κάτι που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι το ότι στις πρώτες ραδιοθεατρικές εκπομπές, για την παραγωγή ειδικών ήχων υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός από κατασκευές που δημιουργούσαν ηχητικά εφέ και συγκεκριμένους θορύβους δίνοντας έναν πιστευτό ρεαλισμό στην παραγωγή. «Πόρτες, παράθυρα, τζάμια που έσπαζαν, καρέκλες πάνω σε βότσαλα, ξύλινες σκάλες και πάρα πολλές ακόμη κατασκευές, οι οποίες βοηθούσαν στην παραγωγή όλων των απαραίτητων ήχων», μου λέει ο κ. Ρωσόπουλος. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι μερικούς από τους ήχους τούς έκαναν οι ίδιοι οι ηθοποιοί, όπως ο Λουκιανός Ροζάν, που έπαιξε σε αμέτρητα έργα με αυτήν του την ικανότητα.
Χριστούγεννα με Γκολντόνι
Σήμερα, Κυριακή 28 Δεκεμβρίου, στις 20.30, θα μεταδοθεί από το Τρίτο Πρόγραμμα το δεύτερο μέρος του Υπηρέτη δύο αφεντάδων του Κάρλο Γκολντόνι, σε μια παραγωγή του 1977, στην οποία ακούγονται, μεταξύ άλλων, ο Λυκούργος Καλλέργης, η Χλόη Λιάσκου, ο Αθηνόδωρος Προύσαλης, η Άννα Κυριακού και ο Βασίλης Τσιβιλίκας. Στο ραδιόφωνο γίνονταν παραγωγές που περιλάμβαναν ακόμα και σαράντα ηθοποιούς, πράγμα που στη σκηνή ήταν αρκετά δύσκολο, μου λέει η κ. Καλούδη. Προσθέτει ότι δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς πως δεν υπήρξε ηθοποιός που να μην πέρασε από το θέατρο στο ραδιόφωνο, έστω και για έναν πολύ μικρό ρόλο, από την Κατίνα Παξινού μέχρι τον Γιάννη Μπέζο. Γιατί επέλεξε το συγκεκριμένο έργο για την τελευταία εκπομπή του χρόνου; Επειδή είχε καιρό να ακουστεί, αλλά και διότι αποτελεί κωμωδία, ένα έργο ευχάριστο και κλασικό, με ωραία μουσική. Καλή ακρόαση!

